«Όμορφα που τα ταίριαξε,
συντρόφισσα Έλλη
νοικοκυριό και γράμματα,
συγνώμη και επανάσταση
τα ογδόντα χρόνια σου
ανήλικα μου φαίνονται
για το πλατύ σου το χαμόγελο
για τη μεγάλη σου καρδιά
με την Ανθρώπινη την τέχνη σου
γεια σου συντρόφισσα Έλλη…»
Έγραψε ο Γιάννης Ρίτσος το 1978 για την Έλλη Αλεξίου που διακρίθηκε για την πολυποίκιλη λογοτεχνική, εκπαιδευτική και πολιτική της δράση και αναδείχθηκε σε μια από τις πιο χαρισματικές δασκάλες του καιρού της μέσα από τις πρωτοπόρες παιδαγωγικές απόψεις και πρακτικές της, που την αφετηρία τους είχαν στη διδασκαλία του Δημήτρη Γληνού.
Κόρη του διανοούμενου Στυλιανού Αλεξίου και της Ειρήνης Ζαχαριάδη, αδελφή της Γαλάτειας (σύζυγος του Νίκου Καζαντζάκη και μετέπειτα του Μάρκου Αυγέρη), του Ραδάμανθυ (ο οποίος παντρεύτηκε την Αναστασία, κόρη του Ζορμπά -ήρωα του ομώνυμου μυθιστορήματος του Καζαντζάκη) και του Λευτέρη, η Έλλη Αλεξίου γεννήθηκε στις 22 Μαΐου 1894 με το Ηράκλειο κάτω από τουρκική σκλαβιά.
Ο πατέρας της ήταν ιδιοκτήτης και διευθυντής εκδοτικών οίκων (με τυπογραφείο, βιβλιοδετείο, βιβλιοπωλείο, χαρτικά, κ.λπ.). Εξέδιδε επίσης τις εφημερίδες «Ηράκλειο» (1894), «Αλήθεια», «Ελευθερία» (με τον Ιωάννη Βογιατζάκη αργότερα δήμαρχο Ηρακλείου) και την «Εθνική Άμυνα» (1917, με τον Ιωάννη Κοκκινάκη).
Το 1900 εγγράφεται και φοιτά στο Δημοτικό Σχολείο, το 1908 παίρνει μαθήματα ζωγραφικής από τον καθηγητή Γιώργο Ξυλούρη.
Η φυλάκιση του πατέρα της για τη συμμετοχή του στην Επανάσταση του Θερίσου και ο αιφνίδιος θάνατος της μητέρας της «προσγειώνουν» την Έλλη (Λιλίκα, όπως την αποκαλούσαν οι δικοί της) στην πραγματικότητα της ζωής.
«Άμα πέθανε η μαμά μου, έλεγε σε συνέντευξή της στην Εύα Νικολαΐδου και στην τότε ΕΡΤ-2- οικοκυρά έγινε η Γαλάτεια, αλλά είχαμε πάντα υπηρέτρια, πάντοτε. Όταν παντρεύτηκα, είχαμε τέτοιες φτώχειες, ούτε υπηρέτρια απασχολούσαμε τότε. Τα έκανα όλα μόνη μου και καταφέραμε να ζήσουμε μέσα σ’ αυτήν τη φτώχεια αξιοπρεπώς. Δεν ήταν όλα στη ζωή μου ρόδινα, αφού δεν είχα μητέρα.
Νομίζω ότι ήμουνα εκ φύσεως εγκρατής. Συγκεντρωμένη στα καθήκοντά μου και παρ’ όλες τις ελλείψεις που είχα, δεν έδωκα ποτέ σημασία στο τι θα φάμε. Ούτε να το συζητήσω! Θυμούμαι που μια φορά ήθελα ένα ψάθινο καπέλο, μεγάλο, για τον ήλιο. Αλλά δεν ένιωσα στερητικά που δεν μπορούσα να το αγοράσω, δεν το ’παιρνα και καημό, δεν είχα και πού να παραπονεθώ δηλαδή.
Η οικογένεια ήτανε ο καθένας κι επάνω του. Όταν λείπει ο συνδετικός κρίκος, που είναι η μάνα, το κάθε παιδί διαμορφώνεται εις τις ανάγκες του κατά μόνας. Μαθαίνει μοναχό του να παλεύει. Δεν έχει πού να καταφύγει. Εγώ δεν είχα πού να καταφύγω. Παντρεύτηκε και η Γαλάτεια και έμεινα εγώ πίσω. Σε μένανε καταφεύγανε, κι ας ήμουνα το πιο μικρό παιδί».
Στα τέλη του καλοκαιριού του 1911, αφού τελείωσε το Παρθεναγωγείο του Ηρακλείου, έρχεται για ανώτατες σπουδές στην Αθήνα (ήθελε να σπουδάσει δασκάλα) και μένει στο σπίτι της αδελφής της Γαλάτειας, η οποία ήταν ήδη παντρεμένη με τον Νίκο Καζαντζάκη.
Ανήσυχη και ελεύθερη φύση καθώς ήταν, τολμά να προσεγγίσει ένα λογοτεχνικό, πλην «ανδρικό» στέκι, το καφενεδάκι «Δεξαμενή» στο Κολωνάκι, στο οποίο συχνάζουν τα πιο ανήσυχα ιδεολογικά, πνευματικά και λογοτεχνικά ονόματα της εποχής. Εκεί, η Έλλη Αλεξίου γνωρίζεται και συναναστρέφεται τους λογοτέχνες Καρκαβίτσα, Βλαχογιάννη, Θεοτόκη, Τραυλαντώνη, Φιλήντα, Κονδυλάκη, Καρβούνη, Σ. Μαυροειδή-Παπαδάκη, Λιλίκα Νάκου, Μάρκο Αυγέρη.
Ο έρωτας με τον Κώστα Βάρναλη
Εκεί γνώρισε και άνθισε ο έρωτάς της για τον Κώστα Βάρναλη, που έγινε αρραβώνας για να διαλυθεί αργότερα, λόγω της άρνησης του πατέρα της να παντρευτεί τόσο μικρή και πριν τελειώσει τις σπουδές της.
«Με ζήτησαν -έλεγε στην ίδια συνέντευξη – για γάμο ένα σωρό. Δεν πίστευα ότι αξίζω. Ότι με ζητούνε για μένα. Πάντα έλεγα νομίζουν ότι είμεθα πλούσιοι, νομίζουν ότι έχουμε. Κι όταν με ζήτησε ο Βάρναλης, δεν το πήρα σοβαρά, του είπα: «Μη νομίζεις ότι θα σου δώκω σημασία. Ξέρω ότι το λες κάτω από την εντύπωση της βραδιάς, γι’ αυτό να είσαι άνετος απέναντί μου. Σα να μην μου το ’πες. Ότι το ’πες λόγω της ωραίας βραδιάς»!
Ήτανε γλέντι, έπιναν, τραγουδούσαν και μου λέει: «Τώρα, περνώντας από το Ηράκλειο, θα σε ζητήσω από τον πατέρα σου, θα πεις όχι;». Κι εγώ τον λυπήθηκα. «Κοίταξε τώρα, σκέφτηκα, αύριο θα το ’χει μετανιώσει, αλλά ντρέπεται». «Να μη νομίσετε ότι θα το λάβω υπ’ όψιν μου», του είπα, «είναι σαν μην το άκουσα». «Είναι η βραδιά», λέγω, «είναι το γλέντι, είναι οι ευχάριστες ώρες που περνάμε εδώ στο Κράσι».
Λέει ο Βάρναλης: «Μπα εγώ δεν πίνω ποτέ κρασί». Και πραγματικά, δεν έπινε! «Όμως, εγώ απόψε ήπια, ίσως και πάρω το θάρρος να σου το πω, Λιλίκα. Κατάλαβες;», μου απάντησε. Αλλά εγώ πίστεψα ότι βλέπει, εδώ πάνω τ’ αμπέλι μας, τα χωράφια μας, τα λιόσια και νομίζει ότι αυτά έχουνε τιμή, θα περνάει για κανένα φεουδάρχη… τον πατέρα μου».
Το 1913, εξετάστηκε από την Αρσάκειο Παιδαγωγική Ακαδημία και αναγνωρίστηκε ως διπλωματούχος. Το 1914, διορίστηκε στο Γ΄ Χριστιανικό Παρθεναγωγείο της Αγίας Παρασκευής Ηρακλείου (που η εμπειρία της αυτή αποτυπώθηκε στο πρώτο της ομότιτλο μυθιστόρημα), ενώ τον επόμενο χρόνο διορίστηκε στο Πρότυπο Διδασκαλείο της πόλης.
Το 1919, γνωρίστηκε στη «Δεξαμενή» με τον πεζογράφο Βάσο Δασκαλάκη, με τον οποίο παντρεύτηκε το 1920 στο Παρίσι, έγινε διπλωματούχος του Institut Superieur d’ Etudes Francaises και διορίστηκε στο Ανώτερο Παρθεναγωγείο Ηρακλείου. Το 1925, αποφοίτησε από τη Γερμανική Σχολή Αθηνών και το 1934 πήρε μέρος στην ίδρυση της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών.
Καθώς δεν κρύβει τις ιδεολογικές πεποιθήσεις της, σύμφωνα με αφιέρωμα στο Τεϊοποτείον, (είχε ήδη γίνει μέλος του ΚΚΕ) συλλαμβάνεται από την Ειδική Ασφάλεια της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου, ανακρίνεται και από τότε οι κινήσεις της παρακολουθούνται.
Tα χρόνια του πολέμου και της Κατοχής, ταυτόχρονα με την ενεργή συμμετοχή της στο «EAM Λογοτεχνών», θα τα περάσει στην Καλλιθέα (στην Αθήνα), αναλαμβάνοντας τα σχολικά συσσίτια έως το 1945 (τιμής ένεκεν το όνομά της έχει δοθεί σε Δημοτικό Σχολείο της Καλλιθέας). Στο μεταξύ, το 1944, ο Βάσος Δασκαλάκης πεθαίνει.
Το 1945, φεύγει για σπουδές στο Παρίσι ως υπότροφος της γαλλικής Κυβέρνησης. Παρακολουθεί στη Σορβόννη μαθήματα ιστορίας και φωνητικής και έρχεται σε επαφή με Γάλλους λογοτέχνες, όπως οι Λουί Αραγκόν και Πωλ Ελυάρ. Ήδη όμως της έχει ήδη αφαιρεθεί η ελληνική ιθαγένεια και της απαγορεύεται η επιστροφή στην Ελλάδα.
Tο 1948, διορίζεται εκπαιδευτική σύμβουλος από την Eπιτροπή Bοηθείας Παιδιού και έναν χρόνο αργότερα συμμετέχει στο πρώτο Συνέδριο Ειρήνης στο Παρίσι.
Tο 1949, αυτοεξορίζεται στη Pουμανία και παίρνει μέρος στο δεύτερο Συνέδριο Ειρήνης. Μοιράζει τα χρόνια της αυτοεξορίας της μεταξύ Pουμανίας και Oυγγαρίας, όπου συνεχίζει το παιδαγωγικό της έργο, εκπαιδεύοντας δασκάλους, γράφοντας και σχεδιάζοντας σχολικά βιβλία και διδάσκοντας τα Ελληνικά σε παιδιά, νέους και ενήλικες πρόσφυγες του εμφυλίου.
Για τις πολιτικές της πεποιθήσεις, το 1952 δικάζεται ερήμην και εκδίδεται παραπεμπτικό βούλευμα και ένταλμα σύλληψής της. Το 1962, λόγω του θανάτου της αδελφής της, της Γαλάτειας, ζητά και της παραχωρείται ολιγοήμερη άδεια για να έρθει στην Ελλάδα και να παραστεί στην κηδεία.
Έρχεται, αλλά δεν φεύγει, παρά το ότι η ζωή στην Ελλάδα την απογοητεύει: «Όλοι τους έχουν κάνει στόχο αυτήν την τιποτένια, δίχως περιεχόμενο, διαβίωση», λέει. Το 1965, επανακτά την ελληνική ιθαγένεια.
Το 1966, κάποιοι θυμούνται το βούλευμα του 1952 και συλλαμβάνεται. Κρατείται στις Φυλακές «Αβέρωφ» και δικάζεται για «αντεθνική δράση και προπαγάνδα». Απαλλάσσεται όμως από την κατηγορία, ύστερα από την αντίδραση της κοινής γνώμης.
Με την επιβολή της δικτατορίας του 1967 απαγορεύονται τα βιβλία της και διατάσσεται να ζει υπό περιορισμό στο διαμέρισμά της. Από το 1962, χρονιά του θανάτου της αδελφής της, της Γαλάτειας, συζύγου του Μάρκου Αυγέρη, ο Αυγέρης και η Αλεξίου συγκατοικούν στο ίδιο σπίτι.
Σε όλα αυτά τα χρόνια, λόγω της τεράστιας εκπαιδευτικής και λογοτεχνικής προσφοράς της, η Έλλη Αλεξίου καλείται και συμμετείχε σε τρία διεθνή συνέδρια ειρήνης και πλήθος διεθνών συνεδρίων για την εκπαίδευση, τη λογοτεχνία, το παιδί τη γυναίκα.
Το 1966, έγραψε τη βιογραφία του Nίκου Kαζαντζάκη με τίτλο «Για να γίνει μεγάλος», όπου αφηγείται -με αγάπη αλλά δίχως να του «χαρίζεται»- τη ζωή του φίλου των νεανικών της χρόνων και συζύγου της αδελφής της.
Μέσα στο έργο αυτό των τετρακοσίων σελίδων μας δίνει ανάγλυφη τη ζωή του Καζαντζάκη, με απόλυτο σεβασμό στην αλήθεια, εξιστορώντας το συνεχές ανέβασμά του προς τις απάτητες κορφές του πνεύματος. Επιστρέφει έτσι νοερά στα χρόνια της μεγάλης παρέας μισό αιώνα πριν.
Στο Κράσι
Το Κράσι ήταν το χωριό των Αλεξίου και έγινε τόπος αναψυχής και συνάντησης μεγάλων λογοτεχνών, όπως ο Νίκος Καζαντζάκης, ο Κώστας Βάρναλης, ο Μάρκος Αυγέρης, ο Παντελής Πρεβελάκης, ο Άγγελος Σικελιανός, ο Κώστας Ελευθερουδάκης ή ο μουσικοσυνθέτης Κώστας Σφακιανάκης κ.ά., φίλοι του Καζαντζάκη που συγκροτούσαν τη λεγόμενη «λογοτεχνική συντροφιά του Κρασίου».
Σε κάποιο σημείο του βιβλίου αυτού, η Έλλη Αλεξίου περιγράφει στιγμές που έζησε στο Κράσι Ηρακλείου Κρήτης, όπου το καλοκαίρι του 1911 παραθερίζουν ο Νίκος Καζαντζάκης με τη Γαλάτεια, ο Κώστας Βάρναλης, ο Μάρκος Αυγέρης, ο φίλος του Καζαντζάκη, Χαρίλαος Στεφανίδης και η Έλλη Αλεξίου.
«Κάθε τόσο», γράφει, «ερχόταν ο αγωγιάτης από το Ηράκλειο και μαζί με το ρύζι πέφτανε από το αναποδογυρισμένο σακί τα ζητημένα σωληνάρια…», οι μπογιές δηλαδή για τη ζωγραφική, δραστηριότητα που ξεκίνησε κατά την εφηβεία της. «Με αγάπη θυμάμαι το εσωτερικό του σπιτιού μας.
Τη γωνιά που ήταν το τζάκι. Και τη μεσιανή καμάρα. Δυο-τρεις μποτίλιες πάνω στο ράφι, μπρος στο τζάκι μιαν ανέμη με νήμα απάνω και το κουβάρι παρατημένο πάνω σε μια χωριάτικη καρέκλα εκεί δίπλα». Αυτή την εικόνα ζωγράφισε σ’ έναν πίνακα.
Γράφει ακόμα πως «ο Νίκος (Καζαντζάκης) πολύ ευχαριστήθηκε απ’ αυτό το ταμπλουδάκι. – Πώς να το βγάλουμε, του ’λεγε η Γαλάτεια, πώς να το βγάλουμε, και το κοίταζε. Κι εκείνος χωρίς τίποτα να πει, πήρε την πένα του κι έγραψε με μελάνι στη δεξιά γωνία “Κράσι, Sweet Home, Ιούλ. Αύγ. Σεπτ. 1911, Λιλίκα”».
Το «ταμπλουδάκι» αυτό με το ιδιόχειρο σχόλιο του Καζαντζάκη, η Έλλη το χάρισε στον αγαπημένο της Κώστα Βάρναλη.
Το 1915, ο Βάρναλης ανέλαβε διευθυντής του σχολαρχείου στην Κερατέα Αττικής. Μαζί του πήρε και το «ταμπλουδάκι» της Έλλης. Όταν το 1985 η Έλλη Αλεξίου είχε κληθεί από τον Πολιτιστικό Σύλλογο Κερατέας «Χρυσή Τομή» για να παρουσιάσει τη βιογραφία του Καζαντζάκη, την άκουσαν με έκπληξη να λέει ότι έχει «ανοιχτούς λογαριασμούς με την Κερατέα», εννοώντας ότι το «ταμπλουδάκι» της ήταν ακόμα εκεί. Άγνωστο πώς έμεινε εκεί, όταν ο Βάρναλης μετατέθηκε το 1917 και έφυγε από την πόλη.
Η Έλλη Αλεξίου επισκέφτηκε το σπίτι όπου έμενε ο Βάρναλης, το οποίο υπάρχει μέχρι σήμερα και δοκίμασε μεγάλη συγκίνηση όταν αντίκρισε τον πίνακά της, 74 χρόνια μετά τη δημιουργία του. Ζήτησε από τον ιδιοκτήτη του σπιτιού να της τον παραχωρήσει, μα εκείνος αρνήθηκε, θεωρώντας τον κειμήλιο του σπιτιού του.
Έτσι, αρκέστηκε σε ένα πιστό αντίγραφο αυτού του πίνακα, που της προκαλούσε αγαπημένες αναμνήσεις, για να τον τοποθετήσει στην προσωπική της γωνιά στο σπίτι της.
Η Έλλη Αλεξίου εργάστηκε στην εκπαίδευση, σε Ελλάδα και εξωτερικό, συνολικά επί 42 χρόνια. Το συγγραφικό της έργο τεράστιο και πολυποίκιλο, αφού έγραψε διηγήματα, μυθιστορήματα, παιδική λογοτεχνία, θέατρο, εκπαιδευτικά βιβλία, ανθολογίες-αφιερώματα, μεταφράσεις έργων ξένων λογοτεχνών, μελέτες και έκανε την επιμέλεια εκδόσεων.
Όπως έχει πει η ίδια, «από τα πρώτα κιόλας βιβλία μου συμμάχησα με τους αδύνατους και τους αδικημένους. Και τη συμμαχία αυτή την κράτησα πιστά σ’ όλη μου τη ζωή». Πραγματοποίησε την πρώτη της εμφάνιση στο χώρο της λογοτεχνίας το 1923 με τη δημοσίευση του διηγήματος «Φραντζέσκος» στο περιοδικό Φιλική Εταιρεία (του Κόντογλου), μετά από παρότρυνση του συζύγου της Βάσου Δασκαλάκη.
Η συλλογή «Σκληροί αγώνες για τη μικρή ζωή» (1931) δημιούργησε αμέσως αίσθηση, που ο πιο αυστηρός κριτικός της εποχής, Φώτος Πολίτης, έγραψε: «Mέσα από αυτές τις απλές ψυχές κατορθώνει η συγγραφεύς να δώσει όλο το ρίγος τής πραγματικής ζωής, είτε χαρούμενη είναι είτε μαύρη και βλοσυρή. Κάτω από τις περιγραφές της υπάρχει η θερμή άχνα της αλήθειας». Το 1934, εκδίδει το «Γ΄ Xριστιανικόν Παρθεναγωγείoν», το 1938 εκδίδει τη δεύτερη συλλογή διηγημάτων, με τον τίτλο: «Άνθρωποι».
Ακολουθούν τα μυθιστορήματα «Λούμπεν» (1940), «Βοηθός νηπιαγωγού» (1952), «Παραπόταμοι» (1955), «Με τη Λύρα» (1959), «Ούτω καθεξής» (1964), καθώς και τέσσερις τόμοι διηγημάτων: «Σπονδή», «Αναχωρήσεις και μεταλλαγές», «Μυστήρια» και «Προσοχή συνάνθρωποι». Ξεχωριστή θέση στο έργο της έχουν τα παιδικά βιβλία: «Χοντρούλης και Πηδηχτή» το 1939 (μεγάλη ιστορία για παιδιά), με Βραβείο από την Αρχαιολογική Εταιρεία, «Ήθελε να τη λένε κυρία», «Τραγουδώ και χορεύω», «Παίζω κουκλοθέατρο» και η εγκυκλοπαίδεια για έφηβους «Ρωτώ και μαθαίνω».
Η Έλλη Αλεξίου πλησιάζει σχεδόν έναν αιώνα ζωής (94 ετών), όταν φεύγει από τη ζωή στις 28 Σεπτεμβρίου του 1988. Γαλήνια και με το χαρακτηριστικό της χιούμορ αντιμετωπίζει το τέλος. «Eίναι μια φυσική κατάσταση που δεν πρέπει να με ανησυχεί», λέει σε μια από τις τελευταίες τις συνεντεύξεις.
«Γεννήθηκα, μεγάλωσα, πρέπει να πεθάνω. Aν μου έλεγες ότι θα μείνω αθάνατη, θα το έβλεπα σαν παράδοξο φαινόμενο. Nα μείνω αθάνατη να κάνω τι;».
