Φαινόμενο: μόνο αυτή η λέξη μπορεί να σταθεί επάξια δίπλα στο όνομα του χωρίς να κλέψει κάποια από τις πολλές και διαφορετικές πτυχές της σύνθετης, ανεπανάληπτης καλλιτεχνικής του οντότητας. Γιατί ο Γιώργος Μαρίνος, που έφυγε πριν λίγες ώρες στα 87 του χρόνια, υπήρξε ο καλλιτέχνης με τα πολλά πρόσωπα. Ο ηθοποιός που έμπαινε με μοναδική μαεστρία στο πετσί του κάθε ρόλου, ο τραγουδιστής που είχε την ικανότητα να ερμηνεύσει μοναδικά από το πιο βαθύ συναισθηματικό τραγούδι μέχρι το πιο καλτ σουξέ, ο διασκεδαστής που ξεσήκωνε τα πλήθη με το πηγαίο ταμπεραμέντο του, ο ρηξικέλευθος καλλιτέχνης που δεν χωρούσε σε μια ιδιότητα και δημιούργησε ένα νέο, δικό του είδος, ο απίστευτα εξωστρεφής αλλά και βαθιά ο μοναχικός άνθρωπος…
Ήταν πολλές οι αντιφάσεις στην περίπτωση του Μαρίνου, εκεί κρυβόταν όμως και η μοναδικότητά του: στο ότι σε όλη του τη ζωή, καλλιτεχνική και προσωπική, ισορροπούσε με μαεστρία πάνω σε ένα τεντωμένο σκοινί, μαγνητίζοντας τα βλέμματα με το ταλέντο του αλλά και την βαθιά, γενναία ειλικρίνεια του. Γιατί παρότι υπήρξε μέγας θεατρίνος, έβγαινε πάντα στη σκηνή «γυμνός», τίμιος, ξεκάθαρος, πολύ πιο «αντρίκιος» από τα κάθε λογής αυτοαποκαλούμενα βαριά αρσενικά.
Ακόμη και την σεξουαλική του ταυτότητα την αποκάλυψε δημόσια με τέτοια ανεπιτήδευτη ειλικρίνεια, ευγένεια και σεβασμό, που τούς έκανε όλους να τον αποδεχτούν γι΄ αυτό που ακριβώς ήταν, και μάλιστα σε μια εποχή που η ομοφυλοφιλία ήταν κόκκινο πανί για τα αδηφάγα πλήθη. Καθώς όμως ο Γιώργος Μαρίνος υπήρξε εκτός από εξαιρετικά ταλαντούχος και ιδιαίτερα ευφυής, γνωρίζοντας την σκληρότητα του κοινού, επέλεξε να το αφοπλίσει με την αλήθεια του. Και τα κατάφερε. Όχι μόνον να τον αποδεχτούν γι΄ αυτό ακριβώς που ήταν αλλά να τον λατρέψουν, να τον στέψουν αναντικατάστατο βασιλιά της ψυχαγωγίας και τον βάλουν για πάντα στην καρδιά του ως ένα καλλιτέχνη μοναδικό που όμοιός του δεν γεννήθηκε.
Από τον Χατζιδάκι στο θρίαμβο της «Μέδουσας»
«Κάθε κήπος έχει μια φωλιά για τα πουλιά/Κάθε δρόμος έχει μια καρδιά για τα παιδιά…/Κάθε σπίτι κρύβει λίγη αγάπη στη σιωπή/ Μα ένα αγόρι έχει την αγάπη για ντροπή…»: Ερμηνεύοντας με την άγουρη ακόμα αλλά πλημμυρισμένη από βαθύ συναίσθημα φωνή του αυτό το κομμάτι από την υπέροχη «Οδό Ονείρων» του Μάνου Χατζιδάκι, ο νεαρός Γιώργος Μαρίνος, κάνει, το 1962, το πρώτο σημαντικό καλλιτεχνικό βήμα του. Βρίσκεται στο πλευρό ενός κορυφαίου Έλληνα συνθέτη και γίνεται μέλος της Εθνικής Θεάτρου, μιας ομάδας στην οποία συνυπάρχουν ο Αλέξης Σολωμός με τον Νίκο Γκάτσο και τον Δημήτρη Χορν. Αν και άπειρος ακόμη, το ταλέντο και η λάμψη του δεν κρύβονται.
Τα επόμενα χρόνια θα τα περάσει μεταξύ θεάτρων και μπουάτ, παίζοντας και τραγουδώντας στην Πλάκα της εποχής του Νέου Κύματος. Εκεί θα συναντηθεί, το 1970, με το καλλιτεχνικό αλλά και ερωτικό για κάποια χρόνια έτερόν του ήμισυ, την Κατιάνα Μπαλανίκα με την οποία θα αρχίσει να ξετυλίγει, σταδιακά, τις διαφορετικές καλλιτεχνικές πτυχές του, οι οποίες, από ένα σημείο κι έπειτα, νιώθει πως δεν χωρούν στους ήδη υπάρχοντες χώρους διασκέδασης.
Και κάπως έτσι γεννιέται, το 1973, η «Μέδουσα». Το θρυλικό στέκι στου Μακρυγιάννη που έμελλε να αλλάξει για πάντα την εγχώρια ψυχαγωγία, τον χώρο όπου άνθισε και μεγαλούργησε ο πρώτος και ο μοναδικός μέχρι σήμερα Έλληνας σόουμαν. Μουσική, τραγούδι, πρόζα, μίμηση, χιούμορ, χορός αναμειγνύονται και δημιουργούν μια ακαταμάχητη νέα συνταγή στην οποία δύσκολα μπορεί να αντισταθεί κανείς. Επί 18 ολόκληρα χρόνια όλη η Αθήνα, από την αριστοκρατία και τους πολιτικούς μέχρι τον απλό κόσμο, συναντιέται στη σάλα της «Μέδουσας» και απολαμβάνει τον Μαρίνο να σαρώνει τη σκηνή, να αλλάζει πρόσωπα, να καυτηριάζει πρόσωπα και πράγματα και να τραγουδάει, από το «Κάνε μου λιγάκι μμμ..» μέχρι το «Ηθοποιός σημαίνει φως»…Ακούραστος, ανεξάντλητος, ένας θίασος ολόκληρος συγκεντρωμένος σε ένα πρόσωπο.
Ο Γιώργος Μαρίνος άλλωστε δεν χώρεσε ποτέ σε έναν ρόλο, ένα τραγούδι, μια συνεργασία. Γι΄ αυτό και δεν συνδυάστηκε ποτέ με ένα όνομα ή έναν τίτλο παρότι ηχογράφησε πολλά κομμάτια κατά τη διάρκεια της καριέρας του κι έπαιξε διάφορους ρόλους στο θέατρο. Ήταν σόουμαν γι΄ αυτό και επέλεξε, τη δεκαετία του ’90, αφού είχε αφήσει πλέον τη νύχτα, να μεταφέρει το είδος αυτό στην ιδιωτική τηλεόραση. Το «Ciao Ant1» μπορεί να μην ήταν «Μέδουσα», διέθετε όμως αρκετές φωτεινές στιγμές του Μαρίνου τον οποίο γνώρισαν, μέσω της μικρής οθόνης και οι νεότερες γενιές.
Σε κάθε περίπτωση ο Μαρίνος υπήρξε ένας αυθεντικός, ειλικρινής, γενναίος, τολμηρός σταρ που τίμησε με την παρουσία του και σεβάστηκε τη σκηνή. Όταν κατέβαινε όμως απ΄ αυτή όλα έμοιαζαν διαφορετικά. Όπως χαρακτηριστικά έλεγε και το τραγούδι των Νίκου Δανίκα και Λευτέρη Παπαδόπουλου που τόσο συγκλονιστικά ερμήνευε «Σε λίγο θα σβήσουν τα φώτα/η αίθουσα τούτη θ’ αδειάσει/και κει στα τραπέζια τα πρώτα/θα `ρθει η ερημιά να κουρνιάσει/ Και τότε εγώ ο θεατρίνος,/ο κλόουν κι ο τραγουδιστής/στο καμαρίνι θα λουφάξω/ίδιος φονιάς, ίδιος ληστής…».
Όταν ήταν μικρό παιδί ο Γιώργος Μαρίνος καθόταν στην αυλή του σπιτιού του στο Βοτανικό, περίμενε κάθε βράδυ τον πατέρα του που ήταν εξόριστος στη Μακρόνησο και για να ξεγελάσει τη μοναξιά του κοίταγε τα άστρα κι ονειρευόταν. Και κάπως έτσι δημιούργησε το δικό του αστέρι, που έφθασε ψηλά, πολύ ψηλά, και αφού έλαμψε στη γη, επέστρεψε εκεί όπου πάντα ανήκε, στον ουρανό.
