Μετράμε αντίστροφα!

Εκδήλωση για τα 80 χρόνια.

Δείτε το σχετικό video

Γιώργος Ιωάννου: Ένας από τους σημαντικότερους πεζογράφους της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς

Ο Γιωργος Ιωάννου γεννήθηκε το 1927 στη Θεσσαλονίκη, όπου πέρασε και τα κρίσιμα χρόνια της εφηβείας και των σπουδών. Έζησε κατά διαστήματα, στην ελληνική επαρχία και στη Βεγγάζη, ασκώντας το επάγγελμα του καθηγητής φιλόλογος στη Μέση Εκπαίδευση. Παράλληλα προς τη λογοτεχνική του δραστηριότητα έχει ασχοληθεί με το δημοτικό τραγούδι, τα λαϊκά παραμύθια, τον καραγκιόζη και τις μεταφράσεις αρχαίων κλασσικών.

Στο έργο του Γιώργου Ιωάννου, αποτυπώνεται με ιδιαίτερη ευαισθησία, η μνήμη, και οι εμπειρίες της Θεσσαλονίκης ένα έργο που χαρακτηρίζεται από απλότητα, αμεσότητα και έντονη συναισθηματική φόρτιση.

Ο Θανάσης Νιάρχος, ο Μπένης Κουμανταρεας και η Μάρω Δούκα, γράφουν για τον Γιώργο Ιωάννου

Ήταν για πολλούς, σημειώνει ο Θανάσης Νιάρχος, μια οικεία φιγούρα στους δρόμους της Αθήνας, ακόμη κι αν δεν γνώριζαν πως έχουν να κάνουν με έναν σπουδαίο λογοτέχνη. Έμπαινε στα μαγαζιά, ψώνιζε, ρωτούσε για τις τιμές, χρησιμοποιούσε τα μέσα συγκοινωνίας, συνδύαζε δουλειές για να μικραίνει τις αποστάσεις. Λάτρευε το κέντρο της Αθήνας, που το είχε διαλέξει άλωσε για τη γειτονιά του. Οσο δορυβωδεστερη ήταν μια περιοχή, τόσο προσφιλέστερη του γινόταν. Όταν χρειαζόταν να απομονωθεί, το κατόρθωνε στο ιδιο του το σπίτι, με τα κλειστά παράθυρα, τις κατεβασμένες κουρτίνες.

«Διχασμένη φύση» τον αποκαλεί ο Μένης Κουμανταρέας και προσθέτει δεκάδες άλλους χαρακτηρισμούς :Ένας Θρακιώτης, ένας αργοπορημένος Βυζαντινός στα χρόνια μας . Ένας γραμματικός που είναι μαζί και ποιητής. Ένας ερευνητής των λέξεων, που αποδελτιώνει μαζί με τη γνώση και τα ήθη των συγχρόνων του. Ένας λαϊκός, βαθιά θρησκευόμενος, που ερευνά μανιακά των καραγκιόζη, και ένα καραγκιοζοπαίχτης ο ίδιος όταν αποφασίζει να γίνει αστείος…. Είναι ακόμα ένας γεωγράφος της περιφέρειας και μαζί γεωγράφος του ανθρώπινου κορμιού.

Η Μαρω Δουκα, τον θυμάται να την παρακολουθεί, ενώ η ίδια νεαρή συγγραφέας, έσκυβε στα γραπτά της, «Ασκήσεις επι χαρτου, μου έλεγε, με τα μολύβια μου και τα τετράδιά μου και με το φως της λάμπας μου, απορώ πως δεν αποσπά την προσοχή σου ο θόρυβος από τα πλήκτρα της γραφομηχανής. Με το πρώτο χερι, του έλεγα απολογητικά εγώ, το κάνω πάντα με καλά ξυσμένο μολύβι, ουτε καν στυλό. Εντάξει τότε, υποχωρούσε συγκαταβατικά, και αλλάζαμε κουβέντα.»

Ο Γιώργος Ιωάννου σε πρώτο πρόσωπο

Δεν υπάρχει άλλο γιατρικό από την εξομολόγηση, υπογραμμίζει ο Γ Ιωάννου αφηγουμενος την λογοτεχνική ζωή του. Ίσως για αυτό είμαι τόσο πελαγωμένος, και δεν ξέρω τι μου γίνεται. Κάποτε νόμιζα, πως αν μιλήσω, θα πέσει ο ουρανός να με πλακώσει. Ο πανικός με έπιασε μετα τα τριάντα και τώρα δεν ξέρω από που να κρατηθώ.
Δεν ξέρω αν αυτά που σκέφτομαι προάγουν την ανθρώπινη υπόθεση. Κι όχι βέβαια πως δεν με ενδιαφέρει, κάτι τέτοιο. Το πρώτο όμως που προσπαθώ, είναι να μιλώ με ειλικρίνεια, με ευλάβεια μάλλον. Διψώ για εξομολόγηση που πάντοτε ανακουφίζει κάπως. Καμιά φορά που παρακατέχομαι από φόβους, με πιάνει σύγκρυο, όταν αντιλαμβάνομαι πως κάποιος κανόνισε το βήμα του πάνω στο δικό μου, και σταματάει και αυτός στις ίδιες βιτρίνες. Δεν μπορώ να μη βάζω κακό με το νου μου, είμαι κι εγώ παιδί μιας εποχής δολοφόνων.

Στις 26 Φεβρουαρίου 1985 σε κείμενο του στην εφημερίδα Τα Νέα, ο Κώστας Γεωργουσόπουλος αποχαιρετά τον Γιώργο Ιωάννου

Μια βδομάδα ηδη πέρασε από τότε που εκοιμηθη ο Γ Ιωάννου. Άλλοι ικανότεροι και αρμοδιότεροι θα μιλήσουν για τα έργα του. Εγώ με την απόσταση μιας εβδομάδας, όχι απόσταση ασφαλείας, αλλά ανασφαλείας , θέλω να μιλήσω για τον άνθρωπο και το φίλο. Δεν ξέρω γιατί, αλλά τόσες μέρες που τον αναθυμούμαι από τότε που έφυγε, μου έρχεται στο μυαλό μια χειμωνιάτικη νύχτα, σε ένα φιλικό σπίτι όπου κατέφτασε με το καφέ του παλτό με σηκωμένο το γιακά και τα γλυκά στο χέρι. Όλος μάτια και χέρια, ο, τι φαινόταν μέσα από τη χειμωνιάτικη πανοπλία του. Τα μάτια, τα διεσταλμένα διαπορούντα συνεχώς και κάπου βαθιά πανικόβλητα, κι ακόμη βαθύτερα γεμάτα ένα παράπονο, και τα χέρια, ευκίνητα , αμήχανα όμως , αχόρταγα πάλι και ποτέ ποτε διστακτικά.

Έτσι μου προβάλλει ο Γ. Ιωαννου, με τα δυο όργανα της τέχνης του, με αυτά που έβλεπε και μ αυτά που έγραφε. Το άλλο σώμα, κρυμμένο μέσα στο παλτό, απρόσιτο για τον πολύ κόσμο, ταμπουρωμένο, ιδιωτικό, ιερό.

Τώρα που έλειψαν αυτά τα αδηφάγα μάτια, κι αυτά τα διψασμένα χέρια, έμεινε ένα έργο που χειρονομεί. Το ορατό που ορά την οικεία χειρονομία και γράφει την όψη του κόσμου… Εκείνα τα μάτια κι εκείνα τα χέρια μέσα στο έργο του, ετάζουν τας καρδίας μας και θωπεύουν τη μοναξιά μας.
Ματαίως δεν άνθισες, Γιώργο Ιωάννου.