1946 — 2026
το ΧΘΕΣ
80
Συναντά το ΑΥΡΙΟ
80 ΧΡΟΝΙΑ ΠΑΤΡΙΣ · Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΟΥ ΑΞΙΖΕΙ ΝΑ ΔΕΙΣ →
Ροή ειδήσεων
Κυριακή, 8 Νοεμβρίου 2026
Γιορτάζουν: Άγγελος, Γαβριήλ, Μιχαήλ, Σεραφείμ, Ευστρατία, Μεταξία, Ραφαήλ, Σταμάτης, Στρατηγός, Ταξιάρχης
14°
Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ
Γιαννούλης Χαλεπάς: Το μεγαλείο ενός γλύπτη που ξαναγεννήθηκε μέσα από τη σιωπή

Πριν γνωρίσω από κοντά τον Χαλεπά, γράφει ο Μιχάλης Τόμπος, και πριν με τιμήσει με μια επίσκεψη του στο εργαστήριο μου, είχα ασχοληθεί από πραγματικό θαυμασμό με το έργο του της πρώτης περιόδου και μ΄εκείνο που δημιούργησε μεταγενέστερα, δηλαδή ύστερα από το μυστήριο και το θαύμα του ξαναζωντανέματος του.

Τηνιος από τον Πύργο, το χωριό των μαρμαράδων, ο Γιαννούλης Χαλεπάς γεννήθηκε το 1858 και πέθανε στην Αθήνα το 1938, εργαζόμενος ως το τελος του. Σπούδασε στην Αθήνα και στο Μόναχο, αντίθετα προς τον σύγχρονο του περίπου Φιλιππότη. Την εποχή των σπουδών του στην Ευρώπη και στο Μονάχο ειδικότερα, η κλασικιστική ατμόσφαιρα έδωσε στον γλύπτη αυτόν, και στις εκεί σπουδές του, το δικαίωμα να δημιουργήσει γυρίζοντας στην Ελλάδα, τα γνωστά έργα του της πρώτης του δημιουργίας, όπως τα δυο κύρια του «Κοιμωμένη» και «Σατυρος και Έρωτας». Αυτά διασώζονται στο μάρμαρο εκτελεσμένα.

Διαισθάνομαι πως η προηγούμενη αντίληψη του γλυπτικού πάθους του αρχικού Χαλεπά, με την επιστροφή του από το Μόναχο στην Ελλάδα, και η δύναμη του η εκτελεστική, να ποιεί έργα δυσχερή στο μάρμαρο σε φυσικές διαστάσεις, όπως και οι άγνωστες αιτίες κάποιων ψυχικών η και αισθηματικών αντιξοοτήτων της ζωής του, αυτά και μόνο τα γεγονότα εβύθισαν με λύπη στους χώρους της σιωπής και αποχής τον υπερευαίσθητο νέο Χαλεπά του 19ου αιώνα, για να ξαναζωντανέψει κάποια αφή των απλανών μικρών χεριών του, με τα χώματα της μητέρας γης, με τα χωράφια της Τήνου τα κεραμόχρωμα.

Ο Χαλεπάς μεταφέρθηκε από την Κέρκυρα στην Τήνο, κι έπειτα από μια πολυχρόνια αδουλία να σκεφτεί για το έργο του και τη συνέχιση του, είναι γνωστό πως ζούσε στην Τήνο επάνω στο βουνήσιο χωριό του τον Πύργο, όπου γύρω του και τα λατομεία των μαρμάρων, και πώς με αγάπη φρόντιζε κάποια πρόβατα της αδελφής του. Καμία επιθυμία κι επαφή με τη γλυπτική δεν είχε, για καιρό πολύ στην επιστροφή του, και κανένα πραγματικό ή βοηθητικό επιστημονικό μέσο, δεν αφύπνισε τον γλύπτη από τη θέση, που το μυστήριο της σιωπής κι αποχής του απ΄το κάθε τι συγγενικό με τα αρχικά ιδανικά του, τον είχε αποτραβήξει κι αποξενώσει.

Ήρθε όμως μια μέρα, που το έντονο φως και τα κεραμοχρωμα της γης χώματα των Τηνιακών χωραφιών, σκανδάλισαν τα μάτια του και του ξύπνησαν με μιας ο, τι ο χρόνος έφραζε. Ετσι, ακούμπαγε με λογικό τρεμάμενο, τα δάχτυλα του ο παλιός δημιουργός του πηλού στο ακατέργαστο υλικό της γης, από το οποίο ξεκαθαρίζει η ύλη η κατεργασμένη σα στοιχείο της πλαστικής δομής και συγκρότησης των γλυπτικών έργων. Και να που το φως αυτό, και το γήινο χώμα κάνουν το θαύμα τους, ενάντια σε κάθε ανθρώπινη γνώμη.

Η πρώτη εκείνη επαφή του λογικού του Χαλεπά με την ακατέργαστη ύλη, οδηγεί τον καλλιτέχνη σε αναμοχλεύσεις, που ξαναφέρνουν στη μνήμη του το χαμένο κόσμο των πόθων του και παραμερίζουν σιγά- σιγά κάθε μαύρο πέπλο της σκιαζομενης ικανότητας του να ποιεί με τόλμη. Και ποιεί πραγματικά τα πρώτα υπολογίσιμα μικρά του έργα κι ύστερα τα νεότερα, που είναι και στοιχεία της πιο σημαντικής του συμβολής στη νεοελληνική παράδοση της γλυπτικής μας.