Έφυγε από τη ζωή ο αγωνιστής της Αριστεράς Ν. Μπελογιάννης
Ο Νίκος πελογιάννης μεγάλωσε με τη Διδώ Σωτηρίου

Χθες πρωί πέθανε ύστερα από νοσηλεία σε μονάδα εντατικής θεραπείας, ο Νίκος Μπελογιάννης. Ήταν γιος του Νίκου Μπελογιάννη και της Έλλης Παππά. Γεννήθηκε στη φυλακή τον Αύγουστο του 1951, καθώς η μητέρα του ήταν πολιτική κρατουμένη.

Τον Μάρτιο του 1952, ο πατέρας του καταδικάστηκε από το στρατοδικείο και εκτελέστηκε, ενώ η μητέρα του αποφυλακίστηκε το 1964. Ο ίδιος μεγάλωσε στην οικογένεια της θείας του, Διδώς Σωτηρίου.

Ο Ν. Μπελογιάννης ήταν απόφοιτος της Σχολής Χημικών Μηχανικών του ΕΜΠ και εργάστηκε στα αναστηλωτικά έργα της Ακρόπολης και σε άλλες υπηρεσίες του υπουργείου Πολιτισμού. Επί πολλά χρόνια και μέχρι τη συνταξιοδότησή του, ήταν επικεφαλής του Κέντρου Λίθου (μονάδα του υπουργείου Πολιτισμού) και διέσχιζε ακάματος την Ελλάδα απ’ άκρου εις άκρον για να «θεραπεύει» μνημεία.

Συνεργάστηκε με την «Ελευθεροτυπία» και το Fragilemag, γράφοντας κείμενα που «έδεναν» την επικαιρότητα, ελληνική και διεθνή, με την Ιστορία, και στα οποία ξεχώριζαν η ευρυμάθεια, το χιούμορ, η ευφυΐα και ο ανθρωπισμός του. Παράλληλα, από την αυγή του 21ου αιώνα ασχολήθηκε με το έργο των γονιών του, καθώς και της θείας του, Διδώς Σωτηρίου, μέσω επανεκδόσεων, εκδόσεων, επιμελειών και εκδηλώσεων.

Ο ίδιος έγραψε τα βιβλία: «Σταλινισμός: Η τέταρτη μονοθεϊστική θρησκεία» (εκδόσεις ‘Αγρα, 2012, με την Αγγελική Κώττη) και «Αυτά λοιπόν τα νέα του Αλεξάνδρου. Στιγμιότυπα της μνημονιακής εποχής δεξιάς και αριστεράς» (Εκδόσεις ‘Αγρα, 2016). Με γραπτές οδηγίες, ανέθεσε στους φίλους του την αποτέφρωση της σορού του, ορίζοντας σαφώς πως δεν επιθυμεί να προηγηθεί ή να ακολουθήσει οποιαδήποτε τελετή.

Η ζωή με τη Διδώ Σωτηρίου

Μέναμε σε ένα παλιακό διαμέρισμα πολυκατοικίας του 1937 στην οδό Κοδριγκτώνος- το δώρισε η ίδια στην Εταιρεία Συγγραφέων που στεγάζεται εκεί. Θυμάμαι ένα ευήλιο, ευάερο σπίτι και την Διδώ, που μόνο υποχόνδρια δεν ήταν για τον εαυτό της, να είναι υπερπροστρατευτική μαζί μου.

Είχε και το Κόμμα από πάνω της να την ελέγχει αν με μεγαλώνει «σωστά». Με υπεραγαπούσε και από μια ηλικία και έπειτα με είχε συνέχεια μαζί της, σε κομματικές συναντήσεις και διεργασίες.

Εκεί κατάλαβα πόσο αγράμματα ήταν πολλά στελέχη του κόμματος, που ποτέ του δε συμπάθησε τους διανοούμενους- εσωκομματικά ο όρος «διανοούμενος» χρησιμοποιούνταν συχνά σαν κατηγορία, ήταν μονίμως ύποπτοι οι πνευματικοί, μορφωμένοι άνθρωποι για ροπή προς τον αστισμό…

Φοιτητής την περίοδο της Χούντας

Μαύρη μαυρίλα ήταν. Γεμάτα χαφιέδες τα πανεπιστήμια- κάποιοι ήταν μπάτσοι, άλλοι ήταν πιο «μυστικοί», φοιτητές που τους είχε προσλάβει η Ασφάλεια, τους ξέραμε βέβαια ποιοι ήταν. Αλλά γινόντουσαν ζυμώσεις, αντικαθεστωτικές, επαναστατικές, με αρχή την προσπάθεια το ‘71 να ξηλωθούν τα διορισμένα από τη Χούντα φοιτητικά συμβούλια και να γίνουν ελέυθερες εκλογές στα πανεπιστήμια.

Σε όλες τις Σχολές στις εκλογές του ‘72 έγινε νοθεία, εκτός από τη δική μας και τους Αρχιτέκτονες- σε εμάς ο καθηγητής Νίκος Κουμούτσος, ένας έντιμος και δημοκρατικός άνθρωπος, έκατσε σαν κέρβερος πάνω από την κάλπη και εμπόδιζε τους χαφιέδες να κάνουν τα δικά τους. Στις υπόλοιπες άδειαζαν οι χαφιέδες εν ψυχρώ την κάλπη και άλλαζαν τα ψηφοδέλτια.

Την πλήρωσε τη στάση του αυτή με φυλάκιση στο ΕΑΤ- ΕΣΑ… Προς το ’73 είχαμε αποκτήσει διασυνδέσεις με στελέχη του αντιδικτατορικού «Ρήγα Φεραίου», είχα πάθει κορεσμό από την πολιτική και αυτές οι αντιδικτατορικές ζυμώσεις μου άνοιξαν την όρεξη.

Θυμάμαι την περίοδο αυτή των (φοιτητικών) εκλογών που μου έλεγαν οι άλλοι να μείνω λίγο στα μετόπισθεν για να μην δώσουμε πάτημα στην Χούντα να μας καταγγείλει ως «κομμουνιστοκίνητους», το τήρησα, έμεινα μαζί τους αλλά δεν έβγαινα φάτσα φόρα. Αντί για «κόκκινο πανί» έγινα πρακτικογράφος».