Διονύσιος Σολωμός: Ο εθνικός μας ποιητής

Η ζωή του Διονυσίου Σολωμού, δεν υπήρξε μακρά σε διάρκεια, ούτε πλούσια σε γεγονότα. Το έργο του επίσης δεν είναι μεγάλο σε έκταση, και ορισμένα από τα ποιήματα του έμειναν μισοτελειωμένα ή αποσπασματικά. Ωστόσο η ποιότητα τους είναι υψηλή, και η συμβολή του Σολωμού στη διαμόρφωση της νεοελληνικής πνευματικότητας και της λογοτεχνικής μας γλώσσας πολύ μεγάλη.

Γεννήθηκε το 1798 στη Ζάκυνθο, ως εξώγαμο τέκνο του κόντε Νικολάου Σολωμού και της υπηρέτριας του Αγγελικής Νίκλη. Όπως σημειώνει ο Στυλιανός Αλεξίου στην εφημερίδα Η Καθημερινή, (Μαιος 1990) από τα 1834 έως τα 1838 τον απασχολεί μια δίκη. Αντίδικος είναι ο ετεροθαλής αδερφός του Ιωάννης Λεονταράκης που επιδίωκε να αναγνωριστεί ως νόμιμος μεταθανάτιος γιος του Νικολάου Σολωμού.

Ο Σολωμός κέρδισε τελικά η δίκη, αλλά η μακρά διαδικασία τον τραυμάτισε ψυχικά. Ο Σολωμός έζησε σε μοναξιά, επισημάνει ο Σ. Αλεξίου με τη συντροφιά λίγων διαλεκτών φίλων. Μπορούμε να φανταστούμε τις ατέλειωτες ώρες ρέμβης, ή σκέψης ή και πλήξης στο σπίτι, την έξοδο του για μοναχικούς περιπάτους, ή τις αραιές επισκέψεις του στα σαλόνια λίγων φιλικών σπιτιών.

Η ποιητική εξέλιξη του, ακολουθεί τα ρεύματα της εποχής. Από την κλασικίζουσα φάση, περνά στη ρομαντική, και με τη ελληνική επανάσταση, σε μια υψηλότερη τέχνη με στόχους εθνικούς και πολίτικους- κοινωνικούς. Γράφει τότε τον «Υμνον εις την Ελευεθιαν» και το ποίημα για το θάνατο του Byron.

Ο πρώτος Έλληνας που έγραψε κριτικό άρθρο για την ποίησή του Σολωμού, είναι ο Σπυρίδων Τρικούπης. Το άρθρο του επιγράφεται «Φιλολογία» και δημοσιεύτηκε με τα αρχικά Σ. Τ στη «Γενική Εφημερίδα της Ελλάδος » 21 Οκτωβρίου 1825. Ο Σπυρίδων Τρικούπης είναι εκείνος που το 1823 παρότρυνε το νεαρό Σολωμό στη Ζάκυνθο να γράφει τα ποιήματα του στα ελληνικά και όχι στα ιταλικά. Ως θέμα του ο Τρικουπης έχει τον «Ύμνο» που ειχε δημοσιευτεί τότε στο Μεσολόγγι. Κάνει μια σύντομη ανάλυση των πρώτων στροφών του ποιήματος και τελειώνει με το γενικό χαρακτηρισμό του έργου ως εξής : «Το γυμνασμένο εις την ποιησιν αυτί, ακούει εις αυτόν τον Υμνον, όλους τους τόνους της ποιήσεως, και η ποικιλία αυτή μαγεύει τόσον, ώστε θέλει να τον ακουση όλον δια μιας».

Ο Σολωμός, γράφει ο Ανδρέας Καραντωνης στο βιβλίο του, «Εισαγωγή στη νεότερη ποίηση» δεν είναι μονάχα μια ποιητική μεγαλοφυΐα, αλλά ο,τι βγαίνει σαν υπέρτατο άνθος από έναν κοινωνικό και πνευματικό πολιτισμό ευρωπαϊκής υφής, τον επτανησιακό, που δεν έχει τίποτα το κοινό με αυτό το «ψέμα, το παράλλαμα , το κλάμα» που ήταν η απολίτιστη και ναρκωμένη από τον λογιοτατισμό Ελλάδα των πρώτων μετεπαναστατικων δεκαετιών. Ήταν απόλυτα φυσικό, να λησμονηθεί ο Σολωμός από μια τέτοια Ελλάδα. Δεν τον έβλεπε, δεν το αισθανόταν, δεν τον άκουε. Δεν τον είχε ανάγκη, όπως ο εκ γενετής τυφλός είναι αναγκασμένος από τη τραγική του μοίρα να μην έχει ανάγκη τον ήλιο.

Γι΄αυτό, ένας ακόμα από τους μεγάλους τίτλους του δημοτικισμού, είναι ότι δεν ξανάδωσε μόνο στα πράγματα το ζωντανό τους νόημα, αλλά ξαναχάρισε στη Νέα Ελλάδα τον Σολωμό, το μεγάλο πάτερα και πρόδρομο της νεότερης πνευματικής μας ζωής. Κι αυτό, όπως είναι γνωστό, το χρωστάμε στον Κωστή Παλαμά, που επέβαλε εκ νέου τον Σολωμό στους νέους της εποχής του.

Ο θάνατος του Σολωμού, μας πληροφορεί ο Ιάκωβος Πολυλάς στα Προλεγόμενα του, αν και μη ανέλπιστος , εκαταθορυβησε ολην τη πόλη της Κέρκυρας. Καθαρή αντανάκλαση στάθηκε ενταφιασμός του εις τον οποίον παρευρέθηκε όλος ο κλήρος, πολυάριθμος λαός από τη τη πόλη και τα προάστια, και η εγχωρία μουσική . Δώδεκα νέοι αυτοκάλεστοι, άλλοι εγκάρδιοι φίλοι του, άλλοι απλώς γνώριμοι του, εβαστουσαν, διαδεχόμενοι την πολυστέναχτη τιμή, το φέρετρο, κι εκρατουσαν τες πτέρυγες του μαύρου νεκρικού καλύμματος έξι σεβάσμιοι γέροντές εως το κοιμητήρι των ορθοδόξων. Η γενική σιγή, ενώ το ξόδι εδιαβανε τα πολυανθρωποτερα με της πόλης, και η σοβαρή λύπη εις όλα τα πρόσωπα έδειχναν ότι σ εκείνη τη στιγμή όλος ο λαός συνεπνεεν εις ένα μόνον θεάρετον αίσθημα και ότι, επιδεχτικος του πλέον υψηλού ενθουσιασμού, επροσκυνουσε το μεγαλειον του νοος και της αρετής.