Η εφημερίδα "ΠΑΤΡΙΣ" κλείνει 80 χρόνια ενημέρωσης και ιστορίας, 1946-2026

Δημήτρης (Jim) Γιγουρτσής: “Σπούδασα χρηματοοικονομικά αλλά ένα πορτρέτο μου άλλαξε τη ζωή” – Ένας ζωγράφος από το Ηράκλειο μεγαλουργεί στις ΗΠΑ
Ο Δημήτρης Γιγουρτσής επί τω έργω Από την έκθεση

Μεγάλωσε στον Μασταμπά, πήγε γυμνάσιο και λύκειο στο Καπετανάκειο και έφυγε το 1977 για να σπουδάσει στην Αγγλία, ακολουθώντας μια διαδρομή που τον οδήγησε στην πληροφορική και για πολλά χρόνια στον χώρο της τεχνολογίας.

Η ζωγραφική, όμως, που τον συνόδευε από τα παιδικά του χρόνια, επέστρεψε δυναμικά στη ζωή του και τελικά έγινε το επάγγελμά του. Σήμερα, ο Δημήτριος (Jim) Γιγουρτσής ζει και εργάζεται στη Φλόριντα, με έργα που εκτίθενται στις Ηνωμένες Πολιτείες και βρίσκονται σε ιδιωτικές και δημόσιες συλλογές σε πολλές χώρες. Τώρα παρουσιάζει δέκα τρίπτυχα στην έκθεση “Materiality”, μαζί με τον κεραμίστα Mike Cannata, στην Gamble Family Gallery, στο Dunedin Fine Art Center, έως τις 16 Αυγούστου 2026.

«Μεγάλωσα στον Μασταμπά, λέει μιλώντας στην «Π», στο Ηράκλειο, και πήγα στο Καπετανάκειο για το γυμνάσιο και το λύκειο. Ο πατέρας μου δούλευε στον Δήμο. Η μητέρα μου ήταν στο σπίτι και κρατούσε το νοικοκυριό. Η ζωή ήταν καλή. Παίζαμε πολύ, και τα αυτοκίνητα ήταν λίγα, οπότε ήταν ασφαλές να πηγαίνω μέχρι το κέντρο με το ποδήλατο μόνος μου.

Οι παππούδες μου ζούσαν στην οδό Αφέρωφ και τους επισκεπτόμουν συχνά. Όλη η οικογένεια μαζευόταν κάθε λίγες Κυριακές στο σπίτι των παππούδων μου για ένα μεγάλο τραπέζι, που το μαγείρευε πάντα ο φούρναρης της γειτονιάς».

Στην Αγγλία, η «φλόγα» της ζωγραφικής άναψε και πάλι, όμως ο χρόνος επέτρεπε την ενασχόληση του μόνο τα Σαββατοκύριακα. Μέχρι που ένας φίλος τού ζήτησε μια παραγγελία για πορτρέτο. «Η μία παραγγελία έφερε την άλλη -θυμάται- και δεν έχω σταματήσει να ζωγραφίζω από τότε. Άφησα τη δουλειά μου το 2016, έγινα ζωγράφος με πλήρη απασχόληση και μετακομίσαμε στη Φλόριντα».

Ο Γιγουρτσής ζωγραφίζει με λάδι σε καμβά, πάντα σε τρίπτυχα ή μεμονωμένες μελέτες. Το έργο του δεν απεικονίζει πώς μοιάζει ο πόνος, αλλά πώς είναι να ζεις με αυτόν. Από κοντά, το χρώμα είναι παχύ και απόλυτο, χωρίς να ζητά συγχώρεση. Από απόσταση, η φιγούρα γίνεται καθαρή, μόνο για να διαλυθεί ξανά στην επιφάνεια.

«Τα χρόνια μακριά από την πατρίδα -τονίζει για τα θέματα που επιλέγει- με έκαναν πιο ευαίσθητο στα συναισθήματα των άλλων. Δεν με ενδιαφέρει πώς φαίνεται ο πόνος. Με ενδιαφέρει πώς είναι να ζεις μαζί του.

Ζωγραφίζω χωρίς να ξέρω το αποτέλεσμα. Δουλεύω τη μπογιά μέχρι η εικόνα να με χτυπήσει, πριν προλάβω να σκεφτώ τι βλέπω. Αυτή η στιγμή είναι το μέτρο μου, και θέλω να είναι και του θεατή. Δεν ζωγραφίζω μια απεικόνιση του πόνου, ζωγραφίζω αυτό που αφήνει πίσω του».

Με αφορμή τη συμμετοχή του στην έκθεση “Materiality” στο Dunedin Fine Art Center, μιλά για τα παιδικά του χρόνια στην Κρήτη, τη διαδρομή που τον οδήγησε στην τέχνη, τη ζωή μακριά από την Ελλάδα και όσα εξακολουθούν να τον συνδέουν με τον τόπο όπου μεγάλωσε.

«Μεγάλωσα στον Μασταμπά, ο πατέρας μου δούλευε στον Δήμο, η μητέρα μου ήταν στο σπίτι»

«Όλη η οικογένεια μαζευόταν κάθε λίγες Κυριακές στο σπίτι των παππούδων μου στην οδό Αφέρωφ»

 Πώς ήταν τα χρόνια σας στο Ηράκλειο;
Μεγάλωσα στον Μασταμπά, στο Ηράκλειο, και πήγα στο Καπετανάκειο για το γυμνάσιο και το λύκειο. Ο πατέρας μου δούλευε στον Δήμο. Η μητέρα μου ήταν στο σπίτι και κρατούσε το νοικοκυριό. Η ζωή ήταν καλή. Παίζαμε πολύ, και τα αυτοκίνητα ήταν λίγα, οπότε ήταν ασφαλές να πηγαίνω μέχρι το κέντρο με το ποδήλατο μόνος μου.

Οι παππούδες μου ζούσαν στην οδό Αφέρωφ και τους επισκεπτόμουν συχνά. Όλη η οικογένεια μαζευόταν κάθε λίγες Κυριακές στο σπίτι των παππούδων μου για ένα μεγάλο τραπέζι, που το μαγείρευε πάντα ο φούρναρης της γειτονιάς. Μια από τις πιο όμορφες στιγμές ήταν να βλέπω ταινίες στον Θερινό Κινηματογράφο “Αβέρωφ” από την ταράτσα του σπιτιού των παππούδων μου.

Απλά καθόμουν εκεί πάνω και έβλεπα. Ο ήχος δεν ακουγόταν πολύ καλά, αλλά όλες οι ξένες ταινίες είχαν υπότιτλους, οπότε δεν με ένοιαζε. Ο θείος μου με πήγαινε βόλτες στην Πλατεία Ελευθερίας, και κάποιες φορές καθόμασταν για ένα υποβρύχιο».

Πώς καταλάβατε ότι η ζωγραφική είναι το δικό σας μονοπάτι στη ζωή;
«Αγαπούσα το σχέδιο και τη ζωγραφική από μικρός. Πήγα στην Αγγλία για σπουδές και δουλειά στην Τεχνολογία Χρηματοοικονομικών Υπηρεσιών, έναν εντελώς διαφορετικό τομέα. Κάτι άναψε ξανά αυτή τη “φλόγα” μέσα μου, και ξανάπιασα τη ζωγραφική γύρω στο 2008. Ζωγράφιζα μερικώς στην αρχή, κυρίως τα Σαββατοκύριακα.

Μετά ένας φίλος μού ζήτησε μια παραγγελία για πορτρέτο. Η μία παραγγελία έφερε την άλλη και δεν έχω σταματήσει να ζωγραφίζω από τότε. Άφησα τη δουλειά μου το 2016, έγινα ζωγράφος με πλήρη απασχόληση και μετακομίσαμε στη Φλόριντα».

Γιατί και πότε αποφασίσατε να φύγετε στο εξωτερικό;
«Έφυγα από την Ελλάδα το 1977 για να σπουδάσω στην Αγγλία. Ήθελα να σπουδάσω αεροναυπηγική, έναν τομέα που δεν υπήρχε τότε στην Ελλάδα. Συνδύαζε τη φυσική μου περιέργεια με το ταλέντο μου στο σχέδιο. Όταν έφτασα, οι υπολογιστές ήταν ακόμα στα πρώτα τους βήματα, και με κέρδισαν αμέσως. Άλλαξα κατεύθυνση και τελικά σπούδασα πληροφορική».

«Τα χρόνια μακριά από την πατρίδα με έκαναν πιο ευαίσθητο στα συναισθήματα των άλλων»

Το έργο σας δεν απεικονίζει πώς μοιάζει ο πόνος, αλλά πώς είναι να ζεις με αυτόν. Γιατί αποφασίσατε να ασχοληθείτε με αυτό το θέμα;
«Τα χρόνια μακριά από την πατρίδα με έκαναν πιο ευαίσθητο στα συναισθήματα των άλλων. Δεν με ενδιαφέρει πώς φαίνεται ο πόνος. Με ενδιαφέρει πώς είναι να ζεις μαζί του. Ζωγραφίζω χωρίς να ξέρω το αποτέλεσμα. Δουλεύω τη μπογιά μέχρι η εικόνα να με χτυπήσει, πριν προλάβω να σκεφτώ τι βλέπω. Αυτή η στιγμή είναι το μέτρο μου, και θέλω να είναι και του θεατή. Δεν ζωγραφίζω μια απεικόνιση του πόνου, ζωγραφίζω αυτό που αφήνει πίσω του».

Ποιες είναι οι διαφορές της Ελλάδας με το εξωτερικό;
«Στο εξωτερικό, ο ρυθμός της ζωής είναι πιο γρήγορος, πιο ακριβής, πιο ελεγχόμενος. Οι υπηρεσίες λειτουργούν καλύτερα. Στην Ευρώπη και στις Ηνωμένες Πολιτείες, η ισορροπία ανάμεσα στη δουλειά και τη ζωή γέρνει προς τη δουλειά. Στην Ελλάδα, γέρνει προς την άλλη πλευρά.

Αυτό που έχει η Ελλάδα και δεν το έχουν αυτοί οι τόποι είναι το φιλότιμο. Δεν υπάρχει αγγλική λέξη γι’ αυτό. Περπατώντας στους δρόμους της Ελλάδας, το νιώθεις: περηφάνια και ταπεινότητα μαζί, για την ιστορία που είναι σκαλισμένη στις πέτρες και για τους ανθρώπους που ήρθαν πριν από εσένα. Η λέξη δεν μεταφράζεται, γιατί το συναίσθημα δεν ταξιδεύει».

Επιστρέφετε συχνά στην Κρήτη;
«Σταματήσαμε για ένα διάστημα μετά το 2020, λόγω της πανδημίας. Τώρα επιστρέφουμε κάθε καλοκαίρι και περνάμε τουλάχιστον έναν μήνα στην Κρήτη. Η οικογένειά μου είναι ακόμα στο Ηράκλειο, ο αδερφός μου, ο Μανώλης, και η οικογένειά του, και όλα τα ξαδέρφια μας».

«Τα χρόνια μακριά από την πατρίδα με έκαναν πιο ευαίσθητο στα συναισθήματα των άλλων»

«Αυτό που έχει η Ελλάδα και δεν το έχουν αυτοί οι τόποι είναι το φιλότιμο. Δεν υπάρχει αγγλική λέξη γι’ αυτό».

«Το δικό μου Ηράκλειο»

Αν κάποιος ξένος σας ζητήσει να του συστήσετε το δικό σας Ηράκλειο, πού θα τον πηγαίνατε;
«Θα τους πήγαινα στα Λιοντάρια να δουν τα λιοντάρια, για μπουγάτσα και καφέ. Ελπίζω μια μέρα να δω το νερό να τρέχει ξανά από το συντριβάνι. Μετά στην παλιά αγορά, στην Κνωσό, και φυσικά στο Αρχαιολογικό Μουσείο. Στην Πλατεία Ελευθερίας, κάτω στο λιμάνι να δουν το ενετικό φρούριο Κούλες, τη Βασιλική του Αγίου Μάρκου, τον Άγιο Τίτο και τον Άγιο Μηνά.

Θα σταματούσαμε στον τάφο του Καζαντζάκη. Και θα καταλήγαμε σίγουρα στο εστιατόριο του αδερφού μου, του Μανώλη, το Καγιαbee, για αυθεντική κρητική κουζίνα και μερικά ποτήρια ρακί.