Η προικισμένη φύση του, γράφει ο Σωκράτης Καραντινός, η ιδιοφυΐα του τον έκανε να εισχωρεί στο βάθος των πραγμάτων και να αποκαλύπτει την αλήθεια τους, την αδιαμφισβήτητη. Εκείνο που εκπλήττει πάνω από όλα με τον Μολιέρο, είναι που όλο και περισσότερο διαπιστώνεις πως σε όλα τα πράγματα τα είδε σωστά. Είναι ίσως ο μόνος άνθρωπος που δε γελάστηκε σε τίποτα. Στον κύκλο της επιστήμης στέκεται στο επίπεδο των πιο σπουδαίων ερευνητών. Έτσι που οι γιατροί, οι πιο ονομαστοί και φημισμένοι, οι «γιατροί του βασιλέως» έδειχναν δισταγμούς για να δεχτούν τα επιστημονικά συμπέρασματα του Χάρβεϊ, πάνω στο θέμα της κυκλοφορίας του αίματος, αυτός, χωρίς κανένα δισταγμό, πήρε το μέρος του Χάρβεϊ… Και οι σχολιαστές πάνε να πιστέψουν πως ο Μολιέρος ειχε σπουδάσει γιατρός, όπως τον πιστεύαμε νομικό, μουσικό, φιλόσοφο. Γιατί ο κύκλος του Μολιέρου είναι πραγματικά αυτός. Ποιητής, φιλόσοφος , ιστορικός, Επιστήμονας, Μουσικός.
Ο Μολιέρος, είχε την φιλία σπουδαίων ανθρώπων του καιρού του, αλλά δοκίμασε και τον ύπουλο κατατρεγμό των δόλιων, ως κι ανάμεσα στον κύκλο των στενών συνεργατών του. Και υπέφερε πολύ το δράμα του ανθρώπου που δεν κέρδισε την σύντροφο της ζωής του. Η δροσερή δεκαεπτάχρονη Αρμάνδη, που την παντρεύτηκε ο Μολιέρος όταν ειχε πατήσει τα σαράντα, δεν στάθηκε ποτέ στο πλάι του. Δεν τον ένιωσε δεν τον αγάπησε, και δεν τον ακολούθησε στα ψηλά πετάγματα της αποστολής και του κόσμου του. Κοντά σε αυτά είχε και μια σοβαρά κλονισμένη υγεία.
«Ο κατά φαντασιαν ασθενής» είναι το τελευταίο του έργο. Η πρώτη παράσταση του δόθηκε στις 10 Φεβρουαρίου του 1673, δόθηκαν κοντά κοντα η δεύτερη και η τρίτη παράσταση, και βρισκόμαστε στις 17 Φεβρουαρίου, τη μέρα που θα δοθεί η τέταρτη παράσταση. Έχουμε μια σπουδαία περιγραφή των όσων συνέβησαν τη μέρα εκείνη, από ένα νεότερο μελετητή του έργου και τη ζωής του μεγάλου ποιητή της Γαλλίας του Bordonove. Το βιβλίο του κυκλοφόρησε στα 1967.
Μας διηγείται πως το απομεσήμερο νωρίς, στις 17 Φεβρουαρίου, ο Μολιερος αισθάνθηκε άσχημα. Κάλεσε κοντά του τη γυναίκα του Αρμανδη, και τον προστατευόμενο νέο ηθοποιό τον Michel Baron.
Η Αρμάνδη και ο Μισέλ Μπαρόν ήρθαν κοντά στον Μολιέρο. Εκείνος, όσο η κατάσταση του χειροτέρευε, προσπαθούσε να κρύψει τη σοβαρότητα της. Ήταν χλωμός σαν πτώμα. Τα γαλάζια μάτια του, λαμποκοπούσαν μέσα από τους μαύρους κύκλους της κούρασης του.
Τους είπε: Όσο η ζωή μου ήταν μοιρασμένη το ίδιο σε λύπες και χαρές, θεωρούσα τον εαυτό μου ευτυχισμένο. Τώρα όμως έχω λυγίσει από τη συσσώρευση πάνω μου τόσης λύπης, χωρίς να μπορώ να υπολογίσω σε μιας στιγμής ικανοποίηση και τρυφερότητα, βλέπω πως πρέπει πια να εγκαταλείψω το παιχνίδι. Δεν μπορώ να αντέξω άλλο χωρίς μιας στιγμής ανάπαυλα. Σταματάει για λίγο και ύστερα συμπληρώνει: Όμως ένας άνθρωπος υποφέρει πριν πεθάνει. Αισθάνομαι καλά ότι τελειώνω.
Τον εξορκίζουν να μην παίξει εκείνη τη μέρα. Τι θέλετε να κάνω τους απαντάει. Είναι πενήντα φτωχοί εργάτες του θεάτρου, που δεν έχουν άλλο από το μεροκάματο. Τι θα κάνουν αυτοί αν δεν παίξουμε; Θα αιτιώμαι τον εαυτό μου που αμέλησα να τους δώσω ψωμί και μια μόνο μέρα ακόμα που το μπορούσα. Και πήρε την απόφαση να παίξει. Μόνο, κάλεσε τους ηθοποιούς του και τους παράγγειλε να αρχίσουν την παράσταση μιαν ώρα νωρίτερα, αλλιώς φοβόταν πως δε θα τα βγάλει πέρα και θα αναγκαστούν να εξαργυρώσουν τα εισιτήρια. Η παράσταση άρχισε στις 4 το απόγευμα. Η αλλαγή της ώρας έκαμε να μην έχουν μεγάλο κοινό, που θα είχε αλλιώς. Οι τρεις χτύποι στο πάτωμα της σκηνής ακούστηκαν. Η αυλαία άνοιξε. Όλοι φοβόντουσαν πως ο Μολιέρος δεν θα τα βγάλει πέρα. Και γίνεται το θαύμα. Ο αληθινός άρρωστος κυριεύεται από το δαίμονα της σκηνής και όλος δύναμη και λάμψη αρχίζει τον περίφημο εκείνο μονόλογο με τον οποίον ανοίγει τι έργο. Οι ηθοποιοί παίρνουν κουράγιο. Όμως για μια στιγμή ο βήχας πνίγει τον Μολιέρο. Μα με την επιδεξιότητα του μεγάλου ηθοποιού τον κρύβει. Η παράσταση τελειώνει θριαμβικά και ο Μολιέρος μεταφέρεται στο καμαρίνι του Μπαρόν. Είναι κάθιδρος και ο ιδρώτας παγωμένος πάνω του.- Πως πήγε η παράσταση ρωτάει. – Θαυμάσια του απαντάνε. Τον μεταφέρουν στο διαμέρισμα του στο Παρίσι. Στο φως του κεριού, βλέπει το αίμα στο μαντήλι του και λέει: Ιδού η αλλαγή. Η Αρμάνδη είναι απούσα. Ποιος ξέρει θα δέχεται ακόμη τα συγχαρητήρια και τις φιλοφρονήσεις των θαυμαστών της. Δυο καλόγριες τον παραστέκουν, έχει ζητήσει ιερέα. Μα αυτός δεν έρχεται σε αυτόν που …διέσυρε τη θρησκεία. Ωστόσο, μεταπείθεται. Και φτάνει την ώρα που φτάνει με κλάματα και η Αριάδνη, αλλά ο Μολιέρος έχει πια παραδοθεί στην αιωνιότητα.
