21 χρόνια χωρίς τον «Ανταίο» των κρητικών γραμμάτων

Είκοσι ένα χρόνια συμπληρώνονται αύριο, 11 του Φλεβάρη, όταν το 2005 έφυγε για την αιωνιότητα, σε ηλικία 100 ετών, ο Κωστής Φραγκούλης-«Ανταίος», ο γνωστός καταξιωμένος και πολυβραβευμένος λογοτέχνης και δημοσιογράφος.

Γεννήθηκε στη Λάστρο Σητείας, 7 Νοεμβρίου 1905 και πέθανε στο Ηράκλειο, 11 Φεβρουαρίου 2005.

Στα 100 ακριβώς χρόνια της ζωής του προσέφερε τα μέγιστα στα κρητικά γράμματα, γιατί -όπως είχε πει ο Νίκος Ψιλάκης- ο Κωστής Φραγκούλης κατάφερε να παίζει με τη ζωή και με τις λέξεις, με την ομορφιά και με τον έρωτα, κατάφερε να διατηρήσει μέσα στην ψυχή του ένα κομμάτι της κοινής κληρονομιάς μας, μια Κρήτη ατόφια κι αμάλαγη, καθαρμένη από κάθε τι περιττό κι ανούσιο κι άσχημο, και στο τέλος να μας πει αφοπλιστικά πώς άφησε κληρονόμους του τα πουλιά, για να τραγουδούν εκείνα την Κρήτη που έχει εντός του.

Όπως σημειώνει ο Ηρακλής Καλλέργης: «Ο Φραγκούλης αποτελεί μια από τις σπάνιες περιπτώσεις στα κρητικά γράμματα. Χωρίς σπουδαία εφόδια “σχολικής παιδείας” πέτυχε, με συνεχή μελέτη και προσπάθεια, να αξιοποιήσει τις έμφυτες ικανότητές του: την ευφυΐα, τη συνδυαστική φαντασία και την αναμφισβήτητη ευαισθησία, που τον κάνει να γίνεται ηχηρό όργανο όλων των συγκινήσεων της ζωής· κατορθώνει πάντα να λέει κάτι πρωτότυπο και αναρριπίζει διαρκώς το ενδιαφέρον μας…

Η πνευματική του νεότης τού επέτρεψε να εισέλθει (δικαιωματικά) “εις των ιδεών την πόλιν”, να επιβληθεί δηλαδή στη συνείδηση όλων μας σαν ένας αξιόλογος πνευματικός άνθρωπος».

Υπογράφοντας τα «Δίφορα»

(…)

Έγραφε με το ψευδώνυμο «Ανταίος» καθημερινά και για 35 συνεχή έτη τη στήλη του χρονογραφήματος «Λόγοι και αντίλογοι» στην τοπική εφημερίδα του Ηρακλείου «Πατρίς». Από το 1985 και για περίπου δυο δεκαετίες, επιμελούταν και παρουσίαζε ραδιοφωνικές εκπομπές με τον τίτλο Κρητικοί Αντίλαλοι, που μεταδίδονταν δύο φορές την εβδομάδα αρχικά από την τοπική ΕΡΤ και αργότερα από το Ράδιο Κρήτη.

Όλα τα βιβλία του τα στοιχειοθέτησε και τα εκτύπωσε ο ίδιος. Πολλές μαντινάδες και ποιήματά του δημοσιεύτηκαν σε εφημερίδες και περιοδικά ή μεταδόθηκαν από τις ραδιοφωνικές εκπομπές του.

Το έργο του γνώρισε εξαιρετική επιτυχία στο κοινό του Ηρακλείου και γενικότερα της Κρήτης, αλλά και την εκτίμηση λογίων, όπως ο Μενέλαος Παρλαμάς, ο Στυλιανός Αλεξίου, ο Θεοχάρης Δετοράκης και ο Νίκος Μαμαγκάκης.

Κορυφαίο έργο του είναι τα «Δίφορα», μια δίτομη συλλογή ποιημάτων σε ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους ανομοιοκατάληκτους στίχους, γραμμένους στην κρητική διάλεκτο. Το έργο αυτό θεωρείται από πολλούς εφάμιλλο του Ερωτόκριτου του Κορνάρου.

Το μεγάλο του και βραβευμένο έργο «Τα Δίφορα»

Για τα «Δίφορα», ο Φραγκούλης τιμήθηκε το 1990 με το Βραβείο «Σωτηρίου Ματράγκα» από την Ακαδημία Αθηνών. Στίχους από τα «Δίφορα» μελοποίησε και τραγούδησε ο σπουδαίος καλλιτέχνης της κρητικής παραδοσιακής μουσικής, Κώστας Μουντάκης.

Ο αγαπημένος του φίλος, ο λόγιος φαρμακοποιός Γιάννης Χλουβεράκης, θυμάται και γράφει:

«Τύχη αγαθή, ο Κωστής Φραγκούλης επί μισό αιώνα ήταν αχώριστος φίλος μου. Κάθε πρωί ερχόταν στο φαρμακείο μου, με το αυγό της ημέρας: μια μαντινιάδα.

Μια ρίμα κάθε ταχινή έχω γι’ αντίντερό μου

κι αν δεν την πω, σα να ξεχνώ να κάμω το σταυρό μου.

Μέρα που δεν ακούγεται στην Κρήτη μαντινιάδα

συννεφιασμένη φαίνεται κι ας είναι και λιακάδα.

Στο φαρμακείο μου μαζευόντουσαν σχεδόν κάθε μέρα σημαντικά ονόματα της πνευματικής ζωής του τόπου -Μουρέλλος, Σπανάκης, Σταυρινίδης, Πλατάκης, Παρλαμάς, Γιανναδάκης, Αλεξίου κ.ά.

Ώσπου νάρθει ο Φραγκούλης, τ’ όνομά του έπαιρνε κι έδινε. Ήταν περιζήτητος στην παρέα, πρόσχαρος, ευφυολόγος και χωρατατζής. Όλοι μαζί σχολιάζαμε την επικαιρότητα και παίρναμε μια δόση αρκετού γέλιου.

Γευόσουν τον στίχο του, σαν μέλι, σαν σταρένιο ψωμί, σαν «δώρημα τέλειον». Στιχουργούσε με την ευκολία που ανέπνεε και λέει:

Στη νοσοκόμα:

Εφτά γιατροί βασιλικοί καθηγητές μεγάλοι,

μου ‘δώκαν παραπεμπτικό για τη δική σου αγκάλη.

Και συνταγή μου δώσανε να σ’ έχω νοσοκόμα

κι αντί να πίνω φάρμακα να σε φιλιώ στο στόμα».

(…)

«Ο μόνος που κατέχει τα μυστικά του κρητικού ιδιώματος, συνεχιστής της μεγάλης κρητικής παράδοσης του λόγου και του στίχου· βαθύ και γνήσιο αίσθημα, σωστή σκέψη και κρίση, εκφραστική ακρίβεια και λιτότητα (που δένει με τη σπάνια αλλά όχι βεβιασμένη έκφραση), όλα αυτά υπάρχουν στα κρητικά ποιήματα του Φραγκούλη (…)», τονίζει ο Στέλιος Αλεξίου· ενώ η Τατιάνα Μιλλιέξ (…) εισηγήτρια του Υπουργείου Πολιτισμού, για την απονομή της τιμητικής σύνταξης (το 1988) σημειώνει: «Είναι τόση η γοητεία που αποπνέει ο ρυθμός, ο γλωσσικός πλούτος και οι ζωγραφιές, που ο αναγνώστης έχει την εντύπωση ότι διαβάζει κάποιο απόσπασμα του Ερωτόκριτου.(…)».(4)

Παραλαμβάνοντας το βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών

«Αυτός για το συμφέρον του τα κουλαντρίζει όλα,

φιλιά και με τον καντηφέ, φιλιά και με τη βιόλα.

Μια μαντινιάδα ήκουσα να λένε στο ντουκιάνι,

άλλα ο δούλος μελετά κι άλλα ο αφέντης κάνει».

Με το στόμα του Φραγκούλη μιλάει ο στειακός λαός, ο κρητικός λαός.

«Ο λόγος του Κωστή Φραγκούλη -συνεχίζει ο Γιάννης Χλουβεράκης- βγαίνει μέσα από την παράδοση και τις ρίζες της γλώσσας και καρποφορεί σε γόνιμη γη.

Ο Φραγκούλης παραμένει αιώνιος νοσταλγός μιας μακρινής και αόριστης ποθητής ευτυχίας, όλου εκείνου του κόσμου που δέθηκε με τα παιδικά του χρόνια κι έμεινε στη σκέψη του σαν παραμύθι:

Διψούν οι κάμποι για νερό και τα βουνά για χιόνια

κι εγώ τα περασμένα μου, ε, τα παντέρμα χρόνια!

Όπως τ’ αλάτσι στο φαί ετσά ‘ναι οι αναμνήσεις

μ’ αυτές αρτείς το σήμερο για να το νοστιμίσεις».

Με λυρικότητα νοσταλγική και παραστατικότητα απαράμιλλη, περιγράφει τα τοπία της πατρίδας του, τα ήθη και τα έθιμα, τους ανθρώπους, ενώ πολλά σημεία είναι αυτοχαρακτηρισμοί.

Άλλο ένα βραβείο από τον τότε δήμαρχο, κ. Κληρονόμο

Ο Φραγκούλης ήταν περιζήτητος στην παρέα, ως καλόκαρδος συμποσιαστής και καλοφαγάς -από τον καιρό που υπηρέτησε στον στρατό, ως βοηθός σιτιστού και γραφέας της ημερήσιας διαταγής, γιατί «καλλιγράφος μεν ουδενός ήττων, επιμελεία δε πάντας υπερβάλλων».

Συχνά τιμήσαμε μαζί εκλεκτά εδέσματα σε δεξιώσεις και ξένα σπίτια, ακολουθώντας τη συμβουλή του Χρύσιππου στους «Δειπνοσοφιστές» του Αθήναιου: «απλήρωτο μεθύσι ποτέ σου μη περιφρονείς…».

Βέβαια, όπως οι «Δειπνοσοφιστές», ο Φραγκούλης -ως «συμβολή» στη δαπάνη του συμποσίου- έβγαζε χειρόγραφα από την τσέπη του και μας επιτροφοδοτούσε με χωρατάδες και ρίμες σατιρικές.

Οι ώρες έφευγαν γρήγορα στο φαρμακείο μου, στους περιπάτους, στις εκδρομές και τα φιλικά γεύματα με τους Πλατάκη, Σταυρινίδη, Σπανάκη, Τσεβά, με το αδιάπτωτο κέφι και τα πειράγματα.

Ιδιαίτερα ανήμερα της ονομαστικής εορτής του Λευτέρη Πλατάκη, στο Σίσι, με την ευχετήρια πρόσρηση του Θεοχάρη Δετοράκη και τον σατιρικό στίχο του Φραγκούλη.

Αξέχαστες παραμένουν οι παρέες με τους Μενέλαο Παρλαμά, Νίκο Γιανναδάκη, Γιάννη Τσαμπαρλάκη, Κώστα Προχεράρη, Λάμπη Γιαμαλάκη, Μανούσο Παναγιωτάκη και τους επιζώντες Ανδρέα Ανηψητάκη, Νίκο Πετράκη, Μανόλη Μιαουδάκη, Γιάννη Μπουρμπουράκη, καθώς και οι ποιητικές περιγραφές των εξορμήσεων στη θρυλική Μονοκαρά:

«Στις πρασινάδες του βουνού στον καθαρό αέρα

όλοι να ξανακλέψομε του Χάρου μιαν ημέρα.

Και τσ’ έγνοιες μας ν’ αφήσουμε και τσι πονοκεφάλους

σαν το φιδοποκάμισο απάνω στσι τροχάλους.

Εις του Ζερβάκη το γνωστό του Νίκου το μετόχι

παντ’ ανοιχτό και πρόσχαρο κι η τάβλα του στρωμένη.

Με τα ελέη του Θεού παντοτινά γεμάτο

ζεστό κονάκι τση φιλιάς και τσ’ αρχοντιάς πρωτάτο».