Πώς καταλήγουμε να τρώμε μικροπλαστικά μέσα από φρούτα και λαχανικά

Η πλαστική ρύπανση έχει εξελιχθεί σε μία από τις πιο χαρακτηριστικές συνέπειες του σύγχρονου τρόπου ζωής. Τα μικροπλαστικά εντοπίζονται πλέον παντού. Στον πάγο της Ανταρκτικής, στα βάθη των ωκεανών, στο πόσιμο νερό, σε απομακρυσμένες παραλίες αλλά και στα επιφανειακά ύδατα παγκοσμίως. Σύμφωνα με μελέτη, περίπου 24,4 τρισεκατομμύρια θραύσματα μικροπλαστικών επιπλέουν στα ανώτερα στρώματα των ωκεανών.

Ωστόσο, τα μικροπλαστικά δεν περιορίζονται στο νερό. Έχουν διεισδύσει και στα εδάφη, με αποτέλεσμα να καταλήγουν τελικά και στα τρόφιμα. Οι ερευνητές προειδοποιούν ότι ενδέχεται να καταναλώνουμε μικροσκοπικά σωματίδια πλαστικού σχεδόν σε κάθε γεύμα.

Η λυματολάσπη ως βασική πηγή επιβάρυνσης

Το 2022, ανάλυση της Environmental Working Group στις ΗΠΑ διαπίστωσε ότι σχεδόν 20 εκατομμύρια στρέμματα αγροτικής γης έχουν μολυνθεί με PFAS – τις λεγόμενες «αιώνιες χημικές ουσίες» – οι οποίες συναντώνται συχνά σε πλαστικά προϊόντα και δεν διασπώνται εύκολα στο περιβάλλον.

Η λυματολάσπη, υποπροϊόν της επεξεργασίας αστικών λυμάτων, χρησιμοποιείται ευρέως ως οργανικό λίπασμα λόγω του χαμηλού κόστους διάθεσης και της υψηλής περιεκτικότητάς της σε θρεπτικά συστατικά. Στην Ευρώπη παράγονται ετησίως 8–10 εκατομμύρια τόνοι λυματολάσπης και περίπου το 40% διασπείρεται σε γεωργικές εκτάσεις.

Σύμφωνα με έρευνα του Πανεπιστημίου του Κάρντιφ, η ευρωπαϊκή αγροτική γη ενδέχεται να αποτελεί το μεγαλύτερο παγκόσμιο αποθετήριο μικροπλαστικών. Υπολογίζεται ότι κάθε χρόνο καταλήγουν στα χωράφια 31.000 έως 42.000 τόνοι μικροπλαστικών, δηλαδή 86 έως 710 τρισεκατομμύρια σωματίδια.

Σε μία μονάδα επεξεργασίας λυμάτων στη νότια Ουαλία, οι επιστήμονες εντόπισαν έως και 650 εκατομμύρια σωματίδια μικροπλαστικών ημερησίως να εισέρχονται στο σύστημα, τα οποία κατέληγαν στη λυματολάσπη και όχι στο καθαρισμένο νερό. Τα μικροπλαστικά αντιστοιχούσαν περίπου στο 1% του συνολικού βάρους της λάσπης.

Η συγκέντρωση μικροπλαστικών στα ευρωπαϊκά εδάφη είναι συγκρίσιμη με εκείνη των επιφανειακών υδάτων των ωκεανών. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι ποσότητες κυμαίνονται μεταξύ 500 και 1.000 σωματιδίων ανά έτος ανά μονάδα επιφάνειας.

Παραμονή στο έδαφος και διασπορά

Μελέτη του Πανεπιστημίου Philipps-Marburg εντόπισε μικροπλαστικά σε βάθος έως 90 εκατοστών σε χωράφια όπου είχε εφαρμοστεί λυματολάσπη 34 χρόνια νωρίτερα. Το όργωμα διευκόλυνε τη διασπορά τους και σε γειτονικές περιοχές.

Τα μικροπλαστικά μεταφέρονται επίσης στα υδάτινα οικοσυστήματα μέσω της απορροής, καθώς η βροχή παρασύρει τα ανώτερα στρώματα του εδάφους σε ποτάμια και υπόγεια ύδατα. Καναδική μελέτη κατέγραψε ότι το 99% των μικροπλαστικών μετακινήθηκε τελικά σε υδάτινα περιβάλλοντα.

Διείσδυση στις καλλιέργειες

Τα μικροπλαστικά μπορούν να επιβαρύνουν άμεσα τις καλλιέργειες. Μελέτη του 2020 στην Κατάνια της Σικελίας εντόπισε μικροπλαστικά και νανοπλαστικά σε φρούτα και λαχανικά που πωλούνταν σε σούπερ μάρκετ. Τα μήλα παρουσίασαν τη μεγαλύτερη επιβάρυνση μεταξύ των φρούτων, ενώ τα καρότα είχαν τα υψηλότερα επίπεδα μεταξύ των λαχανικών.

Έρευνες του Πανεπιστημίου του Λέιντεν δείχνουν ότι οι καλλιέργειες απορροφούν κυρίως τα μικρότερα νανοσωματίδια (1–100 nm) μέσω μικροσκοπικών ρωγμών στις ρίζες. Τα περισσότερα σωματίδια παραμένουν στις ρίζες, ενώ λιγότερο από 1% φτάνει στα φύλλα. Αυτό σημαίνει ότι τα ριζώδη λαχανικά ενδέχεται να παρουσιάζουν μεγαλύτερο κίνδυνο κατανάλωσης μικροπλαστικών.

Αν και μέχρι στιγμής δεν παρατηρήθηκε άμεση επιβράδυνση της ανάπτυξης των καλλιεργειών, οι επιστήμονες προειδοποιούν ότι η σταδιακή αποσύνθεση μεγαλύτερων μικροπλαστικών σε νανοσωματίδια μπορεί να αυξήσει τη διαθεσιμότητά τους για απορρόφηση.

Επιπτώσεις στην υγεία

Η επίδραση των μικροπλαστικών στην ανθρώπινη υγεία δεν έχει πλήρως αποσαφηνιστεί. Ωστόσο, έρευνα του Πανεπιστημίου του Χαλ εξέτασε 17 μελέτες και διαπίστωσε ότι τα επίπεδα μικροπλαστικών που καταναλώνονται μέσω νερού και τροφίμων πλησιάζουν εκείνα που σε εργαστηριακές δοκιμές προκαλούν κυτταρικές βλάβες.

Οι χημικές ουσίες που χρησιμοποιούνται στην παραγωγή πλαστικών έχουν συνδεθεί με διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος, καρκίνο, καρδιοπάθειες και προβλήματα στην ανάπτυξη του εμβρύου. Τα μικροπλαστικά ενδέχεται να προκαλούν οξειδωτικό στρες, αλλεργικές αντιδράσεις και βλάβες στα κυτταρικά τοιχώματα.

Διλήμματα και απαγορεύσεις

Ορισμένες χώρες έχουν ήδη απαγορεύσει τη χρήση λυματολάσπης ως λιπάσματος. Η Ολλανδία το έπραξε το 1995, η Ελβετία το 2003, ενώ η πολιτεία Μέιν στις ΗΠΑ προχώρησε σε απαγόρευση το 2022 λόγω υψηλών επιπέδων PFAS σε έδαφος, καλλιέργειες και αίμα αγροτών.

Παρά ταύτα, ειδικοί επισημαίνουν ότι μια καθολική απαγόρευση ίσως οδηγήσει σε αυξημένη χρήση συνθετικών λιπασμάτων από φυσικό αέριο, με νέες περιβαλλοντικές επιπτώσεις. Προτείνεται, μεταξύ άλλων, η καύση λυματολάσπης σε περιοχές υψηλής επιβάρυνσης ή η ανάκτηση λιπών και ελαίων πριν την ανάμειξη με τη λάσπη.

Οι επιστήμονες υπογραμμίζουν ότι απαιτείται περισσότερη έρευνα για την ακριβή ποσοτικοποίηση των μικροπλαστικών στα χωράφια και τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις τους.

«Τα μικροπλαστικά βρίσκονται στο μεταίχμιο από το να θεωρούνται απλώς ρύπος σε ρύπανση που απαιτεί ρυθμιστικό πλαίσιο», προειδοποιούν οι ερευνητές, σημειώνοντας ότι εάν αποδειχθούν σαφείς αρνητικές επιπτώσεις, θα χρειαστούν νέες νομοθετικές παρεμβάσεις.

protothema.gr