Νέα έρευνα: Σοβαρές περιβαλλοντικές και υγειονομικές επιπτώσεις από την εξόρυξη κρίσιμων ορυκτών

Τα κρίσιμα ορυκτά, όπως το λίθιο και το κοβάλτιο, αποτελούν αναπόσπαστο στοιχείο για τις «πράσινες» ενεργειακές μεταβάσεις και την τεχνολογική ανάπτυξη, ωστόσο η εξόρυξή τους προκαλεί σοβαρές, αλλά σε μεγάλο βαθμό αόρατες περιβαλλοντικές και υγειονομικές κρίσεις, όπως προειδοποιεί νέα έκθεση του Ινστιτούτου Νερού, Περιβάλλοντος και Υγείας του Πανεπιστημίου των Ηνωμένων Εθνών (UNU-INWEH).

Η έρευνα διαπιστώνει ότι συστημικές παγκόσμιες αποτυχίες έχουν ως αποτέλεσμα το κόστος της εξόρυξης κρίσιμων ορυκτών να επιβαρύνει δυσανάλογα ορισμένες από τις πιο ευάλωτες κοινότητες του κόσμου, ενώ τα οφέλη συσσωρεύονται αλλού, με τη μορφή ηλεκτρικών οχημάτων, συστημάτων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και υποδομών τεχνητής νοημοσύνης.

Η έκθεση δεν αμφισβητεί την ανάγκη για καθαρές ενεργειακές λύσεις ή για την ψηφιακή υποδομή που τις στηρίζει. Αντίθετα, θέτει το ερώτημα ποιος πληρώνει και ποιος ωφελείται από την πρόοδο της ανθρωπότητας σε αυτούς τους τομείς. «Δεν μπορείς να αποκαλείς μια μετάβαση πράσινη, βιώσιμη και δίκαιη, αν απλώς μεταφέρει τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις από τους πλούσιους στους φτωχούς και από μια ομάδα ανθρώπων ή περιοχή σε μια άλλη», τονίζει ο διευθυντής του UNU-INWEH, Κάβε Μαντάνι, επικεφαλής της ερευνητικής ομάδας. Ο ίδιος προσθέτει ότι «ο κόσμος σπεύδει να χτίσει ένα μέλλον με καθαρότερη ενέργεια και εμείς υποστηρίζουμε αυτή την επείγουσα ανάγκη. Ωστόσο, η έρευνά μας αποδεικνύει ότι οι εξορυκτικές δραστηριότητες που τροφοδοτούν αυτή τη μετάβαση μολύνουν το πόσιμο νερό, καταστρέφουν τα μέσα διαβίωσης των αγροτών και εκθέτουν τα παιδιά σε τοξικά βαρέα μέταλλα σε μερικές από τις πιο ευάλωτες κοινότητες του κόσμου».

Tεράστιες ανάγκες σε νερό

Όπως επισημαίνεται στην έκθεση, η εξόρυξη κρίσιμων ορυκτών έχει τεράστιες ανάγκες σε νερό και οι κοινότητες που ζουν κοντά στα ορυχεία πληρώνουν βαρύ τίμημα: μολυσμένο νερό, λειψυδρία και σοβαρές επιπτώσεις στην υγεία.

Το 2024, σύμφωνα με την έκθεση, η παγκόσμια παραγωγή λιθίου, περίπου 240.000 τόνοι, κατανάλωσε κατ’ εκτίμηση 456 δισεκατομμύρια λίτρα νερού, ποσότητα ισοδύναμη με τις ετήσιες οικιακές ανάγκες σε νερό 62 εκατομμυρίων ανθρώπων στην υποσαχάρια Αφρική. Στην περιοχή με αλυκές Salar de Atacama της Χιλής, η εξόρυξη λιθίου αντιστοιχεί από μόνη της έως και στο 65% της περιφερειακής χρήσης νερού, εντείνοντας τον ανταγωνισμό με τη γεωργία και τις οικιακές ανάγκες και οδηγώντας σε δραματική εξάντληση των υπόγειων υδάτων.

Οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις εκτείνονται πολύ πέρα από την κατανάλωση νερού. Για κάθε τόνο ορυκτών σπάνιων γαιών που είναι δύσκολο να εξορυχθούν παράγονται περίπου 2.000 τόνοι τοξικών αποβλήτων. Το 2024, η παγκόσμια παραγωγή σπάνιων γαιών εκτιμάται ότι παρήγαγε 707 εκατομμύρια τόνους τοξικών αποβλήτων.

Προβλήματα για τη δημόσια υγεία

Επιπλέον, η ρύπανση των υδάτων λόγω της εξόρυξης προκαλεί σοβαρές καταστάσεις έκτακτης ανάγκης για τη δημόσια υγεία. Στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, που αποτελεί σημαντικό παραγωγό κοβαλτίου, το 72% των ανθρώπων που ζουν κοντά σε ορυχεία ανέφεραν δερματικές παθήσεις και το 56% των γυναικών και κοριτσιών γυναικολογικά προβλήματα. Την ίδια ώρα, επισημαίνεται στην έκθεση ότι πάνω από το 80% της παραγωγής ορυκτών ελέγχεται από ξένες βιομηχανικές εταιρείες εξόρυξης, γεγονός που περιορίζει τα οικονομικά οφέλη για την τοπική κοινωνία. Παρά τον τεράστιο ορυκτό πλούτο της χώρας, πάνω από το 70% του πληθυσμού ζει με λιγότερα από 2,15 δολάρια την ημέρα.

Σημειώνεται μάλιστα ότι το πρόβλημα δεν αφορά αποκλειστικά απομακρυσμένες ή αναπτυσσόμενες περιοχές. Για παράδειγμα, στον Καναδά, η κατάρρευση μέρους του ορυχείου χαλκού/χρυσού Mount Polley το 2014 προκάλεσε την απόρριψη περίπου 25 εκατομμυρίων κυβικών μέτρων τοξικών αποβλήτων σε ποτάμια και λίμνες, μολύνοντας πηγές πόσιμου νερού και καταστρέφοντας αυτόχθονες κοινότητες.

Εννιαπλάσια αύξηση της ζήτησης λιθίου

Η Συμφωνία του Παρισιού αναδεικνύει τον επείγοντα χαρακτήρα της εξόρυξης κρίσιμων ορυκτών, ώστε να μειωθεί η ένταση του άνθρακα στις ανθρώπινες δραστηριότητες. Ωστόσο, αυτό δημιουργεί ένα νέο «παράδοξο»: η επίτευξη των παγκόσμιων κλιματικών στόχων θα απαιτούσε εννιαπλάσια αύξηση της ζήτησης λιθίου και διπλασιασμό της ζήτησης κοβαλτίου και νικελίου έως το 2040.

Η έκθεση υποστηρίζει ότι, χωρίς δεσμευτικούς παγκόσμιους κανόνες, το υφιστάμενο σύστημα θα συνεχίσει να μετακυλίει το περιβαλλοντικό και υγειονομικό κόστος στις τοπικές κοινωνίες. Στις κύριες συστάσεις περιλαμβάνονται υποχρεωτικά διεθνή πρότυπα δέουσας επιμέλειας (due diligence) που θα αντικαταστήσουν την εθελοντική συμμόρφωση, νομικά δεσμευτικοί μηχανισμοί για την ηθική προμήθεια πρώτων υλών και την περιβαλλοντική δικαιοσύνη, αυστηροί έλεγχοι της ρύπανσης και των λυμάτων και ανεξάρτητη παρακολούθηση της μόλυνσης από βαρέα μέταλλα. Επίσης, ζητά επενδύσεις σε λύσεις κυκλικής οικονομίας, όπως η προηγμένη ανακύκλωση μπαταριών, ηλεκτρονικών συσκευών και εξαρτημάτων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, με στόχο τη μείωση της πίεσης στην εξόρυξη πρώτων υλών.
cnn.gr