Οι χαμηλότερες τιμές στο ηλεκτρικό ρεύμα συνδέονται πλέον με μεγαλύτερη αβεβαιότητα για τον καταναλωτή, ενώ η σταθερότητα στις χρεώσεις φαίνεται να κοστίζει ακριβότερα. Αυτό προκύπτει από το νέο εργαλείο παρακολούθησης της ΡΑΑΕΥ για τη λιανική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, το οποίο αποτυπώνει ξεκάθαρα τη μετατόπιση των προμηθευτών σε σχέση με το 2025, όταν τα σταθερά τιμολόγια ήταν και τα φθηνότερα στην αγορά.
Η αγορά ηλεκτρικής ενέργειας έχει πλέον διαμορφωθεί σε τρεις βασικές κατηγορίες τιμολογίων: τα κυμαινόμενα ή «κίτρινα», τα σταθερά ή «μπλε» και τα ειδικά ή «πράσινα». Για μια τυπική οικιακή κατανάλωση 300 kWh τον μήνα, που καλύπτει την πλειονότητα των νοικοκυριών, η εικόνα στο επτάμηνο Ιανουαρίου – Ιουλίου 2026 δείχνει ότι τα κυμαινόμενα τιμολόγια ήταν τα φθηνότερα, με μέση χρέωση 49,99 ευρώ. Ακολούθησαν τα σταθερά με 55,86 ευρώ και τα ειδικά με 56,06 ευρώ.
Το 2025, όμως, η αγορά είχε διαφορετική ιεράρχηση. Τότε, τα σταθερά τιμολόγια ήταν τα πιο συμφέροντα, με μέση μηνιαία χρέωση 46,62 ευρώ, ενώ τα κίτρινα διαμορφώνονταν στα 51,69 ευρώ και τα πράσινα στα 55,84 ευρώ. Η διαφοροποίηση αυτή δείχνει ότι η πολιτική τιμολόγησης των προμηθευτών έχει αλλάξει αισθητά μέσα σε έναν χρόνο.
Τι δείχνουν τα δεδομένα
Η σύγκριση μεταξύ 2025 και 2026 δείχνει πως τα κίτρινα τιμολόγια εμφανίζουν μικρή υποχώρηση στη μέση χρέωση, από 51,69 ευρώ σε 49,99 ευρώ. Τα πράσινα παρέμειναν σχεδόν αμετάβλητα, στα 55,84 ευρώ πέρυσι και 56,07 ευρώ φέτος. Αντίθετα, η μεγαλύτερη μεταβολή καταγράφεται στα μπλε τιμολόγια, τα οποία αυξήθηκαν από 46,62 ευρώ σε 55,86 ευρώ.
Η αύξηση αυτή δεν επηρεάζει τους καταναλωτές που έχουν ήδη «κλειδώσει» σταθερό συμβόλαιο, αλλά αφορά κυρίως νέες συνδέσεις και νέες επιλογές στην αγορά. Με άλλα λόγια, η περίοδος που το σταθερό τιμολόγιο ήταν η πιο φθηνή και ασφαλής λύση έχει περάσει, τουλάχιστον με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία.
Η συμπεριφορά των καταναλωτών
Οι μεταβολές στις τιμές αποτυπώνονται σταδιακά και στις επιλογές των νοικοκυριών. Κατά τη διάρκεια του 2025, όταν τα μπλε τιμολόγια ήταν πιο ελκυστικά, το μερίδιό τους στην αγορά υπερδιπλασιάστηκε, από 13,27% τον Δεκέμβριο του 2024 σε 27,83% τον Δεκέμβριο του 2025.
Η ανοδική πορεία συνεχίστηκε και στις αρχές του 2026, αν και με πιο ήπιο ρυθμό, καθώς είχαν προηγηθεί αυξήσεις στην κατηγορία αυτή. Έτσι, στα τέλη Απριλίου 2026, σταθερό τιμολόγιο είχε επιλέξει το 31,53% των οικιακών καταναλωτών.
Τα κίτρινα τιμολόγια παραμένουν σχετικά σταθερά σε μερίδιο γύρω στο 14% από το 2024 και μετά, ενώ η μεγαλύτερη πίεση καταγράφεται στα πράσινα, τα οποία παραμένουν μεν κυρίαρχα, αλλά υποχωρούν σταδιακά. Το μερίδιό τους μειώθηκε από 72,64% στο τέλος του 2024 σε 57,98% στο τέλος του 2025 και σε 54,43% τον Απρίλιο του 2026.
Η κυριαρχία των πράσινων
Παρά τη σταδιακή τους υποχώρηση, τα πράσινα τιμολόγια εξακολουθούν να συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο μερίδιο της αγοράς, παρότι είναι τα ακριβότερα στην τρέχουσα σύγκριση. Η διατήρηση αυτής της κυριαρχίας δείχνει ότι ένα σημαντικό μέρος των καταναλωτών επιλέγει είτε από συνήθεια είτε λόγω έλλειψης πληροφόρησης να παραμείνει στο βασικό ειδικό τιμολόγιο.
Την ίδια ώρα, η στροφή προς τα μπλε τιμολόγια αποτυπώνει και την αυξημένη ζήτηση για προβλεψιμότητα στις χρεώσεις, ειδικά σε περιόδους μεταβλητότητας στην αγορά ενέργειας. Ωστόσο, η άνοδος των τιμών στα σταθερά συμβόλαια επαναφέρει το δίλημμα για τα νοικοκυριά ανάμεσα στη χαμηλότερη τρέχουσα τιμή και τη βεβαιότητα του σταθερού κόστους.
Το μήνυμα της αγοράς
Η νέα εικόνα που καταγράφει η ΡΑΑΕΥ δείχνει ότι οι επιλογές στην αγορά ρεύματος έχουν γίνει πιο σύνθετες και πιο απαιτητικές για τον καταναλωτή. Δεν αρκεί πλέον να συγκρίνει κανείς μόνο το ύψος της τιμής, αλλά και τον βαθμό κινδύνου που αναλαμβάνει, την ευελιξία του συμβολαίου και το ενδεχόμενο μελλοντικών αυξήσεων.
Σε αυτό το περιβάλλον, οι εταιρείες ενέργειας αναπροσαρμόζουν τη στρατηγική τους, ενώ τα νοικοκυριά καλούνται να σταθμίσουν περισσότερο από ποτέ αν προτιμούν τη χαμηλότερη βραχυπρόθεσμη χρέωση ή τη σταθερότητα απέναντι στις διακυμάνσεις της αγοράς.
