Ηλεκτρικό ρεύμα: Τα νέα χρωματιστά τιμολόγια -Τι ισχύει για το καθένα

Η αγορά ηλεκτρικής ενέργειας αφήνει πίσω της την εποχή του «ένα τιμολόγιο για όλους» και περνά σε μια φάση όπου η επιλογή ρεύματος θυμίζει περισσότερο πλοήγηση σε χάρτη παρά απλή σύγκριση τιμών.

Τα χρώματα στα τιμολόγια δεν είναι πια διαφημιστικό τέχνασμα· αποτελούν τον βασικό κώδικα επικοινωνίας μεταξύ προμηθευτών, ρυθμιστή και καταναλωτή, αποτυπώνοντας με μια ματιά το επίπεδο σταθερότητας, μεταβλητότητας και ρίσκου που ενσωματώνει κάθε προϊόν.

Τα τελευταία δύο χρόνια, το μπλε τιμολόγιο καθιερώθηκε ως το καταφύγιο της προβλεψιμότητας, ενώ το πράσινο και το κίτρινο ταυτίστηκαν με τη μεταφορά των διακυμάνσεων της χονδρεμπορικής αγοράς στον τελικό λογαριασμό. Παράλληλα, στην αγορά προστέθηκαν νέες κατηγορίες τιμολογίων, σχεδιασμένες όχι απλώς για να καλύψουν μεταβατικές συνθήκες, αλλά για να υποστηρίξουν διαφορετικά μοντέλα χρέωσης και κατανάλωσης. Οι προμηθευτές δεν περιορίζονται πλέον στην πώληση ηλεκτρικής ενέργειας, αλλά «χτίζουν» πακέτα που ενσωματώνουν υπηρεσίες, κλιμακωτές ή ωριαίες χρεώσεις και εμπορικά εργαλεία προσαρμοσμένα στο προφίλ κάθε πελάτη, μετατρέποντας το τιμολόγιο από απλό προϊόν σε σύνθετη σύμβαση με πολλαπλές παραμέτρους κόστους και ρίσκου.

Πράσινο τιμολόγιο: Η ενδιάμεση ζώνη ασφάλειας

Για τον καταναλωτή που θέλει να γνωρίζει το κόστος του μήνα από την πρώτη ημέρα, χωρίς μακροχρόνια δέσμευση, το πράσινο τιμολόγιο παραμένει σημείο αναφοράς. Η τιμή ανακοινώνεται μία φορά, στις αρχές του μήνα και ισχύει ενιαία για όλη την περίοδο, μεταφέροντας τη χονδρεμπορική στη λιανική με ελεγχόμενο τρόπο. Οι χρεώσεις του Φεβρουαρίου επιβεβαιώνουν αυτόν τον ρόλο, καθώς κινούνται σε στενό εύρος, με οριακές αυξομειώσεις και την πλειονότητα των παρόχων να διατηρεί αμετάβλητες τις τιμές σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα

Στην πράξη, το πράσινο τιμολόγιο απευθύνεται σε καταναλωτές που δεν θέλουν να «παρακολουθούν» την αγορά σε καθημερινή ή ωριαία βάση, αλλά ταυτόχρονα επιθυμούν να επωφελούνται από περιόδους σχετικής ηρεμίας στη χονδρεμπορική. Το γεγονός ότι οι χρεώσεις για τον Φεβρουάριο διαμορφώνονται σχεδόν στα ίδια επίπεδα με τον Ιανουάριο, με μέση τιμή γύρω στα 18,7 λεπτά ανά κιλοβατώρα– αποτυπώνει ακριβώς αυτή τη λειτουργία εξομάλυνσης. Οι χρεώσεις ξεκινούν από 13,9 και φτάνουν μέχρι τα 25,3 λεπτά ανά kWh, ενώ το εύρος τιμών τον προηγούμενο μήνα ήταν σχεδόν πανομοιότυπο (από 13,9 έως 25,2 λεπτά).

Η σταθερότητα αυτή είναι αποτέλεσμα της υψηλής συμμετοχής των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ). Στον «οδηγό επιβίωσης» των χρωματιστών τιμολογίων, το πράσινο δεν είναι η πιο φθηνή ούτε η πιο ριψοκίνδυνη επιλογή. Είναι, όμως, εκείνη που επιτρέπει στον καταναλωτή να ξέρει πού πατάει πριν ξεκινήσει ο μήνας και αυτό, σε μια αγορά που γίνεται ολοένα πιο σύνθετη, παραμένει για πολλούς το βασικό ζητούμενο.

Μπλε τιμολόγιο σημαίνει σταθερότητα

Αν το πράσινο τιμολόγιο προσφέρει ορατότητα μήνα-μήνα, το μπλε απευθύνεται σε όσους θέλουν να κλείσουν τον λογαριασμό του ρεύματος στο συρτάρι για έναν ολόκληρο χρόνο. Η βασική του υπόσχεση είναι απλή: σταθερή τιμή ανά κιλοβατώρα και σταθερό πάγιο για όλη τη διάρκεια της σύμβασης, ανεξάρτητα από το πώς θα κινηθεί η αγορά.

Στην πράξη, το μπλε τιμολόγιο λειτουργεί ως «ασφαλιστήριο» απέναντι στη μεταβλητότητα. Ο καταναλωτής γνωρίζει από την πρώτη ημέρα όχι μόνο τι θα πληρώσει τον επόμενο μήνα, αλλά και ποιο θα είναι το κόστος του ρεύματος στο βάθος του χρόνου. Το τίμημα αυτής της βεβαιότητας είναι διπλό: αφενός, οι τιμές εκκίνησης είναι συνήθως υψηλότερες σε σχέση με τα κυμαινόμενα προϊόντα και, αφετέρου, τα σταθερά προϊόντα συνοδεύονται από ελάχιστη διάρκεια (συνήθως 12 μηνών) και ρήτρα πρόωρης αποχώρησης. Πρόκειται για τον μηχανισμό μέσω του οποίου η σταθερότητα «αγοράζεται» εκ των προτέρων, μετατρέποντας το τιμολόγιο σε σύμβαση με σαφείς δεσμεύσεις και για τις δύο πλευρές.

Η εικόνα αποτυπώνεται και στους αριθμούς: τα μπλε τιμολόγια ενισχύονται με 60.000–70.000 νέους πελάτες κάθε μήνα, οδηγώντας την κατηγορία κοντά στα 1,7 εκατ. καταναλωτές έως το τέλος του έτους. Ακόμη και όταν τα πράσινα προϊόντα υποχωρούσαν σε τιμές, η στροφή προς τα σταθερά όχι μόνο συνεχίστηκε αλλά εντάθηκε, καθώς η βεβαιότητα υπερίσχυσε της ανάγκης για διαρκή παρακολούθηση της αγοράς. Η σταθερότητα παραμένει ισχυρό κίνητρο, δεν είναι όμως απόλυτα φθηνή ή κατάλληλη επιλογή για όλους.

Πορτοκαλί τιμολόγια: η επόμενη μέρα της κατανάλωσης

Στον χάρτη των χρωματιστών τιμολογίων προστίθεται πλέον και το πορτοκαλί, ανοίγοντας ένα νέο κεφάλαιο για τη λιανική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας. Τα λεγόμενα δυναμικά τιμολόγια ενεργοποιούνται από την 1η Φεβρουαρίου για τις μεγάλες επιχειρήσεις με παροχές άνω των 25 kVA και έξυπνο μετρητή, ενώ από την 1η Απριλίου 2026 η δυνατότητα θα επεκταθεί και στα νοικοκυριά και τις μικρές επιχειρήσεις.

Σε αντίθεση με όλα τα υπόλοιπα χρώματα, το πορτοκαλί τιμολόγιο δεν «κλειδώνει» ούτε μήνα ούτε ημέρα. Η τιμή της κιλοβατώρας μεταβάλλεται ανά ώρα, ακολουθώντας τη χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας. Οι προμηθευτές υποχρεούνται να ανακοινώνουν τις ωριαίες τιμές της επόμενης ημέρας έως τις 5 το απόγευμα, δίνοντας στους καταναλωτές πλήρη εικόνα για το πότε το ρεύμα είναι φθηνό και πότε ακριβό.

Στην πράξη, το πορτοκαλί τιμολόγιο μετατρέπει την κατανάλωση σε ενεργή απόφαση. Οι χαμηλότερες τιμές εντοπίζονται συνήθως από τις πρωινές έως τις πρώτες απογευματινές ώρες, με αποκορύφωμα το μεσημέρι, όταν η παραγωγή από φωτοβολταϊκά αυξάνει σημαντικά και συμπιέζει τη χονδρεμπορική τιμή. Αντίθετα, οι πιο «ακριβές» ώρες συγκεντρώνονται το απόγευμα και το βράδυ, όταν η ζήτηση αυξάνεται και η συμμετοχή των ΑΠΕ μειώνεται.

Για τα νοικοκυριά και τις μικρές επιχειρήσεις, η δομή του πορτοκαλί τιμολογίου θα περιλαμβάνει ένα σταθερό πάγιο και μια μεταβλητή χρέωση προμήθειας που αλλάζει ανά ώρα. Στους μεγάλους πελάτες, η τιμολόγηση θα συνδέεται ακόμη πιο άμεσα με το προφίλ κατανάλωσης και τη συμπεριφορά τους στη διάρκεια της ημέρας, καθιστώντας το πορτοκαλί τιμολόγιο εργαλείο διαχείρισης κόστους και όχι απλώς προϊόν προμήθειας.

Η πρώτη αγορά που «ανοίγει» είναι αυτή των επιχειρήσεων. Η ΔΕΗ έχει ήδη προαναγγείλει την ενεργοποίηση του πρώτου δυναμικού προϊόντος που θα προσφέρει, με το «ΔΕΗ myBusiness Dynamic» να ξεκινά στις 24 Φεβρουαρίου και να απευθύνεται σε μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις χαμηλής τάσης, με εγκατεστημένη ισχύ άνω των 25 kVA και έξυπνο μετρητή.

Ωστόσο, επισημαίνεται ότι το όφελος από ένα πορτοκαλί τιμολόγιο δεν είναι αυτόματο. Εξαρτάται άμεσα από τη δυνατότητα μεταφοράς της κατανάλωσης. Επιχειρήσεις με ευελιξία στη λειτουργία τους και νοικοκυριά που μπορούν να προγραμματίζουν ενεργοβόρες συσκευές (πλυντήρια, θερμοσίφωνες, φόρτιση ηλεκτρικών οχημάτων) έχουν σαφές πλεονέκτημα. Αντίθετα, όσοι καταναλώνουν κυρίως τις ώρες αιχμής κινδυνεύουν να δουν σημαντικά υψηλότερους λογαριασμούς.

Καθοριστική προϋπόθεση για τα δυναμικά τιμολόγια είναι ο έξυπνος μετρητής. Από τα περίπου 7,7 εκατ. ρολόγια στη χώρα, έξυπνα είναι μόλις 1,4 εκατ., κυρίως σε επαγγελματικές παροχές. Παράλληλα, ο ΔΕΔΔΗΕ έχει επισημάνει ότι πάνω από 300.000 παλαιότεροι μετρητές δεν υποστηρίζουν πλήρως κατανάλωση σε πραγματικό χρόνο και θα πρέπει να αντικατασταθούν, λειτουργώντας ως πρόσκαιρο φρένο στη διάδοση του πορτοκαλί τιμολογίου.

Κίτρινα τιμολόγια: Ελευθερία κινήσεων

Τα κίτρινα τιμολόγια παραμένουν η πιο «ρευστή» κατηγορία της αγοράς, καθώς συνδέουν άμεσα τη χρέωση με την πορεία της χονδρεμπορικής, χωρίς χρονική δέσμευση και χωρίς ρήτρα αποχώρησης. Αυτό τα καθιστά ιδιαίτερα ελκυστικά για καταναλωτές που θέλουν να διατηρούν ανοιχτές τις επιλογές τους και να μπορούν να αλλάζουν προϊόν ή πάροχο μόλις εντοπίσουν ευνοϊκότερες συνθήκες.

Η βασική διαφοροποίηση στο εσωτερικό της κατηγορίας αφορά τον χρόνο «κλειδώματος» της τιμής. Στα προϊόντα με προαναγγελία (ex-ante), ο καταναλωτής γνωρίζει το κόστος του μήνα από την αρχή, αναλαμβάνοντας όμως το ρίσκο μιας λανθασμένης πρόβλεψης της αγοράς. Αντίθετα, στα ex-post τιμολόγια, η τελική χρέωση προκύπτει εκ των υστέρων, όταν έχει ολοκληρωθεί ο μήνας κατανάλωσης, κάτι που συχνά οδηγεί σε χαμηλότερες τιμές, αλλά στερεί τη βεβαιότητα στον οικογενειακό ή επαγγελματικό προϋπολογισμό.

Στην πράξη, τα κίτρινα τιμολόγια λειτουργούν ως «βαρόμετρο» της αγοράς: σε περιόδους αποκλιμάκωσης αποδεικνύονται συχνά τα πιο ανταγωνιστικά, ενώ σε φάσεις έντονης μεταβλητότητας μεταφέρουν πλήρως το κόστος στον τελικό πελάτη. Δεν είναι τυχαίο ότι προσελκύουν καταναλωτές με μεγαλύτερη ανοχή στο ρίσκο ή με μικρότερη και πιο ελεγχόμενη κατανάλωση, οι οποίοι μπορούν να απορροφήσουν τις μηνιαίες διακυμάνσεις χωρίς να αιφνιδιαστούν.

Η προσθήκη των «ευέλικτων σταθερών» και το νέο χρώμα

Η τελική προσθήκη στο παζλ των χρωματιστών τιμολογίων είναι ακριβώς αυτή η νέα κατηγορία υβριδικών, «ευέλικτων σταθερών» προϊόντων, η οποία έρχεται να καλύψει το κενό ανάμεσα στα κλασικά μπλε και στα κυμαινόμενα τιμολόγια. Πρόκειται για συμβόλαια που υπόσχονται σταθερότητα κόστους, αλλά όχι με τη γνώριμη μορφή μιας ενιαίας τιμής ανά κιλοβατώρα για όλη την κατανάλωση, εισάγοντας στοιχεία πακέτων, κλιμακώσεων ή σταθερών μηνιαίων ποσών.

Αρχικά, τα προϊόντα αυτά είχαν τοποθετηθεί σε επίπεδο συζήτησης στην κατηγορία των «κόκκινων» τιμολογίων. Η επιλογή αυτή, ωστόσο, συνάντησε έντονες αντιδράσεις από την αγορά, με τους προμηθευτές να επισημαίνουν ότι το κόκκινο χρώμα λειτουργεί αποτρεπτικά για τους καταναλωτές, καθώς έχει ταυτιστεί με περιόδους ενεργειακής κρίσης, αυξημένων ρητρών και αιφνίδιων επιβαρύνσεων. Υπό αυτό το πρίσμα, η χρωματική σήμανση κρίθηκε ότι δεν αντανακλά τη φύση των προϊόντων, αλλά φορτίζει ψυχολογικά την επιλογή τους.

Ως εκ τούτου, η ΡΑΑΕΥ ετοιμάζεται ουσιαστικά να ανακατέψει τελευταία φορά την τράπουλα. Στο τραπέζι βρίσκεται πλέον η θεσμοθέτηση μιας νέας, διακριτής κατηγορίας, με πιο ήπια χρωματική ταυτότητα με επικρατέστερη την επιλογή του «γαλάζιου», ώστε τα ευέλικτα σταθερά τιμολόγια να διαφοροποιούνται καθαρά τόσο από τα κλασικά μπλε όσο και από τα κυμαινόμενα προϊόντα, χωρίς να προκαλούν σύγχυση ή αρνητικούς συνειρμούς. Η τελική απόφαση για το χρώμα και τους ακριβείς κανόνες της νέας κατηγορίας εκκρεμεί και στόχος είναι να κλειδώσει εντός Φεβρουαρίου, ώστε το νέο πλαίσιο να τεθεί σε εφαρμογή από τον Μάρτιο.

iefimerida.gr