Εξαιρετικά χαμηλά είναι τα ποσοστά δικαίωσης των φορολογουμένων στη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ), καθώς η μεγάλη πλειονότητα όσων προσφεύγουν με στόχο τη διαγραφή φόρων και προστίμων βλέπουν τις αιτήσεις τους να απορρίπτονται.
Από τα στοιχεία για το 2025 προκύπτει ότι οι δύο στους 10 προσφεύγοντες δικαιώνονται, ενώ περίπου το 80% των υποθέσεων απορρίπτεται.
Τι δείχνουν τα επίσημα δεδομένα της ΑΑΔΕ
Πιο αναλυτικά σύμφωνα με τα επίσημα δεδομένα της ΑΑΔΕ, από τις 10.492 προσφυγές που κατατέθηκαν το προηγούμενο έτος, εξετάστηκαν 9.685. Από αυτές, θετική έκβαση είχαν 1.736 περιπτώσεις (17,9%), με τους φορολογούμενους να πετυχαίνουν πλήρη ή μερική απαλλαγή από φόρους, προσαυξήσεις και πρόστιμα. Αντίθετα, 7.835 υποθέσεις (80,9%) απορρίφθηκαν. Παράλληλα, 38 προσφυγές τέθηκαν στο αρχείο λόγω παραίτησης, ενώ 76 απορρίφθηκαν σιωπηρά, εξαιτίας της παρέλευσης του προβλεπόμενου χρονικού ορίου των 120 ημερών. Την ίδια στιγμή, 4.448 υποθέσεις παραμένουν σε εκκρεμότητα, με επόμενο βήμα για τους απορριφθέντες τη δικαστική οδό μέσω των Διοικητικών Δικαστηρίων.
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η διαδικασία υποβολής ενδικοφανούς προσφυγής πραγματοποιείται ηλεκτρονικά μέσω της πλατφόρμας της ΑΑΔΕ, με τη χρήση προσωπικών κωδικών TAXISnet. Στην περίπτωση νομικών προσώπων, η υποβολή γίνεται από τον νόμιμο εκπρόσωπο, επίσης με τους δικούς του κωδικούς πρόσβασης.
Λάθη στον υπολογισμό της φορολογητέας ύλης
Οι βασικότεροι λόγοι αποδοχής προσφυγών σχετίζονται με λάθη στον υπολογισμό της φορολογητέας ύλης, την εσφαλμένη εφαρμογή έμμεσων τεχνικών προσδιορισμού εισοδήματος, τη μη αναγνώριση εκπιπτόμενων δαπανών και τον λανθασμένο χαρακτηρισμό εισοδημάτων ως προσαύξηση περιουσίας.
Πέρυσι , το μεγαλύτερο μέρος των προσφυγών αφορούσε διορθωτικούς προσδιορισμούς φόρου εισοδήματος, πρόστιμα για εκπρόθεσμες δηλώσεις ΦΠΑ, ζητήματα που σχετίζονται με έμμεσες τεχνικές ελέγχου, τον ΕΝΦΙΑ και τη φορολογία ακινήτων, καθώς και παραβάσεις του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας.
Οι περισσότερες απορρίψεις οφείλονται κυρίως στην έλλειψη επαρκών αποδεικτικών στοιχείων, στην αδυναμία τεκμηρίωσης της προέλευσης χρημάτων, σε αόριστους ή νομικά αβάσιμους ισχυρισμούς ή στην επιβεβαίωση της ορθότητας των ελεγκτικών μεθόδων.
Μοιραία , η χαμηλή αποδοχή των προσφυγών έχει ως αποτέλεσμα να αυξάνεται η συσσώρευση ληξιπρόθεσμων οφειλών προς την Εφορία, οδηγώντας σε εντατικοποίηση των αναγκαστικών μέτρων είσπραξης. Ενδεικτικό είναι ότι το 2025 οι οφειλέτες που βρέθηκαν αντιμέτωποι με κατασχέσεις αυξήθηκαν κατά 75.076 άτομα.
Η εξέλιξη αυτή μεταφράζεται σε σημαντική άνοδο, της τάξης του 29,51%, στον ρυθμό επιβολής κατασχέσεων σε σχέση με το 2024, γεγονός που καταδεικνύει την αυξημένη πίεση που ασκούν οι φοροεισπρακτικοί μηχανισμοί για την είσπραξη οφειλών.
