Η εφημερίδα "ΠΑΤΡΙΣ" κλείνει 80 χρόνια ενημέρωσης και ιστορίας, 1946-2026

Bloomberg: Τι μπορεί να μάθει η Βρετανία από την οικονομική ανάκαμψη της Ελλάδας

Το ελληνικό παράδειγμα οικονομικής ανάκαμψης μετά τη βαθιά κρίση χρέους βρίσκεται στο επίκεντρο ανάλυσης του Bloomberg, που το παρουσιάζει ως πιθανό οδηγό για τη Βρετανία του Άντι Μπέρναμ.

Ο νέος πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου καλείται να αντιμετωπίσει ένα δύσκολο οικονομικό τοπίο, με υψηλό χρέος, περιορισμένα δημοσιονομικά περιθώρια και την ανάγκη για μεγάλες επενδύσεις, με το διεθνές οικονομικό πρακτορείο να επισημαίνει ότι η Ελλάδα κατάφερε μέσα σε μία δεκαετία να μετατρέψει μια πρωτοφανή κρίση σε ιστορία δημοσιονομικής εξυγίανσης και επιστροφής της εμπιστοσύνης των αγορών.

Ανάλυση του Bloomberg εξετάζει τις οικονομικές προκλήσεις που πρόκειται να αντιμετωπίσει ο Andy Burnham, ο οποίος αναμένεται να αναλάβει την πρωθυπουργία του Ηνωμένου Βασιλείου στις 20 Ιουλίου 2026.

Ως μοντέλο υπέρβασης μιας αντίστοιχης οικονομικής ύφεσης, ο αρθρογράφος του δημοσίευματος προτείνει την Ελλάδα, η οποία πέτυχε μια αξιοσημείωτη οικονομική ανάκαμψη από το χείλος της χρεοκοπίας το 2015, όπως επισημαίνεται.

Ο πρώην δήμαρχος του Μάντσεστερ, ο οποίος αναμένεται να αναλάβει πρωθυπουργός στις 20 Ιουλίου, υπόσχεται μια ριζική αναμόρφωση του βρετανικού κράτους. Το σχέδιό του περιλαμβάνει μεγαλύτερο δημόσιο έλεγχο στους τομείς της ενέργειας, του νερού, των μεταφορών και της εκπαίδευσης, παράλληλα με επενδύσεις στην κοινωνική κατοικία και σε στρατηγικούς κλάδους.

Η αποστολή του, όπως την περιγράφει ο ίδιος:

«Ανάπτυξη σε κάθε ταχυδρομικό κώδικα, ελπίδα σε κάθε καρδιά».

Ο Μπέρναμ φέρνει στη νέα του θέση μια σαφή διάγνωση των προβλημάτων που ταλαιπωρούν τη Βρετανία: Ένα οικονομικό μοντέλο βασισμένο στις ιδιωτικοποιήσεις, τη χαμηλή φορολογία και την ελαφριά ρύθμιση δημιούργησε χρόνια υποεπένδυση, υποδομές που καταρρέουν, εξασθενημένες δημόσιες υπηρεσίες, χαμηλή παραγωγικότητα, στασιμότητα στο βιοτικό επίπεδο και επίμονα δημοσιονομικά και εξωτερικά ελλείμματα. Η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, το Brexit και άλλες αναταράξεις επιδείνωσαν την κατάσταση, αυξάνοντας παράλληλα το δημόσιο χρέος.

Ωστόσο, οι λεπτομέρειες για το πώς θα λειτουργήσει στην πράξη ο λεγόμενος «Μαντσεστερισμός» παραμένουν ασαφείς. Ο όρος «δημόσιος έλεγχος» μπορεί να σημαίνει από πλήρη κρατικοποίηση μέχρι αυστηρότερη εποπτεία ιδιωτικοποιημένων δημόσιων υπηρεσιών. Η πολυδιαφημισμένη επιτυχία του Μπέρναμ στην ανάληψη του ελέγχου του δικτύου λεωφορείων του Μάντσεστερ, για παράδειγμα, στην πράξη αφορούσε την εκχώρηση αδειών λειτουργίας σε ιδιώτες παρόχους μέσω διαγωνισμών.

Δεν είναι επίσης ξεκάθαρο πώς θα χρηματοδοτήσει την ανασυγκρότηση του δημόσιου τομέα. Η απερχόμενη κυβέρνηση του Κιρ Στάρμερ αφήνει ως «κληρονομιά» ένα ανεπαρκώς χρηματοδοτούμενο αμυντικό επενδυτικό σχέδιο, με αποτέλεσμα ο Μπέρναμ να κληρονομεί δημοσιονομικό κενό ύψους 5 δισ. λιρών (6,7 δισ. δολαρίων). Ο φόβος των αγορών ομολόγων εξακολουθεί να βαραίνει τις βρετανικές κυβερνήσεις σαν «δαμόκλειος σπάθη» μετά το φιάσκο της σύντομης πρωθυπουργίας της Λιζ Τρας, καθιστώντας τον αυξημένο δανεισμό πολιτικά και οικονομικά ριψοκίνδυνο.

Ο Μπέρναμ έχει επίσης δεσμευτεί να τηρήσει τους υφιστάμενους δημοσιονομικούς κανόνες της κυβέρνησης, αφήνοντάς του περιορισμένα περιθώρια κινήσεων. Για να δημιουργήσει δημοσιονομικό χώρο, θα χρειαστεί τολμηρές επιλογές.

Η Ελλάδα ως παράδειγμα

Για έμπνευση, όπως αναφέρει το Bloomberg, ο Μπέρναμ θα μπορούσε να κοιτάξει μια ευρωπαϊκή χώρα που πριν από μία δεκαετία βρισκόταν σε ακόμη βαθύτερη κρίση. Από το χείλος της χρεοκοπίας το 2015, η Ελλάδα έχει πετύχει μια εντυπωσιακή ανατροπή:

Το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ μειώθηκε από το ανώτατο επίπεδο περίπου του 200% στο αναμενόμενο 137% φέτος, χαμηλότερα από το αντίστοιχο ποσοστό της Ιταλίας. Τα ελληνικά ομόλογα έχουν πλέον επενδυτική βαθμίδα από όλους τους μεγάλους οίκους αξιολόγησης, ενώ οι αποδόσεις των 10ετών τίτλων διαμορφώνονται περίπου στο 3,6%, πάνω από μία ποσοστιαία μονάδα χαμηλότερα από το βρετανικό χρέος.

Πολλοί παράγοντες συνέβαλαν σε αυτή την επιτυχία. Ένας από αυτούς ήταν αναμφίβολα το Υπερταμείο το οποίο η Αθήνα υποχρεώθηκε να δημιουργήσει στο πλαίσιο του προγράμματος διάσωσης του 2015, υπό την πίεση της «τρόικας» των θεσμών: της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου.

Η εταιρεία αυτή, που λειτουργεί ως ξεχωριστή εταιρεία για δημόσια περιουσιακά στοιχεία τα οποία προορίζονταν για ιδιωτικοποίηση ή εμπορική αξιοποίηση, αντιμετωπίστηκε αρχικά με έντονη δυσπιστία από πολλούς Έλληνες, οι οποίοι τη θεωρούσαν ουσιαστικά μια μορφή εκχώρησης εθνικής περιουσίας στους πιστωτές.

Η Ελλάδα δείχνει τον δρόμο

Παρά τις αντιδράσεις, το Υπερταμείο έχει αποφέρει περισσότερα από 20 δισ. ευρώ στο ελληνικό κράτος από την ίδρυσή του, συμπεριλαμβανομένων 15 δισ. ευρώ για τη μείωση του χρέους.

Σύμφωνα με Έλληνες αξιωματούχους, συνέβαλε στη μείωση της πίεσης στον κρατικό προϋπολογισμό μετατρέποντας ζημιογόνα περιουσιακά στοιχεία σε παραγωγικές επενδύσεις: ιδιωτικοποίησε συμμετοχές σε τράπεζες που είχαν κρατικοποιηθεί κατά την κρίση, πούλησε μερίδια σε ελληνικά λιμάνια και αεροδρόμια και βελτίωσε τη διαχείριση ακινήτων, σιδηροδρόμων και άλλων κρατικών περιουσιακών στοιχείων.

Το 2025, η Ελλάδα μάλιστα αποπλήρωσε πρόωρα 1,1 δισ. ευρώ προς τη Γαλλία, βοηθώντας το Παρίσι να αντιμετωπίσει δημοσιονομικές πιέσεις και προκαλώντας τον έπαινο του εισηγητή προϋπολογισμού της γαλλικής Γερουσίας, ο οποίος ευχαρίστησε «τους Έλληνες φίλους μας που μας βοήθησαν να μειώσουμε το έλλειμμά μας».

Από το Υπερταμείο στο Ελληνικό Ταμείο Ανάπτυξης

Το Υπερταμείο βρίσκεται πλέον σε φάση μετασχηματισμού. Σε εκδήλωση για επενδυτές στην Αθήνα τον περασμένο μήνα, ο υπουργός Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης το μετονόμασε σε Ελληνικό Ταμείο Ανάπτυξης (Hellenic Growth Fund) και το επαναπροσδιόρισε ως κρατικό επενδυτικό ταμείο.

Με τη συναίνεση των πιστωτών της Ελλάδας, μέρος των κερδών του, τα οποία προβλέπεται να φτάσουν το 1 δισ. ευρώ φέτος, θα επανεπενδύεται σε στρατηγικά έργα που θα στηρίξουν τη μελλοντική ανάπτυξη της χώρας.

Έχει ήδη δημιουργηθεί ταμείο υποδομών και καινοτομίας, το οποίο θα στηρίζει στρατηγικές επενδύσεις μαζί με τον ιδιωτικό τομέα στους τομείς της ενέργειας, των μεταφορών και των ψηφιακών υποδομών, καθώς και το Pharos AI Factory, μία από τις επτά αντίστοιχες εγκαταστάσεις που δημιουργούνται σε ολόκληρη την ΕΕ.

Το ελληνικό μοντέλο και η διεθνής τάση

Σε μεγάλο βαθμό, η Ελλάδα ακολουθεί μια παγκόσμια τάση. Οι κυβερνήσεις σε όλο τον κόσμο αντιμετωπίζουν πλέον τους ισολογισμούς τους ως στρατηγικά εργαλεία.

Η κυβέρνηση Τραμπ έχει υιοθετήσει μια μορφή κρατικού καπιταλισμού, αποκτώντας μετοχικά μερίδια σε εταιρείες ημιαγωγών και κρίσιμων ορυκτών. Ο Μαρκ Κάρνεϊ έχει προτείνει το Canada Strong Fund. Η κυβέρνηση Στάρμερ δημιούργησε το National Wealth Fund και τη Great British Energy. Ο ίδιος ο Μπέρναμ δημιούργησε ένα μελλοντικό επενδυτικό ταμείο στο Μάντσεστερ.

Αυτό που κάνει το ελληνικό Growthfund διδακτικό είναι ότι δείχνει τι μπορεί να κάνει μια χώρα ακόμη και χωρίς πλεονάσματα από πετρέλαιο ή τη δυνατότητα να χρηματοδοτεί επενδύσεις μέσω χρέους.

Αντίθετα, ξεκίνησε με ένα απόθεμα ήδη υπαρχόντων δημόσιων περιουσιακών στοιχείων, από υποδομές και ακίνητα μέχρι συμμετοχές σε δημόσιες εταιρείες, τα οποία πλέον διαχειρίζεται εμπορικά για να δημιουργήσει αποδόσεις και να χρηματοδοτήσει στρατηγικές προτεραιότητες.

Το μήνυμα προς τη Βρετανία

Η Ελλάδα δείχνει ότι ένα δημόσιο επενδυτικό ταμείο που διαχειρίζεται υπάρχοντα περιουσιακά στοιχεία μπορεί να είναι πραγματικά αποτελεσματικό. Μπορεί επίσης να πραγματοποιεί νέες επενδύσεις, προσφέροντας τεχνογνωσία, γνώση της αγοράς και νέες πηγές εσόδων, τονίζεται στο δημοσίευμα του διεθνούς οικονομικού πρακτορείου.

Παρότι πολλές μεγάλες δημόσιες υπηρεσίες της Βρετανίας βρίσκονται σε ιδιωτικά χέρια, η χώρα εξακολουθεί να διαθέτει τεράστια περιουσιακά στοιχεία που παραμένουν ελάχιστα καταγεγραμμένα και ανεπαρκώς αξιοποιημένα. Σε αυτά περιλαμβάνονται ακίνητα του Εθνικού Συστήματος Υγείας (NHS), δίκτυα μεταφορών και άλλα περιουσιακά στοιχεία της κυβέρνησης.

Όπως η Ελλάδα, έτσι και η Βρετανία χρειάζεται να αξιοποιήσει τον υπάρχοντα δημόσιο πλούτο της για να δημιουργήσει νέο πλούτο.

Βεβαίως, η Ελλάδα έφτασε σε αυτό το σημείο μόνο επειδή βρέθηκε υπό ακραία εξωτερική πίεση, αφού έχασε την πρόσβαση στις αγορές ομολόγων. Χωρίς αυτή την κρίση, είναι πιθανό ότι η χώρα δεν θα είχε συγκεντρώσει ποτέ την πολιτική βούληση να ξεπεράσει παγιωμένα συμφέροντα και γραφειοκρατικές αγκυλώσεις και να επιβάλει εμπορική πειθαρχία στη δημόσια περιουσία.

Ωστόσο, ακόμη και σήμερα ο εκσυγχρονισμός του ελληνικού κράτους παραμένει σε εξέλιξη. Μία δεκαετία μετά, η Ελλάδα εξακολουθεί να μην διαθέτει πλήρες κτηματολόγιο, ενώ πολλά περιουσιακά στοιχεία — συμπεριλαμβανομένων δημόσιων ακινήτων — που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν εμπορικά παραμένουν εκτός του ταμείου.

Παρά τις αδυναμίες, η Ελλάδα δείχνει πώς ένας δημόσιος ισολογισμός μπορεί να κινητοποιηθεί με τρόπο που καθησυχάζει και δεν ανησυχεί τις αγορές ομολόγων.

Αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα που αντιμετωπίζει τώρα ο Μπέρναμ: αν η Βρετανία μπορεί να ακολουθήσει το ελληνικό παράδειγμα χωρίς πρώτα να χρειαστεί να περάσει από μια νέα κρίση χρέους.