Μια χρονιά δραματική ήταν η φετινή στην Κρήτη για την ελαιοπαραγωγή, όπως διαπιστώνεται λίγο πριν πέσει η αυλαία για το μάζεμα των ελιών.
H γενική εικόνα καταγράφεται σε τρεις παραμέτρους και αφορούν στη μειωμένη ποσότητα, στην υποβάθμιση της ποιότητας και σε τιμές που δεν κάλυψαν σε πολλές περιπτώσεις το κόστος παραγωγής και σίγουρα δεν εξασφάλισαν την επιβίωση των παραγωγών.
Το θέμα συζητήθηκε και κατά τη διάρκεια διαδικτυακής σύσκεψης που συγκάλεσε ο αντιπεριφερειάρχης Αγροτικής Οικονομίας Σταύρος Τζεδάκης, με την ειδική επιστημονική ομάδα, με αντικείμενο τη διαχείριση των εκτεταμένων προβλημάτων που προκλήθηκαν στην καλλιέργεια ελιάς στην Κρήτη λόγω των κλιματολογικών συνθηκών που επικράτησαν κατά την τρέχουσα καλλιεργητική περίοδο, με αποτέλεσμα τη μειωμένη παραγωγή ελαιολάδου καθώς και το ενδεχόμενο σύνταξης σχετικού φακέλου για τη διεκδίκηση αποζημιώσεων υπέρ των ελαιοπαραγωγών.
Την κατάσταση πάντως περιγράφουν επίσης ως δραματική μιλώντας στην «Π» ο πρόεδρος των ελαιουργών του νομού Ηρακλείου Μάκης Αφθονίδης, καθώς και ο πρόεδρος του αγροτικού συνεταιρισμού Εμπάρου Γιώργος Περογιαννάκης.
Κατά τη διάρκεια της σύσκεψης που έγινε χθες, εξετάστηκαν τα διαθέσιμα στοιχεία και οι καταγραφές από τις αρμόδιες υπηρεσίες σχετικά με τις επιπτώσεις που έχουν καταγραφεί στην ελαιοκαλλιέργεια σε όλη την Κρήτη. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στις κλιματολογικές συνθήκες που επικράτησαν την τρέχουσα καλλιεργητική περίοδο, τη λειψυδρία και τις ασυνήθιστες μεταβολές των καιρικών φαινομένων, οι οποίες επηρέασαν την ανθοφορία, την καρπόδεση και τελικά τη συνολική παραγωγή ελαιολάδου.
Παράλληλα, συζητήθηκε η ανάγκη επιστημονικής τεκμηρίωσης των ζημιών, με στόχο την αξιόπιστη αποτύπωση της πραγματικής κατάστασης, λαμβάνοντας όλα τα κλιματολογικά δεδομένα ανά περιφερειακή ενότητα.
Τονίστηκε η σημασία της συνεργασίας μεταξύ της Περιφέρειας Κρήτης, του περιφερειακού κέντρου προστασίας φυτών, ποιοτικού και φυτοϋγειονομικού ελέγχου, των πανεπιστημιακών και επιστημονικών φορέων (ΕΛΜΕΠΑ, ΕΛΓΟ ΔΗΜΗΤΡΑ, ΓΕΩΤΕΕ) καθώς και του ασφαλιστικού οργανισμού (ΕΛΓΑ), προκειμένου να διερευνηθούν όλα τα διαθέσιμα εργαλεία στήριξης των παραγωγών, τόσο σε επίπεδο αποζημιώσεων όσο και σε επίπεδο προσαρμογής της καλλιέργειας στα νέα κλιματικά δεδομένα, μέσα από πρακτικές ανθεκτικότητας και βιώσιμης διαχείρισης.
Στη σύσκεψη συμμετείχαν ο αντιπεριφερειάρχης Κλιματικής Αλλαγής Και Βιώσιμης Κινητικότητας Γιάννης Αναστασάκης, η εντεταλμένη περιφερειακή σύμβουλος στον πρωτογενή τομέα στην Περιφερειακή Ενότητα Χανίων Χρυσάνθη Χαριτάκη – Μακράκη, ο γενικός διευθυντής Αγροτικής Οικονομίας Και Ανάπτυξης της Περιφέρειας Κρήτης Κώστας Φωτάκης και οι προϊστάμενοι των διευθύνσεων Αγροτικής Ανάπτυξης της Περιφέρειας Κρήτης από κάθε Περιφερειακή Ενότητα και η διευθύντρια κλιματικής αλλαγής Ευγενία Στυλιανού.
Από το Ελληνικό Μεσογειακό Πανεπιστήμιο συμμετείχαν ο πρόεδρος του τμήματος Γεωπονίας Μανόλης Ροδιτάκης και οι καθηγητές Μανόλης Μαρκάκης και Μανόλης Καμπουράκης, ενώ από τον ΕΛΓΟ – ΔΗΜΗΤΡΑ ο διευθυντής του ινστιτούτου Ελιάς, Υποτροπικών Φυτών και Αμπέλου Γιώργος Ψαρράς και ο Νεκτάριος Κουργιαλάς. Επίσης συμμετείχαν η πρόεδρος της Διοικούσας Επιτροπής του ΓΕΩΤΕΕ Παραρτήματος Κρήτης Άννα Δασκαλάκη και ο διευθυντής του Οργανισμού Ελληνικών Γεωργικών Ασφαλίσεων Κρήτης Νίκος Δασκαλάκης.
Στη Βουλή
Παρέμβαση για την άμεση ενίσχυση των ελαιοπαραγωγών της Κρήτης κατέθεσε ο Κωνσταντίνος Κεφαλογιάννης, με Ερώτηση προς τον υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης Κώστα Τσιάρα.
Αφορμή αποτέλεσε η διαμαρτυρία του Αγροτικού Συνεταιρισμού Εμπάρου στον Δήμο Βιάννου, ο οποίος εκπροσωπεί περιοχές με περίπου 230.000 ελαιόδεντρα σε 100.000 στρέμματα. Οι παραγωγοί κάνουν λόγο για σοβαρές απώλειες την τελευταία τριετία λόγω λειψυδρίας, υψηλών θερμοκρασιών, ξηρασίας, δάκου και άλλων ασθενειών, την ώρα που το κόστος καλλιέργειας αυξάνεται και οι τιμές παραγωγού παραμένουν χαμηλές.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί και η συνεχής μείωση των ενισχύσεων από τον ΟΠΕΚΕΠΕ, γεγονός που -όπως επισημαίνεται- οδηγεί αρκετούς παραγωγούς στα όρια εγκατάλειψης της καλλιέργειας.
Ο βουλευτής ζητά συγκεκριμένα μέτρα και σαφές χρονοδιάγραμμα στήριξης, τονίζοντας ότι, στο πλαίσιο της ΚΑΠ 2023-2027, υπάρχουν διαθέσιμα ευρωπαϊκά εργαλεία που οφείλουν να αξιοποιηθούν για τη διατήρηση της κρητικής ελαιοκομίας.
Δεν έχουμε θετικές ενδείξεις ούτε για την επόμενη σοδειά
Δραματική από όλες τις απόψεις ήταν η παραγωγή ελαιολάδου την Κρήτη, όπως επεσήμαναν μιλώντας στην «Π» άνθρωποι του ελαιοκομικού κλάδου.
Ο πρόεδρος των ελαιουργών του Ηρακλείου, Μάκης Αφθονίδης: «Ήταν μια δύσκολη χρονιά. Για τις ποσότητες δεν συζητάμε, ήταν κατά πολύ μειωμένες, οι ποιότητες υποβαθμισμένες, στα όρια όμως του υποφερτού, οι τιμές χαμηλές και το λάδι απούλητο, σε αρκετές περιπτώσεις».
Σύμφωνα με τον πρόεδρο των Ελαιουργών, η μείωση του λαδιού καταγράφηκε στα ελαιουργεία όπως και η υποβάθμιση της ποιότητας, εξαιτίας και της μη ολοκλήρωσης του προγράμματος δακοκτονίας. Ωστόσο υπάρχουν και οι επιπτώσεις που θα απειλούν να αφανίσουν τον πρωτογενή τομέα.
Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο κ. Αφθονίδης: «Όταν ένας αγρότης έβγαλε 1.100 κιλά λάδι και πλήρωσε 2.600 ευρώ μόνο για να το μαζέψει, μπορούμε να καταλάβουμε ότι η εκμετάλλευσή του δεν είναι βιώσιμη. Γνωρίζω αγρότη που πριν δύο – τρία χρόνια έκανε επένδυση 50.000 ως 60.000 ευρώ, αγοράζοντας μηχανήματα για την καλλιέργεια και το μάζεμα των ελιών, αλλά όπως εξελίχθηκε η κατάσταση ψάχνει για δουλειά σε ξενοδοχείο και είναι έτοιμος να εγκαταλείψει τον πρωτογενή τομέα».
Στη δραματική μείωση της παραγωγής αναφέρθηκε και ο πρόεδρος του αγροτικού συνεταιρισμού Εμπάρου Γιώργος Περογιαννάκης, τονίζοντας ότι σε μια περιοχή που διαθέτει 230.000 ελαιόδεντρα και παράγονται ετησίως 700 τόνοι λάδι, φέτος παρήχθησαν μόλις 130.
Αυτό είναι χαρακτηριστικό της χρονιάς που επλήγη από μια σειρά διαδοχικών γεγονότων, με σημαντικότερο από αυτά τις επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης, τη λειψυδρία, το χαλάζι αλλά και τη δακοκτονία που δεν ολοκληρώθηκε.
Μάλιστα, σύμφωνα με τον κ. Αφθονίδη, οι δυσκολίες για τα ελαιόδεντρα στην Κρήτη δεν τελειώνουν εδώ, καθώς κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει τι θα γίνει τη νέα ελαιοκομική περίοδο. Όπως ο ίδιος επισημαίνει: «Δεν μπορούμε από τώρα να ξέρουμε πώς θα εξελιχθεί η χρονιά.
Πάντως έχουμε διανύσει τα δύο τρίτα του χειμώνα χωρίς να επιτύχουμε τις 200 ώρες χαμηλών θερμοκρασιών, κάτω των 5 βαθμών κελσίου, που χρειάζονται, σύμφωνα με τους επιστήμονες, τα δέντρα, για να γίνουν οι απαραίτητες διεργασίες και να είναι αποδοτικά. Δεν μπορούμε επίσης να ξέρουμε τι θα γίνει με τις καιρικές συνθήκες, ενώ το σίγουρο είναι πως δεν θα έχουμε αρκετό νερό. Ποιος μπορεί να προβλέψει τι θα γίνει στην καρπόδεση ή σε κάποιο άλλο στάδιο της ελιάς».
Υπάρχουν και «καλά νέα» και αναμένεται η συνέχεια
Στα θετικά προφανώς καταγράφονται η μεγάλη κατάκτηση που αναμένεται να εξαργυρωθεί στο μέλλον και αφορά την ονομασία ΠΓΕ «Ελαιόλαδο Κρήτης», αλλά και κάποιες εμπορικές πράξεις που ολοκληρώθηκαν πριν κλείσει η σεζόν και μπορούν να θεωρηθούν επιτυχείς με τα υπάρχοντα δεδομένα.
Όσον αφορά στο ΠΓΕ Κρήτης, μπορεί στην παρούσα περίοδο να μην έγιναν καθόλου εξαγωγές γιατί δεν επαρκούσε ο χρόνος για να ληφθούν οι απαραίτητες πιστοποιήσεις. Τώρα όμως έχει ξεκινήσει εγκαίρως η διαδικασία και οι πιστοποιήσεις θα είναι έτοιμες, ενώ παράλληλα θα γίνουν και οι απαραίτητες εκπαιδεύσεις σε όλη την αλυσίδα της παραγωγής. Επιπλέον, θεωρείται βέβαιο ότι τη νέα ελαιοκομική περίοδο θα γίνουν εξαγωγές, και μάλιστα ικανών ποσοτήτων.
Μια ακόμα θετική εξέλιξη σημειώθηκε την προηγούμενη Παρασκευή, που ο συνεταιρισμός Εμπάρου έδωσε την εκκαθάριση στους παραγωγούς πληρώνοντας 5 ευρώ καθαρά το κιλό, μια τιμή που θεωρείται καλή με τα φετινά δεδομένα.
Όπως χαρακτηριστικά είπε ο πρόεδρος κ. Γιώργος Περογιαννάκης: «παρά το γεγονός ότι υπήρχε μείωση στην παραγωγή και χαμηλές τιμές, καταφέραμε να πληρώσουμε τους παραγωγούς μας σε μια αξιοπρεπή τιμή για την εποχή».
Παράλληλα, ο Αγροτικός Ελαιουργικός Συνεταιρισμός Κρουσώνα, προχώρησε σε μια σημαντική εμπορική συμφωνία για την πώληση έξτρα παρθένου ελαιολάδου φετινής εσοδείας (2025-2026), οξύτητας 0,45%, στην τιμή των 4,80 ευρώ το κιλό.
Η τιμή των 4,80 ευρώ/κιλό κρίνεται ικανοποιητική για τα δεδομένα της περιόδου και ολόκληρης της ελαιοκομικής σεζόν. Η συμφωνία του Συνεταιρισμού Κρουσώνα κινείται επομένως σε επίπεδα υψηλότερα του ισπανικού μέσου όρου. Επετεύχθη μάλιστα με δεδομένη την υψηλή ποιότητα (οξύτητα 0,45%) παρά τα δεδομένα της φετινής χρονιάς, και τη μειωμένη φετινή παραγωγή.
