
Μπορεί μέσα στην άνοιξη να ήρθαν επιτέλους βροχές, που περιμέναμε εδώ και τέσσερα χρόνια λειψυδρίας και να υπάρχει μια αίσθηση αισιοδοξίας, αλλά αν κάτι πρέπει να μας διδάξει η δύσκολη αυτή διαδρομή που έχουμε μέχρι σήμερα διανύσει, είναι η ανάγκη ορθολογικής διαχείρισης του φυσικού πόρου, που δεν αντέχει ούτε λεηλασία ούτε κατασπατάληση.
Λίγες μέρες πριν από τις λυτρωτικές βροχές, η «Π» μίλησε με τον έφορο Γεωποικιλότητας και Παλαιοντολογίας του Μουσείου Φυσικής Ιστορίας Κρήτης, δρ. Χαράλαμπο Φασουλά, για το κρίσιμο ζήτημα της διαχείρισης του νερού και εξηγεί ποια είναι τα λάθη, που πρέπει να αποφύγουμε και ποια είναι τα ζητήματα που θα πρέπει να προτάξουμε στον σχεδιασμό μας.
Ο κορυφαίος επιστήμονας ανοίγει το κρίσιμο ζήτημα της τοπικής ανάπτυξης, υπογραμμίζοντας την ανάγκη να είναι συμβατό με τους πόρους, τις δυνατότητες και τα κλιματικά δεδομένα του νησιού μας…
1)Καταρχήν, θα ήθελα μια αποτίμηση της κατάστασης, που έχει διαμορφωθεί σε σχέση με τη λειψυδρία.
«Η φετινή χρονιά είναι η τέταρτη συνεχόμενη υδρολογική χρονιά, στην οποία τα κατακρημνίσματα στο νησί μας είναι κάτω του μετρίου και προς το ελάχιστο, συγκρινόμενα με μια σειρά δεδομένων πολλών δεκαετιών. Μάλιστα, η φετινή ήταν και η φτωχότερη σε χιόνι απ’ τις τέσσερις, γεγονός που θα έχει σημαντικά μεσοπρόθεσμα αρνητικά αποτελέσματα.
Τα στοιχεία αυτά συνδυάζονται με τις πολύ υψηλές γενικά θερμοκρασίες. Να σημειώσουμε ότι μέσα σε αυτά τα τέσσερα ξηρά χρόνια, βρίσκονται οι δύο πιο ζεστές χρονιές, που έχουν καταγραφεί στη χώρα μας μέχρι σήμερα, γεγονός που έχει αυξήσει -σύμφωνα με το meteo.gr- στον μέγιστο βαθμό τα επίπεδα ξηρασίας του εδάφους, καταμεσής του χειμώνα, στο νησί μας.
Ήδη από την περσινή χρονιά, τα προβλήματα λειψυδρίας είχαν αρχίσει να γίνονται πολύ έντονα στα κεντρικά, νότια και ανατολικά τμήματα της Κρήτης, καθώς σταμάτησε η τροφοδοσία από τα περισσότερα φράγματα και οι γεωτρήσεις άρχισαν να δέχονται τεράστια πίεση.
Τα αποτελέσματα είναι γνωστά με τη διακοπή άρδευσης σε πολλές περιοχές, την εκ περιτροπής άρδευση ορισμένων καλλιεργειών, τα πολλά προβλήματα ύδρευσης μικρών οικισμών της ενδοχώρας, αλλά και την πολύ μεγάλη υποβάθμιση της ποιότητας νερού στο Ηράκλειο, λόγω της υφαλμύρωσης γεωτρήσεων».
2)Βλέπουμε ότι, αφού η κατάσταση της λειψυδρίας έφτασε κυριολεκτικά σε ακραία επίπεδα, τώρα αρχίζουν να γίνονται κινήσεις, σε σχέση με το θέμα του νερού. Γιατί -κατά την άποψή σας- υπήρξε αυτή η δυσκολία; Δεν είχαμε αξιολογήσει σωστά την κατάσταση; Ποια είναι τα λάθη που δεν πρέπει να επαναλάβουμε;
«Γενικά, είτε σε τοπικό, είτε σε εθνικό επίπεδο, πάσχουμε στο θέμα του μακροπρόθεσμου σχεδιασμού, ενώ θα έλεγα -λόγω ιδιοσυγκρασίας- έχουμε διαρκώς την τάση να βλέπουμε τα πράγματα αισιόδοξα, για να μην χρησιμοποιήσω άλλη έκφραση. Αν όμως αυτό θα μπορούσε να συγχωρεθεί στους πολίτες, δεν συμβαίνει το ίδιο με αυτούς, που έχουν την ευθύνη σχεδιασμού και εξασφάλισης των απαραίτητων ποσοτήτων νερού, για την κάλυψη των αναγκών των κατοίκων και των ποικίλων οικονομικών δραστηριοτήτων.
Στο θέμα της διαχείρισης του νερού, αν και η περιφέρεια Κρήτης ήταν η πρώτη, που κατάρτισε σχέδια διαχείρισης με βάση την οδηγία 60/2000 της Ε.Ε., τελικά υστερούμε σε έργα και δράσεις που χρειάζονται, για να αντιμετωπίσουν τέτοιες ακραίες καταστάσεις, τις οποίες οφείλαμε όλοι να περιμένουμε, με βάση τα σενάρια που η κλιματική κρίση αναμένεται να επιφέρει.
Σύμφωνα με αυτά, η Τοπική Αυτοδιοίκηση, η Περιφέρεια και βέβαια πολύ περισσότερο το κεντρικό κράτος, που έχει και τους πόρους, θα έπρεπε να σχεδιάζουν με το χειρότερο σενάριο και να κατευθύνουν εκεί απαραίτητους πόρους για όσα έργα και δράσεις απαιτούνταν. Να τονίσουμε ότι ένα ολόκληρο Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (κυρίως για την κλιματική κρίση), δεν πρόσθεσε τίποτα επί της ουσίας στην αντιμετώπιση του προβλήματος αυτού.
Σε τοπικό, όμως, επίπεδο, θεωρώ ότι έγιναν σφάλματα και γίνονται σε τρία επίπεδα. Κυρίως στον περιορισμό της σπατάλης και των διαρροών του νερού.
Εάν δεν καταναλώνουμε το νερό συνετά και όσο χρειάζεται για τις διάφορες ανάγκες μας, εάν δεν φροντίζουμε να μην χάνεται το μισό στα δίκτυα, τις διαρροές και τις κλοπές, και εάν δεν αντιληφθούμε το γεγονός ότι το άριστης ποιότητας νερό είναι ένας πεπερασμένος, δύσκολα ανανεώσιμος και πολύτιμος οικονομικά πόρος, τότε όσο νερό και να έχουμε, πάλι δεν θα μας φτάνει.
Στη συνέχεια, πρέπει σε τοπικό επίπεδο να σχεδιάζουμε έργα, υποδομές και επενδύσεις, με βάση τους πεπερασμένους πόρους που έχουμε. Είμαστε νησί και νερό φτάνει σε εμάς μόνο απ’ τον ουρανό. Ούτε ποτάμια μπορεί να μας το φέρουν απ’ αλλού, ούτε υπόγειοι αγωγοί.
Δεν μπορούμε, συνεπώς, να σχεδιάζομε έργα και επενδύσεις που απαιτούν μεγαλύτερες ποσότητες νερού απ’ αυτές που έχουμε, ούτε μπορεί ένας Δήμος να συμφωνεί στην υποστήριξη τουριστικών μονάδων, που απαιτούν περισσότερο νερό απ’ όσο καταναλώνει όλος ο Δήμος.
Τέλος, νομίζω ότι έγιναν λάθη και στη διαχείριση των νερών της τετραετίας. Κυρίως στη διαχείριση των φραγμάτων, από τα οποία -κατά προτεραιότητα- λαμβάναμε νερό, με αποτέλεσμα να αδειάσουν πολύ γρήγορα.
Τα περισσότερα απ’ τα φράγματα ύδρευσης λειτουργούν σε υπερετήσια βάση και θα έπρεπε να χρησιμοποιούνται ως ρεζέρβες, δίνοντας προτεραιότητα στις γεωτρήσεις (παλιές και νέες που θα μπορούσαν να ανορυχθούν), των οποίων το νερό ανατροφοδοτείται σε ετήσια βάση.
Ίσως επίσης να λειτούργησε και αποτρεπτικά, σε κάποιες περιπτώσεις, η θεώρηση ότι σε μια κρίση, η αφαλάτωση θα μπορούσε να δώσει άμεση λύση, κάτι που βλέπουμε ότι είναι αδύνατο και με τα διεθνή δεδομένα, ενδεχομένως οικονομικά αδιανόητο. Θα πρέπει να έχουμε κατά νου ότι ακόμα και σε μια ξηρή υδρολογικά περίοδο, το υδατικό μας ισοζύγιο (προσφορά/κατανάλωση) σε επίπεδο Κρήτης παραμένει θετικό».
3)Εδώ που έχουν φτάσει τα πράγματα, πώς -κατά την άποψή σας- πρέπει να διαχειριστούμε την κατάσταση; Σε ποια βάση θα πρέπει να προχωρήσουν οι συζητήσεις; Ποια είναι η δική σας τοποθέτηση;
«Με βάση τα τωρινά δεδομένα, θα συμφωνήσω με τις προτάσεις που πρόσφατα κατέθεσε το ΓΕΩΤΕΕ Π.Κ. Χρειάζονται κάποια άμεσα μέτρα, που έχουν να κάνουν με την ενημέρωση των πολιτών και επισκεπτών για το πρόβλημα που θα αντιμετωπίσουμε, τη θέσπιση από τώρα περιοριστικών μέτρων σε όλα τα επίπεδα (πρωτογενή τομέα, τουρισμό, ύδρευση), την ανόρυξη νέων γεωτρήσεων σε αρκετά πεδία, που ακόμα έχουν δυνατότητα προσφοράς νερού και σύνδεσή τους με τα δίκτυα.
Σε δεύτερο επίπεδο, χρειάζεται η προσπάθεια αντικατάστασης των παλαιών και φθαρμένων δικτύων, ο περιορισμός της σπατάλης, η ανακύκλωση όλων των ποσοτήτων νερού που χρησιμοποιούμε και η αξιοποίηση όλων των δυνατών αποθεμάτων που έχουμε στο νησί. Μακροπρόθεσμα, όμως, θα πρέπει να τεθούν τα σπουδαιότερα και δυσκολότερα ζητήματα προς συζήτηση.
Ποια είναι και πως μπορούμε να φτάσουμε σε μια ορθολογική και βιώσιμη διαχείριση των υδάτων στο νησί; Είναι απαραίτητοι και χρήσιμοι όλοι αυτοί οι φορείς, που εμπλέκονται στη διαχείριση των υδάτων και είναι πανάκια (πέραν από την αντισυνταγματικότητα) η μεταφορά της διαχείρισης των νερών σε ιδιώτες; Είναι βιώσιμο το μοντέλο αγροτικής ανάπτυξης στο νησί και μήπως τα ζητήματα αναδασμού πρέπει κάποια στιγμή να μπουν επιτακτικά στο τραπέζι;
Η τουριστική ανάπτυξη που προωθούμε, είναι συμβατή με τους πόρους, τις δυνατότητες και τα κλιματικά δεδομένα του νησιού μας; Και τέλος, το πιο πολιτικό και υπαρξιακό, το μοντέλο οικιστικής ανάπτυξης με την υπερσυγκέντρωση παροχών, υποδομών, υπηρεσιών και δυνατοτήτων στις πόλεις, με την παράλληλη ερήμωση της υπαίθρου, μας καθιστά ή όχι όλο και πιο ευάλωτους στην οποιαδήποτε οικονομική, περιβαλλοντική ή άλλη κρίση;».
4)Έχουμε στα χέρια μας κάποια δεδομένα, σε σχέση με το τι ακολουθεί. Για παράδειγμα, ξέρουμε ότι πολύ σύντομα θα έχει ολοκληρωθεί και θα αρχίσει να λειτουργεί το αεροδρόμιο Καστελλίου, που θα δημιουργήσει μια τρομακτική πίεση και σε σχέση με το θέμα του νερού, λόγω της κατακόρυφης αύξησης των τουριστών.
Από την άλλη, βλέπουμε ότι το φράγμα Αποσελέμη (από το οποίο σήμερα το Ηράκλειο έχει απόλυτη εξάρτηση) δεν μπορεί να λειτουργήσει ως λύση για τις ανάγκες υδροδότησης του Ηρακλείου, που μεταβάλλονται ανοδικά λόγω της σταθερής αύξησης των Airbnb. Ειδικά για το Ηράκλειο, πώς πρέπει να αντιμετωπισθούν αυτά τα δεδομένα;
«Όλα τα δεδομένα, που χρειαζόμαστε για τη συζήτηση του προβλήματος αυτού, είναι στα χέρια μας. Το ΠΕΣΚΑ της Περιφέρειας Κρήτης αναλύει λεπτομερώς τα σενάρια κλιματικής επιδείνωσης, που αναμένουμε για τις διάφορες περιοχές του νησιού μας.
Το σχέδιο διαχείρισης επίσης δίνει πολλές κατευθύνσεις και προτάσεις, που ακόμα δεν έχουν αξιοποιηθεί και εφαρμοστεί.
Η Αποκεντρωμένη Διοίκηση Κρήτης, με τη συνεργασία πολλών επιστημόνων, κατέληξε σε προτάσεις έργων, για την αντιμετώπιση του προβλήματος λειψυδρίας της ανατολικής Κρήτης. Το μοντέλο του μαζικού και πολυτελούς τουρισμού, που προωθείται, ξέρουμε καλά τι απαιτήσεις έχει από το κρητικό περιβάλλον και τι έσοδα αφήνει τελικά στο νησί.
Όσον αφορά στο Ηράκλειο, άμεσα πρέπει να εξεταστεί η ανόρυξη νέων γεωτρήσεων στα πεδία νότια της Τυλίσου-Κρουσώνα και ίσως προς τα Λασιθιώτικα. Η αντιμετώπιση του προβλήματος των απωλειών και διαρροών των δύο πεπαλαιωμένων αγωγών Τυλίσου και Μαλίων, θα έπρεπε να είχαν αντιμετωπιστεί από χθες. Θεωρώ ότι οι λύσεις της αφαλάτωσης που συζητούνται είναι αναποτελεσματικές, κοστοβόρες και ανεφάρμοστες στην ουσία για μια πόλη των 200.000 κατοίκων.
Πάντα η αφαλάτωση είναι η τελευταία λύση, και εφόσον υπάρχουν οι απαραίτητοι οικονομικοί πόροι. Πρέπει να θυμίσω ότι το Ηράκλειο είναι η μοναδική πόλη στο νησί, που οι δημότες του πίνουν εμφιαλωμένο νερό, ενώ πληρώνουν υψηλά δημοτικά τέλη. Εάν είναι να συνεχίσουμε αυτό το μοντέλο και να πληρώνουμε ακόμη περισσότερα, ας αγοράζουμε κατευθείαν το νερό απ’ τον Ζαρό, τη Γέργερη ή τα Λευκά Όρη».
5)Θέλω να ρωτήσω πώς βλέπετε το ενδεχόμενο της αξιοποίησης των νερών του Αλμυρού, με βάση την πρόταση που έχει καταθέσει ο υδρογεωλόγος, κ. Θ. Μαραμαθάς;
«Η πηγή του Αλμυρού είναι ένα δύσκολο γεωλογικό πρόβλημα. Ξέρουμε ότι το γλυκό νερό θα μπορούσε να καλύψει της ανάγκες όλου του Ηρακλείου. Ξέρουμε, όμως, ότι δυστυχώς είναι υφάλμυρο ήδη αρκετά βαθιά (-70 μέτρα κάτω απ’ τη θάλασσα) και είναι εξαιρετικά δύσκολο, να βρούμε τις πύλες εισόδου στο σύστημα του θαλασσινού νερού και να το αποκλείσουμε.
Ήδη εκμεταλλευόμαστε ένα μικρό μέρος του δυναμικού του με γεωτρήσεις. Αν και έχουν γίνει διδακτορικές διατριβές και έχουν κατατεθεί πολλές προτάσεις, δυστυχώς δεν επενδύσαμε σε καμία απ’ αυτές.
Από τη σύνδεση της πηγής με τον Αποσελέμη ή τη δημιουργία κάποιων μικρότερων γειτονικών φραγμάτων για τη μεταφορά του γλυκού νερού τους χειμερινούς μήνες, μέχρι τη δοκιμή της λύσης του κυρίου Μαραμαθά, που έχει ένα πολύ μικρό κόστος, ή ακόμα και της διάνοιξης μια υδρομαστευτικής στοάς, που θα προσπαθήσει να εισέλθει στον γλυκό υδροφορέα της πηγής.
Προσωπικά, νομίζω ότι οι δυο τελευταίες λύσεις θα έπρεπε άμεσα να εξεταστούν κατά προτεραιότητα και στη συνέχεια ή και παράλληλα, εάν δεν αποδώσουν, να δούμε τις πρώτες. Θα ήθελα, όμως, να τονίσω ότι ύψιστη προτεραιότητα πρέπει να παραμένει ο περιορισμός της σπατάλης και η εξάλειψη των διαρροών. Γιατί, όσο νερό και εάν εξασφαλίσεις, εάν το ρίχνεις σε ένα κοφίνι, πάλι δεν θα έχεις νερό να πιείς».