Στα «κάγκελα» είναι οι τρεις μεγάλες εργοληπτικές οργανώσεις (ΠΕΔΜΕΔΕ, ΠΕΣΕΔΕ και ΣΑΤΕ) μετά τις εκρηκτικές διαστάσεις που παίρνει το πρόβλημα με τις αυξήσεις στις τιμές των υλικών στα δημόσια τεχνικά έργα.
Οι εργολήπτες ζητούν άμεσα συνάντηση με το οικονομικό επιτελείο της Κυβέρνησης, με σχετική επιστολή την οποία απευθύνουν στον υπουργό Κ. Πιερρακάκη και τους υφυπουργούς Δ. Μαρκόπουλο και Αθ. Πετραλιά, ξεκαθαρίζοντας ότι πλέον έχουν φτάσει στα όριά τους.
Η Συντονιστική Επιτροπή των εργοληπτικών οργανώσεων σημειώνει ότι είναι αδύνατον να ολοκληρωθούν τα δημόσια έργα που έχουν ανατεθεί μετά τις ραγδαίες αυξήσεις των υλικών και θέτουν τελεσίγραφο ότι είναι αδιανόητο ο κλάδος να απορροφήσει χωρίς καμία στήριξη αυτούς τους ισχυρούς κραδασμούς.
Σύμφωνα με τον πρόεδρο του Συνδέσμου Ανώνυμων Τεχνικών Εταιρειών (ΣΑΤΕ), κ. Ζαχαρία Αθουσάκη, η αναθεώρηση τιμών αποτελεί υποχρέωση που προβλέπεται από το θεσμικό πλαίσιο, χωρίς δυστυχώς να εφαρμόζεται στην πράξη.
«Είναι αναγκαστικό δίκαιο η αναθεώρηση και εμείς αναγκαζόμαστε να αγωνιζόμαστε για την εφαρμογή του νόμου», σημειώνει. Όπως τονίζει, η νομοθεσία του 2021 προέβλεπε τη δημιουργία μηχανισμού παρακολούθησης των τιμών, ο οποίος δεν ενεργοποιήθηκε ποτέ, ενώ οι συντελεστές αναθεώρησης τιμών που δόθηκαν το 2022 κάλυψαν, σύμφωνα με τον ίδιο, λιγότερο από το 30% των πραγματικών αυξήσεων στα υλικά κατασκευής που ακολούθησαν την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία.
Την ίδια ώρα στην επιστολή τους, οι τρεις μεγάλες εργοληπτικές οργανώνεις στην επιστολή τους προς το οικονομικό επιτελείο της Κυβέρνησης σημειώνουν ότι «εξαιτίας των ραγδαίων και συνεχών αυξήσεων των τιμών, λόγω του πολέμου του Ιράν, έχουν διαμορφωθεί, για μια ακόμα φορά, ασφυκτικές συνθήκες κατά την εκτέλεση των έργων.
Η αρχική εντύπωση ότι το φαινόμενο των ραγδαίων αυξήσεων θα είχε προσωρινό χαρακτήρα έχει προ πολλού διαψευσθεί, αφού καθ’ όλη τη διάρκεια τής υπόψη χρονικής περιόδου δεν έχει διαπιστωθεί καμία μείωση των τιμών, ενώ πλέον όλες οι σχετικές αναλύσεις επισημαίνουν ότι τα επίπεδα τιμών και πληθωρισμού θα παραμείνουν υψηλά, ακόμη κι εάν επέλθει κάποιας μορφής συμφωνία μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών.
Αυτή η κατάσταση έχει δημιουργήσει συνθήκες ανωτέρας βίας κατά την υλοποίηση των δημοσίων συμβάσεων έργων, αφού οι εργοληπτικές επιχειρήσεις-μέλη μας καλούνται να ανταποκριθούν στις συμβατικές τους υποχρεώσεις, χωρίς να υφίσταται σήμερα ουσιαστική αναπροσαρμογή του εργολαβικού ανταλλάγματος αντίστοιχη των αυξήσεων των τιμών της αγοράς, ώστε να διατηρηθεί η αρχική οικονομική ισορροπία των συμβάσεων δημοσίων έργων, σε μια κρίσιμη χρονική στιγμή για την ολοκλήρωση των έργων που περιλαμβάνονται στα υφιστάμενα χρηματοδοτικά εργαλεία (Ταμείο Ανάκαμψης κ.ά.).
Ενδεικτικά, αναφέρουμε ότι σύμφωνα με στοιχεία που συνέλεξε Ομάδα Εργασίας των Οργανώσεών μας -από τις αρχές Μαρτίου μέχρι και σήμερα- τεκμηριωμένα διαπιστώνονται σημαντικότατες αυξήσεις σχεδόν σε όλα τα ενσωματούμενα στα έργα υλικά, αυξήσεις που κυμαίνονται από 20% έως 35% τουλάχιστον, σε διάστημα ολίγων μηνών!
Η ένταση των αυξήσεων, η οποία είναι ιδιαίτερα εμφανής στις τιμές των καυσίμων, δημιουργεί οξύτατο πρόβλημα που πρέπει άμεσα και δραστικά να επιλυθεί με τη λήψη κατάλληλων μέτρων που θα εξασφαλίζουν την εύρυθμη λειτουργία των εν εξελίξει έργων ανά την επικράτεια».
Προς τον σκοπό αυτό, καταλήγουν στην επιστολή τους: «Ζητούμε άμεση συνάντηση μαζί σας, ώστε να αναλυθεί το πρόβλημα που ήδη αντιμετωπίζουν τα έργα και να προταθούν λύσεις στην κοινή στόχευση της έγκαιρης ολοκλήρωσής τους».
