Νέα στοιχεία προστίθενται στην έρευνα των Αρχών σε Ελλάδα και Κύπρο για την υπόθεση των τριών Παλαιστινίων που κατηγορούνται ότι σχεδίαζαν βομβιστικές επιθέσεις κατά ισραηλινών στόχων σε ευρωπαϊκές χώρες, μεταξύ αυτών και στην Ελλάδα.
Όπως είναι γνωστό, μεταξύ των συλληφθέντων βρίσκεται ο 37χρονος «Γιουσέφ», ο οποίος εντοπίστηκε στον Άγιο Νικόλαο. Από τα στοιχεία προκύπτει ότι είχε ταξιδέψει σε τρεις γερμανικές πόλεις, στο Βέλγιο, την Ελβετία, το Κατάρ και την Τουρκία, σε χρονικό διάστημα από τις αρχές του 2024 έως τον Μάρτιο του 2026, λίγους μήνες πριν από τη σύλληψή του.
Τον Ιανουάριο του 2024, ο «Γιουσέφ» επισκέφθηκε αδελφό του που ζει στη Γερμανία ως πρόσφυγας και υπέβαλε αίτημα ασύλου, το οποίο απορρίφθηκε, με αποτέλεσμα να επιστρέψει στην Ελλάδα. Στη συνέχεια, όπως αναφέρει η «Καθημερινή», επικαλούμενος απώλεια εγγράφων, κατέθεσε νέο αίτημα στις ελληνικές υπηρεσίες, το οποίο έγινε δεκτό. Η συγκεκριμένη πτυχή της υπόθεσης παραμένει υπό διερεύνηση, καθώς εξετάζεται το ενδεχόμενο οι κινήσεις αυτές να έγιναν προκειμένου να δυσχερανθεί ο εντοπισμός του. Σε διαβαθμισμένα έγγραφα αναφέρεται ότι δεν εμφανίστηκε σε προγραμματισμένο ραντεβού με τη γερμανική υπηρεσία ασύλου και όταν αναζητήθηκε δεν βρέθηκε στο κέντρο φιλοξενίας στο Μούσινγκεν, όπου φέρεται να διέμενε.
Παράλληλα, οι ελληνικές διωκτικές και ανακριτικές αρχές εξετάζουν τις σχέσεις του 37χρονου με δύο ακόμη Παλαιστινίους. Για τον έναν από αυτούς φέρεται να δήλωσε ότι είναι μέλος της Χαμάς, ενώ ανέφερε πως γνωρίζονται από το 2010 και προσεύχονταν στο ίδιο τζαμί στη συνοικία Αλ Νασρ στη Γάζα. Για τον δεύτερο υποστήριξε ότι είχε υπενοικιάσει το σπίτι του στα Πατήσια, την περίοδο που ο ίδιος εργαζόταν ως μάγειρας σε ξενοδοχείο στον Άγιο Νικόλαο.
Στα έγγραφα της έρευνας γίνεται επίσης αναφορά σε έναν 41χρονο Παλαιστίνιο με το μικρό όνομα «Αμπντούλ», ο οποίος δεν είναι μεταξύ των συλληφθέντων. Σύμφωνα με τα στοιχεία, ήταν το πρόσωπο που φέρεται να υποδέχθηκε τον 37χρονο στην Ινδονησία και να προσπάθησε να τον πείσει να εκπαιδευτεί στη χρήση εκρηκτικών. Οι αρχές τον περιγράφουν ως «σταθμάρχη» της Χαμάς στη νοτιοανατολική Ασία.
Ο «Γιουσέφ» φέρεται να ανέφερε ότι ο «Αμπντούλ» τον έπεισε να ταξιδέψει στην Ινδονησία μέσω Ζυρίχης και Κατάρ, λέγοντάς του ότι θα εργαζόταν ως ηλεκτρολόγος σε σχολική μονάδα. Όταν, όπως υποστήριξε, αντιλήφθηκε τον πραγματικό σκοπό του ταξιδιού, αποφάσισε να αποχωρήσει, ενώ ο «Αμπντούλ» φέρεται να τον απείλησε ότι θα προκαλούσε κακό στην οικογένειά του. Οι δύο άνδρες γνωρίζονταν από τη Γάζα από το 2010.
Τον Νοέμβριο του 2025, μετά την ολοκλήρωση της εργασίας του στο ξενοδοχείο στον Άγιο Νικόλαο, ο 37χρονος επέστρεψε στην Αθήνα. Κατά την κατάθεσή του, εργάστηκε ως ηλεκτρολόγος σε εταιρεία που εγκαθιστούσε πρίζες, πριν παραιτηθεί και ταξιδέψει τον Μάρτιο του 2026 στο Βέλγιο, όπου φέρεται να ζει η αδελφή του.
Από την έρευνα της «Καθημερινής» προκύπτουν ακόμη στοιχεία για την εκρηκτική ύλη που φέρεται να είχαν αναλάβει να παρασκευάσουν οι εμπλεκόμενοι. Πρόκειται για το RDX (Research Department Explosive), ουσία που σε ανοικτές πηγές περιγράφεται ως ιδιαίτερα ισχυρό εκρηκτικό, περίπου 1,5 φορά ισχυρότερο από το TNT.
Σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, ο «Αμπντούλ» φέρεται να είχε υποδείξει στον συλληφθέντα της Κρήτης να νοικιάσει σπίτι με κήπο, ώστε να μην προκαλέσει υποψίες η αγορά λιπάσματος που θα χρησιμοποιούνταν για την παρασκευή εκρηκτικών. Κατά την απολογία του στον ανακριτή, ο 37χρονος υποστήριξε ότι είχε στείλει στον «Αμπντούλ» φωτογραφίες από ορισμένα πιθανά σπίτια, τα οποία τελικά δεν νοίκιασε, καθώς είχε αποφασίσει να μην προχωρήσει στη συνέχιση της δράσης.
