Εκπαιδευτικός που υπηρετεί σε σχολείο του Ηρακλείου, το οποίο είχε απασχολήσει πολλές φορές τις Αστυνομικές Αρχές για τα περιστατικά που συνέβαιναν, μιλά στην «Π», υπό καθεστώς ανωνυμίας, καθώς στην Ελλάδα του 2026 η αλήθεια δεν επιβραβεύεται, αλλά τιμωρείται και προτιμάται να κρύβονται τα προβλήματα «κάτω από το χαλί».
Ο ίδιος περιγράφει καταστάσεις που έζησε εκείνος, αλλά και συνάδελφοί του. Όλοι τους κινδύνευσαν. Προσπάθησαν όμως να αλλάξουν το κλίμα που επικρατούσε σε μια δουλειά που αγαπούν, αλλά κυρίως αγαπούν τα παιδιά με τα οποία έρχονται καθημερινά σε επαφή.
Με σωστές και συλλογικές κινήσεις, όποτε αυτό ήταν εφικτό, το σχολείο άλλαξε 180 μοίρες. «Από ζούγκλα γίναμε σχολείο, όταν έγιναν αυτά που έπρεπε», σχολιάζει.
Ερωτηθείς για το πώς θα περιέγραφε την κατάσταση στο σχολείο όταν πρωτοπήγε και γιατί πολλοί το χαρακτήριζαν «ζούγκλα», ο εκπαιδευτικός μάς απάντησε ότι τα περιστατικά βίας ήταν καθημερινό φαινόμενο.
Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, οι μαθητές ασκούσαν βία προς συμμαθητές τους, προς περαστικούς στον δρόμο, προς άλλα σχολεία αλλά και προς τους καθηγητές. Στο ερώτημα αυτό, τόνισε ότι είχε κληθεί η Αστυνομία για κάποια από αυτά τα περιστατικά, ενώ σε μία περίπτωση μαθητές είχαν πετάξει μπουκάλια και πέτρες σε αστυνομικούς που επέβαιναν σε μηχανή.
Σχετικά με το είδος των προβλημάτων που αντιμετώπιζαν καθημερινά και το εάν επρόκειτο για φαινόμενα βίας, παραβατικότητας ή κάτι βαθύτερο, ο ίδιος στάθηκε σε μία λέξη: «ασυδοσία».
Σύμφωνα με τις επισημάνσεις του, μέσα στην τάξη αντιμετώπιζε φασαρίες, θόρυβο και αναίδεια από ορισμένους μαθητές. Γενικότερα, όμως, όπως επισήμανε, πάρα πολλοί συνάδελφοί του είχαν δεχθεί χτυπήματα μέσα στην τάξη εν ώρα μαθήματος, ενώ είχαν πεταχτεί εναντίον τους μπουκάλια, τσάντες και βιβλία.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στο γεγονός ότι εν ώρα μαθήματος από κάποιες αίθουσες πετούσαν θρανία και καρέκλες στην αυλή, ενώ ο ίδιος και άλλοι συνάδελφοι είχαν δεχθεί αδέσποτα χτυπήματα από μπουκάλια νερών στην αυλή.
Για το εάν υπήρχαν συγκεκριμένες ομάδες μαθητών που δημιουργούσαν συστηματικά προβλήματα, υπογράμμισε ότι πάντα υπάρχουν συγκεκριμένες ομάδες με συγκεκριμένο προφίλ παραβατικότητας, οι οποίες εκτραχύνονται στη συμπεριφορά τους όταν δεν μπαίνουν όρια.
Αναφορικά με το πόσο επηρέαζε το κλίμα αυτό τη διδασκαλία και τη λειτουργία του σχολείου, ο εκπαιδευτικός μάς είπε πως η επίδραση ήταν τεράστια. «Φοβόμασταν να μπούμε στις τάξεις, φοβόμασταν να βγούμε από τις τάξεις», ανέφερε χαρακτηριστικά, τονίζοντας ότι δεν ήταν μόνο η στόχευση ορισμένων συναδέλφων, αλλά και τα τυχαία χτυπήματα, τα οποία ήταν τυφλά και άρα πιο επικίνδυνα.
Όπως επισήμανε, μαθητές και εκπαιδευτικοί βρίσκονταν σε συνεχή και άμεσο κίνδυνο, ενώ πολλοί μαθητές τον παρακαλούσαν να μείνουν στην τάξη στο διάλειμμα για να μην βγουν στην αυλή από φόβο μην τους έρθει κάτι στο κεφάλι.
Στο ερώτημα εάν υπήρχε αίσθηση φόβου μεταξύ των εκπαιδευτικών, η απάντηση ήταν κατηγορηματική: «Σαφέστατα και υπήρχε, αφού στις εφημερίες κοιτούσαμε ψηλά μην τυχόν και πετάξουν κάτι».
Περιστατικά βίας και απειλών
Για το εάν έχει βιώσει προσωπικά περιστατικά απειλής ή εκφοβισμού από μαθητές, ο εκπαιδευτικός μάς ανέφερε ότι έχει βιώσει περιστασιακή απειλή και κακή συμπεριφορά, όχι όμως κάτι συνεχές. Σχετικά με περιπτώσεις όπου εξωσχολικοί μπήκαν στο σχολείο και δημιούργησαν προβλήματα, μας είπε ότι αυτό συνέβη σε περιορισμένο βαθμό, μάλιστα όπως θυμάται, τον ένα τον ανακάλυψε ο ίδιος και τον πήγε στο γραφείο.
Ο εξωσχολικός τούς έδινε ψευδή στοιχεία, αλλά τελικά ενημέρωσαν τον διευθυντή του σχολείου του, ώστε να ενημερωθούν οι γονείς.
Ερωτηθείς να περιγράψει ένα περιστατικό που του έχει μείνει έντονα στη μνήμη, ανέφερε μία συγκεκριμένη στιγμή: «Δέχθηκα επίθεση στην αυλή, ενώ ήμασταν με τους μαθητές μου, πέταξαν ένα βιβλίο από τον δεύτερο όροφο, ευτυχώς δεν χτύπησε τα παιδιά, που κάποια εξ αυτών είχαν και προβλήματα υγείας».
Για το εάν έφτασαν ποτέ τα πράγματα σε σημείο να φοβηθεί για τη σωματική του ακεραιότητα, απάντησε θετικά, τονίζοντας ότι η καθημερινότητα ήταν χαοτική για όλους.
Σχετικά με το εάν υπήρξαν συνάδελφοί του που δέχθηκαν επίθεση ή σοβαρή απειλή, ο εκπαιδευτικός μάς είπε ότι ήταν πάρα πολλοί, όπως είχε αναφέρει και νωρίτερα. Περιγράφοντας την κατάσταση τόνισε ότι μαθητές έβριζαν συναδέλφους, τους τραβούσαν βίντεο, τους προκαλούσαν με βρισιές, ανέβαιναν στα θρανία, ούρλιαζαν και έβγαζαν κραυγές ζώων.
Στο ερώτημα πώς αντιμετωπίζονταν τότε τέτοια περιστατικά και αν υπήρχε κάποια θεσμική προστασία, ο εκπαιδευτικός μας στάθηκε ιδιαίτερα. Τόνισε ότι τα περιστατικά δεν αντιμετωπίζονταν με συστηματικό τρόπο, όπως για παράδειγμα με αποβολές, συζήτηση με γονείς και κυρίως με αλλαγή σχολικού περιβάλλοντος.
Ο ίδιος, όπως αποκάλυψε, αναφέρθηκε εγγράφως μόνο όταν δέχθηκε το πρώτο και τελευταίο χτύπημα με βιβλίο στην αυλή. Μάλιστα, όπως ανέφερε με έμφαση, η διεύθυνση του σχολείου μετά τη δική του αντίδραση είπε σε ορισμένους συναδέλφους να μην αναφέρουν τα χτυπήματα που δέχονταν μέσα στις τάξεις για να μην καταγράφονται!
Για το πώς αντέδρασε ο σύλλογος διδασκόντων σε αυτή την κατάσταση, ο εκπαιδευτικός περιέγραψε μία πολυσχιδή εικόνα: «Κάποιοι διαμαρτύρονταν, κάποιοι φοβόντουσαν, κάποιοι ήθελαν την εύνοια της διοίκησης και κάποιοι έπεφταν στην παγίδα να νομίζουν ότι φταίνε οι ίδιοι, ενώ δεν έφταιγαν φυσικά!».
Σχετικά με το αν υπήρχαν διαφορετικές απόψεις μεταξύ των καθηγητών για το πώς πρέπει να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα, ανέφερε ότι υπήρχαν, αλλά ήταν μόνο προφορικές.
Ερωτηθείς εάν υπήρξαν στιγμές που κάποιοι ένιωσαν ότι δεν μπορούν άλλο να εργαστούν σε τέτοιο περιβάλλον, απάντησε πως ναι, πολλοί έφυγαν και δεν ξαναγύρισαν, ενώ μπορούσαν, για παράδειγμα, μέσω απόσπασης.
Αναφορικά με τη στάση της διεύθυνσης του σχολείου τότε, ήταν ιδιαίτερα επικριτικός, χαρακτηρίζοντάς την «ανεπαρκή». Στο ερώτημα αν υπήρξε κάποια στιγμή καμπής όπου η διοίκηση αποφάσισε ότι πρέπει να αλλάξει ριζικά το κλίμα, μας είπε πως αυτό συνέβη όταν έλαβε γραπτώς αναφορές από λίγους εκπαιδευτικούς.
Για τον ρόλο της ηγεσίας του σχολείου σε αυτή τη μεταμόρφωση, τόνισε πως ήταν πολύ σημαντικός. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, «η διεύθυνση ενός σχολείου κατά κύριο λόγο είναι διοίκηση ανθρώπινου δυναμικού, πρέπει να έχει όραμα, αξιοπιστία, να μην υπάρχει ατιμωρησία, να μην υπάρχουν δημόσιες σχέσεις εις βάρος των παιδαγωγικών αξιών και υψηλή αίσθηση δικαίου».
Η αρχή της αλλαγής
Περιγράφοντας την πορεία προς την αλλαγή, ο εκπαιδευτικός ανέφερε ότι έμειναν πολλοί μαθητές με απουσίες, ενώ πολλοί εκπαιδευτικοί αύξησαν τις ώρες συζήτησης εντός και εκτός τάξης.
Ταυτόχρονα, όπως είπε, έδιναν αποβολές ως μέτρο οριοθέτησης απαράδεκτων συμπεριφορών και η διεύθυνση έγινε πιο υποστηρικτική σε αυτό και όχι απλώς διεκπεραιωτική. Παράλληλα, οργανώθηκαν συλλογικές δράσεις με μαθητές, όπως ζωγραφική και κατασκευές χειροτεχνιών, με θέματα την ειρήνη, τη δημοκρατία, ενώ έγιναν και περιβαλλοντικές δράσεις.
Στο ερώτημα πότε άρχισε να φαίνεται ότι κάτι αλλάζει πραγματικά στο σχολείο, μας απάντησε: «Ουσιαστικά στο τέλος της χρονιάς». Για το αν οι αλλαγές αφορούσαν κυρίως πειθαρχικά μέτρα ή και παιδαγωγικές παρεμβάσεις, επιβεβαίωσε ότι ίσχυαν και τα δύο.
Σχετικά με το πώς αντέδρασαν οι μαθητές όταν άρχισε να αλλάζει το πλαίσιο λειτουργίας, ο συνομιλητής μας τόνισε ότι η συντριπτική πλειοψηφία ανταποκρίθηκε μια χαρά. Όπως ανέφερε, τα δύο-τρία άτομα σε κάθε τάξη που δημιουργούσαν το χάος απομονώθηκαν και από τους συμμαθητές τους.
Ερωτηθείς τι συγκεκριμένα άλλαξε στην καθημερινότητα του σχολείου, στάθηκε στη στάση της διεύθυνσης, η οποία άρχισε να ακούει τους εκπαιδευτικούς. Για το πόσο ρόλο έπαιξαν οι δραστηριότητες, τα εργαστήρια ή τα προγράμματα που δίνουν κίνητρο στους μαθητές, απάντησε «μεγάλο».
Αντίθετα, για τη συμμετοχή των γονέων σε αυτή τη διαδικασία αλλαγής, ήταν ιδιαίτερα επικριτικός: «Ελάχιστα, επικρατεί πλήρης αδιαφορία στην πλειοψηφία εξ αυτών. Κάποιοι απειλούν με μηνύσεις ή με μπαλωθιές», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Περιγράφοντας πώς άλλαξε η στάση των μαθητών μέσα σε αυτή τη διαδικασία, χρησιμοποίησε τρεις λέξεις: «Φιλικοί, ήρεμοι, ασφαλείς». Στο ερώτημα αν υπήρξαν μαθητές που από «προβληματικοί» εξελίχθηκαν σε παραδείγματα προς μίμηση, απάντησε θετικά, λέγοντας «ναι, αρκετοί». Για το τι πιστεύει ότι λειτούργησε τελικά, η αυστηρότητα ή η εμπιστοσύνη προς τους μαθητές, ξεκαθάρισε: «Σίγουρα η νοοτροπία ατιμωρησίας ή μαθητοπατέρα δεν οδηγεί σε καλά αποτελέσματα».
Σε ερώτηση για το μήνυμα που θα ήθελε να στείλει, ο εκπαιδευτικός ανέλυσε τους παράγοντες που οδηγούν σε τοξικές καταστάσεις: «Η ανεπαρκής διοίκηση, οι κλίκες, η ευχαρίστηση των γονέων, η ατιμωρησία, η προσπάθεια της διοίκησης να ρίξει το φταίξιμο ή να δημιουργεί ενοχές σε εκπαιδευτικούς, η προσπάθεια της διεύθυνσης να μην ακουστεί το σχολείο για όσα συμβαίνουν, όλα αυτά οδηγούν σε τοξικές και επικίνδυνες καταστάσεις».
Η απώλεια συναδέλφου
Στο ερώτημα για τον πρόσφατο θάνατο συναδέλφου του από εγκεφαλικό, που συγκλόνισε την εκπαιδευτική κοινότητα, ο συνομιλητής μας απάντησε με μία ερώτηση: «Τι έκανε η διευθύντρια του σχολείου μετά το πρώτο ή δεύτερο περιστατικό; Είναι παιδαγωγικό να επιτρέπονται τέτοιες συμπεριφορές μέσα σε μία τάξη, ανεξάρτητα από τον οποιονδήποτε καθηγητή;».
Για το αν το άγχος και οι πιέσεις που αντιμετωπίζουν οι εκπαιδευτικοί σε δύσκολα σχολικά περιβάλλοντα παίζουν ρόλο στην υγεία τους, ήταν κατηγορηματικός: «Σαφέστατα, η παγκόσμια βιβλιογραφία και οι επαγγελματικοί σύλλογοι το έχουν επιβεβαιώσει».
Κλείνοντας, ερωτηθείς τι μήνυμα θα ήθελε να στείλει στην πολιτεία σχετικά με την προστασία και τη στήριξη των εκπαιδευτικών, ξεκίνησε με ένα ρητορικό ερώτημα: «Από πού να αρχίσω;». Και συνέχισε αναφερόμενος στους εξευτελιστικούς μισθούς, στη στοχοποίηση του κλάδου από Υπουργεία και ΜΜΕ, στο πρόγραμμα σπουδών και στα μαθήματα. Όπως τόνισε, «ζούμε σε μια εποχή που οι μαθητές είναι εθισμένοι στο κινητό, στα βιντεοπαιχνίδια και δεν αντέχουν να δουν ούτε ταινίες.
Θέλουν γρήγορες δόσεις ντοπαμίνης και αυτό δεν γίνεται να το προσφέρει κανένα σχολείο». Καταλήγοντας, επισήμανε την ανάγκη για πιο ενδιαφέροντα γνωστικά αντικείμενα, λιγότερη ύλη, αλλαγή του εξεταστικού συστήματος και κυρίως μικρότερο αριθμό μαθητών ανά τμήμα».
