Σαφές προβάδισμα διατηρούν τα ακίνητα -έως τις 300.000 ευρώ- στις προτιμήσεις όσων αναζητούν κατοικία στην Κρήτη, σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς. Πρόκειται κυρίως για νεόδμητα ή σχετικά σύγχρονα διαμερίσματα, που καλύπτουν βασικές στεγαστικές ανάγκες ντόπιων και νέων ζευγαριών.
Ωστόσο, παράλληλα καταγράφεται έντονο -αν και πιο εξειδικευμένο- ενδιαφέρον για ακίνητα άνω των 500.000 ευρώ, τα οποία αφορούν κατά κύριο λόγο πολυτελείς κατοικίες είτε εντός των πόλεων, σε αναβαθμισμένες συνοικίες, είτε κοντά στη θάλασσα, σε τουριστικές περιοχές.
Όπως επισημαίνει ο πρόεδρος του Συλλόγου Ιδιοκτητών Ακινήτων, Κώστας Αράπογλου, υπάρχει μεν ζήτηση για ακριβά και πολυτελή ακίνητα, όμως η προσφορά έχει περιοριστεί δραματικά. «Τα ακίνητα μέσα στις πόλεις ουσιαστικά δεν υπάρχουν, ενώ και τα διαθέσιμα οικόπεδα έχουν μειωθεί σημαντικά», τονίζει, προειδοποιώντας για ένα πρόβλημα που αναμένεται να οξυνθεί τα επόμενα χρόνια.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί και η συρρίκνωση των δυνατοτήτων δόμησης στους οικισμούς, καθώς τα νέα όρια -ιδίως για οικισμούς από 700 έως 2.000 κατοίκους- περιορίζουν σημαντικά τις παρεκκλίσεις.
Η κατάργηση των παρεκκλίσεων της δόμησης σε αγροτεμάχια τεσσάρων στρεμμάτων από τον Σεπτέμβριο, σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς, εντείνει ακόμη περισσότερο το στεγαστικό πρόβλημα, σε μια περίοδο, όπου οι πόλεις ήδη δεν διαθέτουν επαρκές απόθεμα κατοικιών.
Οι αγοραστές των ακριβών ακινήτων, όπως εξηγεί ο κ. Αράπογλου, δεν αναζητούν κατ’ ανάγκη πολλά τετραγωνικά μέτρα. Προτεραιότητα δίνεται στην ποιότητα κατασκευής και την πολυτέλεια: πισίνες, σύγχρονες προδιαγραφές, θέα στη θάλασσα, εγγύτητα σε νοσοκομεία και βασικές υποδομές. Αυτά τα χαρακτηριστικά είναι που ανεβάζουν σημαντικά τις τιμές.
Από την πλευρά της, η πρόεδρος των Κτηματομεσιτών Ανατολικής Κρήτης, Άρτεμις Μαυράκη, σημειώνει ότι το μεγαλύτερο μέρος της ζήτησης αφορά ακίνητα έως περίπου 300.000 ευρώ. «Υπάρχουν κάποιοι που αναζητούν ακριβότερα ακίνητα, αλλά δεν είναι πολλοί. Το βασικό πρόβλημα είναι ότι δεν υπάρχουν διαθέσιμα ακίνητα στις πόλεις», υπογραμμίζει, τονίζοντας πως η έλλειψη προσφοράς λειτουργεί πιεστικά για τις τιμές.
Σημαντικό μέρος της ζήτησης ακριβών κυρίως ακινήτων προέρχεται από Ευρωπαίους, αλλά και πολίτες τρίτων χωρών, οι οποίοι επιδιώκουν την απόκτηση ακινήτου στο πλαίσιο της «χρυσής βίζας». «Η προοπτική της δόμησης συρρικνώνεται και αυτό είναι κάτι που θα το βρούμε μπροστά μας στο μέλλον», προειδοποιεί ο κ. Αράπογλου.
Όσον αφορά τα πολύ ακριβά ακίνητα -άνω του ενός εκατομμυρίου ευρώ- αυτά αφορούν κυρίως βίλες σε τουριστικές περιοχές της Κρήτης, με τιμές που μπορεί να φτάνουν ακόμη και τα 3 ή 4 εκατομμύρια ευρώ. Πρόκειται για μια εντελώς διαφορετική κατηγορία αγοράς, όπου οι συναλλαγές γίνονται κυρίως μέσω εξειδικευμένων εταιρειών και όχι με προσωπικές διαπραγματεύσεις ή μέσω των γνωστών μεσιτικών καναλιών.
«Υπάρχουν αρκετά τέτοια ακίνητα στο νησί, κυρίως σε τουριστικές ζώνες», επισημαίνουν γνώστες της αγοράς, ξεκαθαρίζοντας όμως ότι δεν σχετίζονται άμεσα με τη στεγαστική πίεση που βιώνουν οι πόλεις.
Όπως γίνεται κατανοητό, η Κρήτη βρίσκεται μπροστά σε μια διπλή πρόκληση. Από τη μία, αυξημένη ζήτηση και περιορισμένη προσφορά για κατοικίες προσιτής τιμής. Από την άλλη, μια αναπτυσσόμενη -αλλά κλειστή- αγορά πολυτελών ακινήτων, που απευθύνεται σε λίγους και ισχυρούς οικονομικά αγοραστές. Και ανάμεσα σε αυτά, ένα θεσμικό πλαίσιο δόμησης που στενεύει, κάνοντας το στεγαστικό ζήτημα ακόμη πιο πιεστικό για τα επόμενα χρόνια.
Τι αγόρασαν οι ξένοι το 2025
Σταθερά σε μικρά και μεσαία ακίνητα κινήθηκε το ενδιαφέρον των ξένων αγοραστών στην Ελλάδα το 2025, με τις περισσότερες συναλλαγές να αφορούν κατοικίες αξίας από 100.000 έως 200.000 ευρώ. Πρόκειται κυρίως για σπίτια που αποκτώνται ως δεύτερη ή εξοχική κατοικία, με τις επιφάνειες 60 έως 100 τετραγωνικά μέτρα να θεωρούνται «ασφαλής επιλογή» για χρήση διακοπών, αλλά και περιοδικής παραμονής.
Η εικόνα αυτή δείχνει ότι το αγοραστικό ενδιαφέρον από το εξωτερικό δεν στρέφεται σε υπερβολές, αλλά σε ακίνητα που ισορροπούν μεταξύ κόστους, μεγέθους και πρακτικότητας. Σπίτια δηλαδή που μπορούν να χρησιμοποιηθούν ευέλικτα, χωρίς υψηλά έξοδα συντήρησης και χωρίς επενδυτικό ρίσκο. Τα στοιχεία προκύπτουν από έρευνα της RE/MAX Ελλάς, βασισμένη στις πραγματικές συναλλαγές του δικτύου της.
Περισσότεροι από τους μισούς αγοραστές από το εξωτερικό (52%) δήλωσαν ότι η αγορά έγινε, με στόχο τη χρήση του ακινήτου ως δεύτερη ή εξοχική κατοικία. Σημαντικό παραμένει και το επενδυτικό ενδιαφέρον, καθώς το 30% αγόρασε με σκοπό την εκμίσθωση ή τη μεταπώληση, ενώ μόλις το 10% προχώρησε σε αγορά κύριας κατοικίας. Η Golden Visa εξακολουθεί να παίζει ρόλο, όμως περιορίζεται στο 8% των περιπτώσεων, επιβεβαιώνοντας ότι δεν αποτελεί πλέον τον βασικό λόγο εισόδου στην ελληνική αγορά.
Σε επίπεδο τύπου ακινήτου, τα διαμερίσματα παραμένουν στην κορυφή των επιλογών, αποσπώντας το 38% των αγορών. Ακολουθούν οι μονοκατοικίες με 27% και οι μεζονέτες με 20%, ενώ τα οικόπεδα συγκεντρώνουν 9%. Επαγγελματικά ακίνητα και αγροτεμάχια κινούνται σε χαμηλά ποσοστά, της τάξης του 3%.
Η πλειονότητα των αγορών αφορά μεταχειρισμένα ακίνητα, τα οποία καλύπτουν το 78% των συναλλαγών. Τα νεόδμητα ακολουθούν με 20%, ενώ τα ανακαινισμένα εμφανίζονται οριακά στην εικόνα της αγοράς, μόλις με 2%.
Καθοριστικό ρόλο παίζει και το εμβαδόν. Τα ακίνητα από 61 έως 100 τ.μ. απορροφούν τα τρία τέταρτα των αγορών, επιβεβαιώνοντας ότι πρόκειται για το «μέγεθος-κλειδί» για τους ξένους αγοραστές. Οι κατοικίες έως 60 τ.μ. και εκείνες από 101 έως 150 τ.μ. κινούνται στο 10%, ενώ τα σπίτια άνω των 151 τ.μ. περιορίζονται στο 5%.
Αντίστοιχα, σχεδόν οι μισές συναλλαγές πραγματοποιούνται στο εύρος τιμών 100.001-200.000 ευρώ. Το 27% αφορά ακίνητα αξίας 200.001-300.000 ευρώ, ενώ το 17% κινείται μεταξύ 50.001 και 100.000 ευρώ. Τα πολύ χαμηλά και τα υψηλότερα τιμολογιακά κλιμάκια συγκεντρώνουν από 3% το καθένα.
Η έρευνα καταγράφει και τις δυσκολίες που επηρεάζουν την τελική απόφαση. Σχεδόν ένας στους δύο αγοραστές επανεξετάζει την αγορά, όταν δεν βρίσκει άμεσα το ακίνητο που αναζητά, ενώ η περιορισμένη προσφορά στην περιοχή ενδιαφέροντος λειτουργεί ανασταλτικά για το 15%. Ακολουθούν η άνοδος των τιμών (13%), προσωπικοί λόγοι (12%) και η γραφειοκρατία (8%), με μικρότερη επίδραση να έχουν η αλλαγή προτεραιοτήτων και η έλλειψη χρηματοδότησης.
Ως προς τον χρόνο ωρίμανσης της απόφασης, το 34% ολοκληρώνει την αγορά μέσα σε 4 έως 6 μήνες και το 24% σε 2 έως 3 μήνες. Περίπου δύο στους δέκα κινούνται είτε πολύ γρήγορα, μέσα σε λιγότερο από δύο μήνες, είτε χρειάζονται πάνω από επτά μήνες μέχρι να καταλήξουν.
Συνολικά, η ελληνική αγορά ακινήτων διατηρεί το 2025 έναν σταθερό, αλλά πιο «μετρημένο» διεθνή χαρακτήρα, με τους ξένους αγοραστές να επιλέγουν κυρίως λειτουργικά ακίνητα με σαφή χρήση και όχι ευκαιριακές ή υψηλού ρίσκου τοποθετήσεις.
Οι βίλες της χλιδής: Σαν από παραμύθι, με απίστευτες πολυτέλειες και ευκολίες
Ξεχωρίζουν για τη μοναδική θέα τους στη θάλασσα και τη μοναδική τους πολυτέλεια, που πολλές φορές έχει τόσο προσεγμένη λεπτομέρεια, που θυμίζουν παλάτι.
Φυσικά, είναι ηλιόλουστα, βιοκλιματικά, διαθέτουν τα πιο προηγμένα συστήματα που τα «βοηθούν» να είναι ζεστά τον χειμώνα και δροσερά το καλοκαίρι, αξιοποιώντας την κρητική φύση με τις εξαιρετικές καιρικές συνθήκες και δεν απευθύνονται στους… κοινούς θνητούς!
Είναι τα σπίτια της χλιδής στην Κρήτη, οι πολυτελείς βίλες που πωλούνται αναζητώντας «κροίσους» περισσότερο στο εξωτερικό και λιγότερο στην Ελλάδα. Με τιμές που κάποιες φορές φθάνουν και τα 3,8 εκατομμύρια ευρώ, «φιγουράρουν» στα ειδικά sites της Ελλάδας και του εξωτερικού, που ασχολούνται με real estate υψηλών προδιαγραφών.
Οι πιο φθηνές, αυτές που είναι κάτι παραπάνω από ένα σπίτι και κάτι λιγότερο από μια βίλα, κοστίζουν λιγότερο από ένα εκατομμύριο ευρώ, με τιμές ωστόσο να υπάρχουν για όλα τα βαλάντια, τα πλούσια εννοούμε βέβαια!
Όταν δούμε τις εικόνες από τις βίλες, που είναι για πώληση, νομίζουμε ότι βγήκαν από παραμύθι ή από αρχιτεκτονικό διαγωνισμό. Οι υποθέσεις μας είναι σωστές και οι δύο, αφού οι χώροι είναι παραμυθένιοι, ενώ αρκετές από αυτές τις βίλες έχουν δώσει διεθνή βραβεία στις ομάδες των ειδικών αρχιτεκτόνων, μηχανικών, διακοσμητών κ.λπ. που τις κατασκεύασαν.
Τα κοινά χαρακτηριστικά που έχουν όλες σχεδόν οι βίλες, από αυτές που κοστίζουν μερικές εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ, ως αυτές που ξεπερνούν τα τρία εκατομμύρια ευρώ
Θέα σε θάλασσα: Φαίνεται να είναι το πρώτο στοιχείο που πωλούν οι κατασκευαστές αυτών των σπιτιών. Είτε αυτή φαίνεται πολύ κοντά, είτε από μακρύτερα στην περίπτωση που η βίλα συνδυάζει βουνό και θάλασσα.
Πισίνες μικρές και μεγάλες: Η πισίνα εδώ και χρόνια στο μυαλό μας «πάει» μαζί με τη βίλα. Έτσι, οι βίλες της Κρήτης διαθέτουν πισίνες μικρές και μεγάλες. Σε κάποιες περιπτώσεις, μάλιστα, και oλυμπιακών προδιαγραφών. Εκεί που πραγματικά εντυπωσιάζεται κανείς είναι σε πισίνες, που είναι σε βίλες που έχουν κτιστεί σε πλαγιά και έχουν θέα στη θάλασσα αλλά και στο βουνό.
Εσωτερικοί χώροι: Οι εσωτερικοί χώροι είναι πολλά τετραγωνικά, κάποιες φορές ξεπερνούν και τα εξακόσια. Εκεί, φυσικά, διαθέτουν σαλόνια, κουζίνες, πολλά υπνοδωμάτια και μπάνια, ξενώνες, δωμάτια υπηρεσίας και οι πιο πολυτελείς γυμναστήρια και playroom. Τα υλικά που έχουν χρησιμοποιηθεί, αλλά και τα έπιπλα είναι ακριβά και εξαιρετικής ποιότητας, ενώ η φθηνότερη τιμή ανά τετραγωνικό ξεκινά από τις 3.000 ευρώ και ξεπερνά τις 6.000 ευρώ.
Εξωτερικοί χώροι: Οι εξωτερικοί χώροι διαθέτουν κήπους, μονοπάτια και παρτέρια με δέντρα και φυτά που αντέχουν κοντά στη θάλασσα. Είναι ιδιαιτέρως προσεγμένοι και επιμελημένοι και πολλές φορές, το εξωτερικό του σπιτιού επενδύεται με πέτρα που δίνει μια άλλη αισθητική, αλλά και «δένει» αρμονικά με τον περιβάλλοντα χώρο του σπιτιού.
Βιοκλιματικά συστήματα: Όλα δείχνουν ότι τα σπίτια αυτά κατασκευάστηκαν με πολλή μελέτη, μεράκι και γνώση. Έτσι, διαθέτουν βιοκλιματικά συστήματα που αξιοποιούν στο έπακρο τον ήλιο και τον αέρα και κάνουν τη ζωή των ανθρώπων, που ζουν εκεί, πιο άνετη και πιο φυσική. Οι κλιματολογικές συνθήκες της Κρήτης αξιοποιούνται στο έπακρο σε αυτά τα σπίτια.
Η μάχη του αυτονόητου: Σε άλλα σπίτια, τα διπλά τζάμια, τα τζάκια, ο κλιματισμός, τα χαμάμ και τα τζακούζι, τα πάρκινγκ, οι κήποι θεωρούνται ως επιπλέον πλεονεκτήματα του σπιτιού. Εδώ είναι τα σχεδόν… αυτονόητα. Και πώς να μην είναι άλλωστε, με τέτοιες τιμές πώλησης.
Συστήματα ασφαλείας: Κακά τα ψέματα, όποιος μείνει σε ένα τέτοιο σπίτι, την ασφάλεια τη χρειάζεται. Έτσι, τα συστήματα ασφαλείας είναι τα πιο σύγχρονα και τα πιο προηγμένα που υπάρχουν και ξεκινούν από τις πόρτες ασφαλείας και τους ψηλούς μαντρότοιχους, ως τις κάμερες και τα συστήματα ανίχνευσης κίνησης που είναι εγκατεστημένα παντού.
