Είναι από τους ανθρώπους που «ανέβασαν την Ελλάδα λίγο ψηλότερα». Τα τραγούδια του έγιναν σύμβολο σε δύσκολους καιρούς ,αγαπήθηκαν από τον κόσμο και έφτασαν στα χείλη μιας ολόκληρης γενιάς που πάλευε για ελευθερία και ψωμί.
«Ολόκληρη η ζωή και το έργο μου μπορούν να ερμηνευτούν και κατανοηθούν μόνο κάτω από το πρίσμα των τριών λέξεων που με γαλούχησαν: Ελλάδα, Πατρίδα, Ελευθερία» έλεγε ο ίδιος.
Η ζωή του θα μπορούσε να γίνει ταινία σαν τη μουσική με την οποία έντυσε τον «Ζορμπά» κάνοντας την συνώνυμη με την Ελλάδα σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης. Η μουσική του Ζορμπά έγινε το ισχυρότερο ελληνικό σύμβολο.
Έγινε-έγραφε ο αείμνηστος Γιώργος Αγοραστάκης-η πιο αναγνωρίσιμη ελληνική μουσική, η «μουσική ταυτότητα» της ιδεατής Ελλάδας. «Και για τα δύο ζωή και μουσική έχουν αναρίθμητα άρθρα βιβλία κι έχουν γίνει άλλες τόσες αναλύσεις.
Ένα θεμελιώδες κομμάτι της ζωής του ήταν η Κρήτη, ο τόπος της καταγωγής του ,η οποία τον υποδέχτηκε στα σπλάχνα της όταν έφυγε από την ζωή. «Τελευταία επιθυμία μου είναι να ταφώ στο κοιμητήριο του Γαλατά Χανίων (γενέτειρας του πατέρα μου), στο οποίο βρίσκονται ήδη οι γονείς και ο αδερφός μου».
Με αυτή τη φράση, ο Μίκης Θεοδωράκης γνωστοποιούσε το 2013, στον τότε δήμαρχο Χανίων, την επιθυμία του να ταφεί στη μεγαλόνησο. ο Γαλατάς ήταν καταφύγιο, όπου έκανε και τις μουσικές του αναζητήσεις. Εκεί επέστρεψε και μετά την εξορία στη Μακρόνησο, το ’49, και εκεί έμεινε ως το 1954, ώσπου να φύγει για το Παρίσι, όπου συνέχισε τις σπουδές του.
Μάλιστα το 1960 είχε γράψει το «Πάμε βόλτα στα Χανιά» στον δίσκο «Αρχιπέλαγος». Το ερμήνευσαν ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης και η Καίτη Θύμη ενώ μπουζούκι έπαιζε ο αξέχαστος Μανώλης Χιώτης.
Το Σαββάτο το βράδυ φτάνει,
δωσ’ μου μάνα καινούρια αλλαξιά.
Τα παιδιά με προσμένουν στο λιμάνι
στο μπαλκόνι καθισμένη η κοπελιά.
Μοσχοβολούν οι γλάστρες
μοσχοβολάει ο σγουρός βασιλικός
μοσχοβολάει η αγάπη
Πάμε βόλτα στα Χανιά, στην κάτω γειτονιά
να πάρουμε μια βάρκα με πανιά.
Πάμε βόλτα στα Χανιά, στην κάτω γειτονιά
στη θάλασσα να βγούμε στ’ ανοιχτά.
Το Σαββάτο το βράδυ φως μου
είμαι πρίγκιπας, είμαι υπουργός,
έχω όλα τα πλούτη του κόσμου
δικιά μου η θάλασσα κι ο ουρανός δικός.
Το μπαλκονάκι σου δικό μου
δικές μου οι γλάστρες κι ο σγουρός βασιλικός
κι αν με κοιτάξεις στα μάτια
σκλάβος σου γίνομαι και υπήκοος πιστός.
«Ο Μίκης Θεοδωράκης-γραφουν στο βιβλίο τους «Ο Μίκης Θεοδωράκης και η Κρήτη» η Τατιάνα Παπαγεωργίου, ο Γιώργος Αγοραστάκης και ο Ερατοσθένης Καψωμένος έδειξε στην πράξη ότι είναι ένας μεγάλος Κρητικός, ένας θαρραλέος μαχητής και πρωτοπόρος καλλιτέχνης, συνεπαρμένος από οράματα κοινωνικής αλλαγής και ελληνικής πολιτιστικής ανέλιξης.
Διαπαιδαγωγημένος Κρητικά, είχε μάθει από μικρός ν΄ αντιστέκεται, να εναντιώνεται κι όχι να υποτάσσεται.
Η εξέγερσή και η επανάσταση, η ανατροπή και η αντίσταση είναι στο αίμα του, από την Κρητική του ρίζα. Ως επαναστάτης έχει ακλόνητη πίστη στον σκοπό του. Μπαίνει στη φωτιά για να υπερασπιστεί τις αξίες και τις ιδέες του και είναι έτοιμος να υποστεί τις συνέπειες των πράξεων του.
Όταν η ιστορία τον χρειάζεται είναι εκεί και με το ντουφέκι και με τη λύρα στο χέρι. Ηγετικός, μαχητής της πρώτης γραμμής, δεν υποστηρίζει από απόσταση τον αγώνα των άλλων, δεν είναι των μετόπισθεν, δεν είναι ποτέ ένας παρατηρητής κι ένας κατήγορος της κοινωνικής και πολιτικής αδικίας, αλλά ένας μαχητής για την αλλαγή, πρώτα των συνειδήσεων και μετρά των καταστάσεων. Μ΄αυτή την έννοια δεν μοιάζει με κανένα άλλο συνθέτη στον κόσμο.
Και στην τέχνη σκέφτεται και ενεργεί με τον ίδιο τρόπο, όπως και στην ζωή. Ο στόχος του είναι μέσω της μουσικής του να αναδημιουργήσει την πραγματικότητα, για να την αλλάξει.
Σε συνέντευξή του στο Ηράκλειο το 2005 (στο περιοδικό «Στιγμές» τ. 86/2005) και στην ερώτηση «Πόσο Κρητικός αισθάνεστε, πόσο επηρέασε τη ζωή και το έργο σας η καταγωγή σας από το νησί;» απάντησε: «Δεν θα πω ότι οι κρητικές μου ρίζες πάνε βαθιά στον χρόνο, με προγόνους που να κατέχουν καλά τόσο το ντουφέκι όσο και τη λύρα (όπως εγώ), που τους έχω στο αίμα μου και διδάχθηκα απ’ αυτούς.
Θα πω μόνο ότι το τι είναι καθείς το δείχνει με τη ζωή του και με το έργο του. Εγώ πάντως στο βιογραφικό μου έγραψα πως είμαι “Eλληνας και Κρητικός”. Και κάποτε, όταν θύμωνα με την Αθήνα, έλεγα «Κρητικός και Ελληνας».
Η πνευματική του φύτρα
Ο Γιώργος Αγοραστάκης στο 2ο συνέδριο του Καλλιτεχνικού Σχολείου Ηρακλείου τον Μάιο του 2023 ανέφερε:
Ο Μίκης Θεοδωράκης είχε ένα πολύ ισχυρό δεσμό με την Κρήτη. Ήταν ένας δεσμός ιστορικός και πνευματικός. Δεν έβλεπε την Κρήτη ταυτοτικά, ως τον τόπο καταγωγής του, αλλά κυρίως ως την πνευματική του φύτρα. Η πνευματική, η αγωνιστική, η εσώτερη Κρήτη δούλευε διαρκώς μέσα του, πράγμα που συντέλεσε τόσο στην διαμόρφωση της προσωπικότητάς του, όσο και στο περιεχόμενο του έργου του.
Οι Κρήτες, με τους ατέρμονους αγώνες τους για την Ελευθερία και την αξιοπρέπεια, συσσώρευσαν τις ηρωικές και τραγικές της εμπειρίες στον ψυχικό τους κόσμο, τις έκαναν πνεύμα και τέχνη που διαπερνά όλες τις εκφράσεις του λαϊκού πολιτισμού και της Κρητικής παράδοσης.
Σ’ αυτό το πνεύμα διαπαιδαγωγήθηκε και ο Μίκης Θεοδωράκης από μικρός μέσα στο σπίτι του. Αυτό το πνεύμα εγκολπώθηκε και στην συνέχεια εξέφρασε με το έργο του. Το τραγικό πνεύμα και το αγωνιστικό ήθος της «άνω Κρήτης» αποτελεί ένα από τα αρχέτυπά του κι αντιπροσωπεύει κάτι πολύ βαθύτερο στην κοσμοθεωρία του και στο έργο του.
Η «άνω Κρήτη» είναι η «έσω φωνή» του, που δουλεύει μέσα του ως “κατηγορηματική προσταγή”, που τον ωθεί στο κοινωνικό, πολιτικό, καλλιτεχνικό, κι εθνικό πεδίο και του υπαγορεύει το αγωνιστικό «χρέος» και την ευθύνη, απέναντι στον εαυτό του, στο γένος του, στην Ελλάδα, για αντίσταση, για αγώνα, για Ελευθερία, για αξιοπρέπεια.
Την κεντρική θέση στην σύστημα αξιών του Θεοδωράκη κατέχει η «ελευθερία». Η Ελευθερία στον Θεοδωράκη δεν ορίζεται απλά ως μια κατάσταση και ως ένα δικαίωμα, αλλά κυρίως ως μια ατομική ευθύνη, στο πλαίσιο μιας κοινωνικής ομάδας, και ενός συλλογικού αγώνα που στοχεύει στην κατάκτησή της.
Η ιδέα της ελευθερίας πραγματώνεται μέσα από την καθημερινή πράξη και συνεπάγεται ευθύνη προς τον εαυτό μας και προς τους άλλους. Γι’ αυτό ο Θεοδωράκης θεωρεί έννοιες αλληλένδετες την ελευθερία με την ευθύνη και το χρέος, τονίζοντας: «Ελευθερία είναι το δικαίωμα να είμαι υπεύθυνος κάθε στιγμή, σε κάθε περίπτωση. Ελευθερία είναι ΤΟ ΧΡΕΟΣ».
Ο λογοτέχνης Μίκης Θεοδωράκης και η Κρήτη
Ο Μίκης Θεοδωράκης υπήρξε ένας πολυσχιδής δημιουργός κι ένας πολυτάλαντος και μεγαλοφυής καλλιτέχνης. Το έργο του είναι τεράστιο και παραμένει στο μεγάλο του μέρος άγνωστο. Περισσότερο είναι γνωστός για το μουσικό του έργο. Δεν υστερεί όμως και ως συγγραφέας και λογοτέχνης. Και το συγγραφικό του έργο, είναι εξ’ ίσου μεγάλο.
Τα λογοτεχνικά του έργα ταξινομούνται σε δύο ομάδες: στα ποιητικά και στα πεζά. Το κατ’ εξοχήν «Κρητικό» του έργο είναι η αυτοβιογραφία του «Οι Δρόμοι του Αρχάγγελου» που είναι και το μεγαλύτερό του. Το έργο αυτό το διαπερνά η «Κρητική του ματιά».
«Οι δρόμοι του Αρχάγγελου -γράφει ο καθηγητής Ε. Καψωμένος -αποτελούν το πιο αντιπροσωπευτικό δείγμα της πολυδιάστατης συγγραφικής του παραγωγής, καθώς εμπεριέχουν, στην πληρέστερη εκδοχή τους, το μυθικό Σύμπαν και το αξιακό σύστημα του συγγραφέα.
Όντως, ο αφηγηματικός λόγος του Θεοδωράκη θύμιζε ένα γέρο Κρητικό παραμυθά που διηγούνταν τις αληθινές ιστορίες, τις δοκιμασίες, τις θυσίες, τους αγώνες της ζωής του. Έχοντας αφομοιώσει όλη την αφηγηματική παράδοση της Κρήτης, ήταν ένας θυμόσοφος λάλος (παππούς) που με το βαθύ στυλωμένο στο χρόνο βλέμμα του, λαλούσε τις ιστορίες του. Αφηγούταν και στοχαζόταν.
Ανακάτευε και συνέπλεκε την πραγματικότητα με το μύθο, την ιστορία με την φαντασία. Οι δρόμοι του Αρχάγγελου είναι ένα τέτοιο «παραμυθένιο» ταξίδι με επίκεντρο την Κρήτη, όπου ο μύθος και η αλήθεια πάνε μαζί αντάμα.
Αφηγείται ο ίδιος «Μου άρεσε αυτό το παραμύθι, γιατί η ζωή είναι ένα παραμύθι, με τα παραμύθια ζεις. Ο αδερφός μου είχε γράψει έναν ωραίο στίχο: «Με τις ιστορίες και τα παραμύθια διπλασιάζουμε τη ζωή μας». Εγώ διπλασίασα, τριπλασίασα, δεκαπλασίασα τη ζωή μου.
Εγώ δεν είμαι εβδομήντα οχτώ χρονών, είμαι εφτακοσίων εβδομήντα χρονών και γι’ αυτό έχω γράψει αυτό το μεγάλο έργο σε ποσότητα. Δεν λέω ότι δεν είναι σε ποιότητα καλό, αλλά σε ποσότητα έγραψα πολύ έργο, γιατί έζησα τόσα πολλά χρόνια, αλλά με τι; Με τα παραμύθια. Αυτά τα παραμύθια λοιπόν της Κρήτης, μου άλλαξαν όλη μου τη νοοτροπία, δηλαδή μπολιάστηκα με αυτή την πλευρά της Κρήτης, που δεν την είχα ζήσει.
Την ήξερα χωρίς να τη ζήσω και ολοκληρώθηκε έτσι και η μουσική μου: ήταν ευρωπαϊκή, ήταν λαϊκή, ήταν και Κρητική, πήρε και το Κρητικό».
Ο μουσικός Μίκης Θεοδωράκης και η Κρήτη
Ο Θεοδωράκης αποδίδει την έμφυτη κλήση του στην μουσική στην Κρητική καταγωγή του. Θεωρεί ότι ο ίδιος πήρε από τους επαναστάτες και μουσικούς προγόνους του, που ήταν από τη πλευρά του παππού του Μιχάλη Θεοδωράκη ο Θεοδωρομανόλης (Εμμανουήλ Μαραγκάκης) και της γιαγιάς του Αικατερίνης Σπυριδάκη, ο Στέφανος Χάλης.
«Φαίνεται λοιπόν ότι την έφεση για τη μουσική την πήρα από τη κρητική μου καταγωγή» έγραψε το 1988 στον δίσκο που κυκλοφόρησε τότε ο Κώστας Μουντάκης με τίτλο «Στον Ψηλορείτη θ’ ανεβώ». «…Η Κρήτη είναι η πατρίδα μου και η μουσική της έχει ένα ιερό άκουσμα. Τα μουσικά της χρώματα έχουν την αρμονία της φύσης, δίχως επιτήδευση και έντεχνες παρεμβάσεις.
Οι γνήσιες λαϊκές βιωματικές εμπειρίες διαμόρφωσαν και τη κρητική μουσική. Μέσα στα ακούσματα των κρητικών μελωδιών εμπεριέχονται όλα τα στοιχεία της ιστορίας και της ζωντανής παράδοσης, εκφράζονται οι αντιλήψεις για τη ζωή, για τον έρωτα, για τα θάνατο, για τον αγώνα της λευτεριάς».
Ο Θεοδωράκης έχτισε την μουσική του πάνω στα θεμέλια της ελληνικής μουσικής παράδοσης χρησιμοποιώντας τις τεχνικές της ευρωπαϊκής λόγιας μουσικής.
Τρία ήταν θεμέλια της μουσικής του -όπως αναφέρει- Βυζαντινή, Λαϊκή και Κρητική. Την παραδοσιακή Κρητική μουσική την ξεχωρίζει ως μια διακριτή κατηγορία.
Η επιρροή της Κρητικής μουσικής φαίνεται στα συμφωνικά του έργα, της δεκαετίας του ’50 μέχρι και στο συμφωνικό Ζορμπά του του ’80. Στα έργα αυτά αντλεί από την ψυχή και τους ρυθμούς της Κρητικής παραδοσιακής οργανικής μουσικής. Στην Κρητική μουσική και το χορό ο Θεοδωράκης διακρίνει τα στοιχεία του ατέρμονα ρυθμού, της πολυρυθμίας, της ορμής και της έκστασης που ενσαρκώνουν το διονυσιακό πνεύμα της ζωής.
Τα έντεχνα λαϊκά του τραγούδια ιδιαίτερα αυτά της δεκαετίας του ’60, επηρεάζονται από την παραδοσιακή φωνητική μουσική και την ποίηση των ριζίτικων τραγουδιών. Η λιτότητα της μελωδίας του, η δωρικότητα στην απόδοση, το ύφος και το ήθος της λαϊκής του μουσικής, είναι χαρακτηριστικά με επιρροές από τα ριζίτικα τραγούδια.
Στα ριζίτικα η εξάρτηση της μουσικής από το λόγο είναι απόλυτη, ο ρυθμός του στίχου καθορίζει το ρυθμό της μελωδίας και από τα ποιητικά μέτρα γεννώνται τα μουσικά.
Τον ίδιο κανόνα ακολουθεί και ο Θεοδωράκης όταν συνθέτει. Πράγμα που φανερώνει τη σχέση του λόγιου έντεχνου τραγουδιού του με την Κρητική παράδοση και τη σχέση του λόγου και της μουσικής εκφοράς του στα τραγούδια του.
Ο Θεοδωράκης αναγνωρίζει την υψηλή αισθητική αξία που έχουν τα ριζίτικα τραγούδια τόσο από την πλευρά μουσικής όσο και από την πλευρά της ποίησης. Είναι χαρακτηριστική η διαπίστωσή του: «…αν ο Μότσαρτ ζούσε στην Κρήτη, τότε σίγουρα θα έγραφε ριζίτικα τραγούδια. Ενώ αν ο ανώνυμος συνθέτης του «Αετού» βρισκόταν στη Βιέννη τον 18ο αιώνα, θα συνέθετε σαν το Μότσαρτ.
Όταν αποθεώθηκε από 80.000 Κρητικούς στο Καλλιμάρμαρο
ΜΙΑ ΜΕΓΑΛΕΙΩΔΗΣ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΤΗΣ ΠΑΓΚΡΗΤΙΟΥ ΕΝΩΣΕΩΣ
Ο Κρητικός Μίκης αποθεώθηκε από 80.000 Κρήτες σε μια μεγαλειώδη εκδήλωση στο Καλλιμάρμαρο.
Ήταν 11 Ιουνίου του 2001 όταν για πρώτη φορά στην ιστορία κατακλύστηκε ασφυκτικά το μεγαλύτερο στάδιο της Αθήνας σε πολιτιστική εκδήλωση με τον πρόεδρο της Παγκρήτιου Ενώσεως, κ. Κώστα Ξυλούρη, να ανακηρύσσει τον Μίκη Θεοδωράκη επίτιμο Προέδρό της με ομόφωνη απόφαση του Δ.Σ.
Ο Μίκης Θεοδωράκης ευχαρίστησε τον πρόεδρο και το Δ.Σ. για την ομόφωνη απόφαση να ανακηρυχθεί ως επίτιμος πρόεδρος της Παγκρήτιου Ενώσεως, του μεγαλύτερου πολιτιστικού συλλόγου της Ευρώπης, λέγοντας «έχω πει πολλές φορές ότι είμαι ευλογημένος διότι γεννήθηκα Έλληνας, μπορώ να πω σήμερα με υπερηφάνεια ότι το κρητικό αίμα που τρέχει στις φλέβες μου με βοήθησε να γίνω 2 φορές Έλληνας».
Ο Μίκης γιόρτασε μαζί με τις χιλιάδες των συμπατριωτών του, αλλά και με τους 1500 χορευτές με τις παραδοσιακές στολές τους που αποθεώθηκαν κυριολεκτικά από τους παρευρισκομένους.
Με αφορμή την επέτειο αυτή έγινε και η τοποθέτηση του μνημείου του Αστράτευτου μαχητή της μάχης της Κρήτης στον αύλειο χώρο του Πολεμικού Μουσείου που συμβολίζει τους αγώνες και τις θυσίες ενός λαού που αρνούνταν επίμονα να υποκύψει στον φασισμό των Ναζί.
Το μνημείο αυτό αποτελεί σημείο αναφοράς και σήμερα και για πάντα για τις νεότερες γενιές που πρέπει να ενθυμούνται αυτές τις αξίες που μας κάνουν να είμαστε υπερήφανοι!
