Στα κοτόπουλα στρέφονται οι νέοι Κρητικοί

Διαφοροποιημένες καταγράφονται τα τελευταία χρόνια οι καταναλωτικές συνήθειες των Κρητικών όσον αφορά το κρέας. Η αλλαγή αυτή δεν αφορά μόνο την οικονομία του νοικοκυριού, αλλά συνδέεται με τον σύγχρονο τρόπο ζωής, τον διαθέσιμο χρόνο, τη σχέση με την υγεία και το σώμα, αλλά και επιθυμίες και τις ανάγκες των νεότερων γενεών.

Στο κέντρο αυτής της νέας πραγματικότητας βρίσκεται το κοτόπουλο, το οποίο εξελίσσεται σε κυρίαρχη επιλογή της καθημερινής διατροφής.

Το κοτόπουλο είναι φθηνότερο σε σύγκριση με το μοσχάρι και σε πολλές περιπτώσεις και με το χοιρινό. Παράλληλα, είναι εύκολα διαχειρίσιμο, μαγειρεύεται γρήγορα και προσφέρεται για δεκάδες παραλλαγές. Στην εποχή της ταχύτητας και της πρακτικότητας, το συγκεκριμένο κρέας απαντά ακριβώς σε αυτή την ανάγκη: λιγότερος χρόνος προετοιμασίας, περισσότερη ευελιξία στην κατανάλωση.

Ιδιαίτερα οι νεαρές ηλικίες έχουν εντάξει το κοτόπουλο στην καθημερινότητά τους. Είτε πρόκειται για ένα γρήγορο γεύμα μετά τη δουλειά ή το γυμναστήριο, είτε για κοινωνικές στιγμές όπως πάρτι και e-barbecue, το κοτόπουλο κυριαρχεί σε μορφή σουβλακιού, μπιφτεκιού, φιλέτου ή κοτομπουκιάς.

Είναι χαρακτηριστικό ότι αποτελεί πλέον «σταθερή αξία» στα νεανικά τραπέζια, αντικαθιστώντας σε μεγάλο βαθμό πιο βαριά ή ακριβότερα κρέατα.

Τα κρεοπωλεία του Ηρακλείου έχουν προσαρμοστεί πλήρως σε αυτή τη νέα ζήτηση. Όπως αναφέρει ο πρόεδρος των Κρεοπωλών, Λευτέρης Ντουράκης, η γκάμα των παρασκευασμάτων κοτόπουλου έχει διευρυνθεί εντυπωσιακά. Σνίτσελ, κοτομπουκιές, μπιφτέκια, σουβλάκια, ρολό κοτόπουλο, γεμιστά φιλέτα, αλλά και επιμέρους κομμάτια όπως φτερούγες, κοπανάκια και μπουτάκια, καταλαμβάνουν πλέον σημαντικό χώρο στις βιτρίνες. Τα συγκεκριμένα τμήματα θεωρούνται ιδιαίτερα δημοφιλή, καθώς συνδυάζουν χαμηλό κόστος και ευκολία στο ψήσιμο.

Όπως επισημαίνει ο πρόεδρος των Κρεοπωλών, Λευτέρης Ντουράκης, οι νέοι είναι κυρίως αυτοί που στρέφονται στην κατανάλωση κοτόπουλου

Σύμφωνα με τον κ. Ντουράκη, το 70-80% του κοτόπουλου που καταναλώνεται στην Κρήτη προέρχεται από μεγάλες πτηνοτροφικές μονάδες της υπόλοιπης Ελλάδας. Στο νησί λειτουργούν πτηνοτροφικές μονάδες, οι οποίες δεν είναι αρκετές και δεν μπορούν να καλύψουν τη συνολική ζήτηση.

Η προτίμηση στο κοτόπουλο δεν έχει μόνο οικονομική βάση. Θεωρείται λευκό και πιο «ελαφρύ» κρέας, με υψηλή περιεκτικότητα σε πρωτεΐνη και χαμηλότερα λιπαρά, γεγονός που το καθιστά ιδιαίτερα δημοφιλές σε όσους αθλούνται. Παράλληλα, τα τελευταία χρόνια καταγράφεται γενικότερη αύξηση στην κατανάλωση λευκού κρέατος για λόγους υγείας, κάτι που συχνά συνιστάται και από τους γιατρούς.

Αυτό δεν σημαίνει ότι τα υπόλοιπα κρέατα εγκαταλείπονται. Το χοιρινό παραμένει σταθερή αξία στην κρητική διατροφή, ενώ το μοσχάρι, παρά το υψηλό κόστος του, εξακολουθεί να θεωρείται «ποιοτικό» κόκκινο κρέας και επιλέγεται σε ειδικές περιπτώσεις, ακόμη και για μικρά παιδιά ή άτομα που χρειάζονται ενισχυμένη διατροφή.

Ωστόσο, η καθημερινότητα φαίνεται να ανήκει στο κοτόπουλο, το οποίο χρησιμοποιείται ευρέως και σε παιδικά γεύματα, όπως κοτομπουκιές ή σνίτσελ, αλλά και ως συμπλήρωμα ενός ισορροπημένου διαιτολογίου.

Το λευκό κρέας θεωρείται γενικά πιο υγιεινό, με χαμηλότερη περιεκτικότητα σε κορεσμένα λιπαρά σε σχέση με τα κόκκινα κρέατα. Είναι πλούσιο σε πρωτεΐνη υψηλής βιολογικής αξίας, απαραίτητη για τη μυϊκή ενδυνάμωση, την αποκατάσταση και τη σωστή λειτουργία του οργανισμού.

Για τον λόγο αυτό, το κοτόπουλο συνιστάται συχνά από γιατρούς και διατροφολόγους, τόσο σε ενήλικες όσο και σε παιδιά. Χρησιμοποιείται σε ήπιες δίαιτες, σε περιόδους ανάρρωσης, αλλά και σε παιδικά γεύματα, όπου εμφανίζεται συχνά με τη μορφή σνίτσελ ή κοτομπουκιάς. Η εύπεπτη φύση του το καθιστά κατάλληλο και για άτομα με ευαίσθητο στομάχι.

Ιδιαίτερη θέση έχει και στον τρόπο ζωής των νέων που αθλούνται. Η αυξημένη ανάγκη για πρωτεΐνη, σε συνδυασμό με τον έλεγχο των λιπαρών, οδηγεί πολλούς στην καθημερινή κατανάλωση κοτόπουλου. Δεν πρόκειται απλώς για μια διατροφική επιλογή, αλλά για μέρος μιας συνολικότερης φιλοσοφίας, που συνδέει τη διατροφή με την ευεξία, την άσκηση και την αυτοφροντίδα.