Η έμπρακτη στήριξη της οικογένειας, ο σεβασμός στην ελευθερία και στις αποφάσεις των ζευγαριών, η ισότητα των φύλων και η υπεύθυνη ενημέρωση για τη γονιμότητα αναδεικνύονται στα πορίσματα του 4ου Επιστημονικού Συνεδρίου Βιοηθικής του Οικουμενικού Πατριαρχείου, που πραγματοποιήθηκε στο Ρέθυμνο από τις 2 έως τις 4 Οκτωβρίου, με θέμα την υπογεννητικότητα.
Στο επίκεντρο των εργασιών βρέθηκε η προσέγγιση του δημογραφικού ως σύνθετου ζητήματος, με οικονομικές, κοινωνικές, πολιτισμικές και πνευματικές παραμέτρους. Θεολόγοι, γιατροί και επιστήμονες από τον χώρο της φιλοσοφίας και της κοινωνιολογίας εξέτασαν την τεκνογονία, την υποβοηθούμενη αναπαραγωγή, τις αμβλώσεις και τη συμβολή της Εκκλησίας και των υπηρεσιών υγείας στη στήριξη των ανθρώπων που επιθυμούν να δημιουργήσουν οικογένεια. Οι εργασίες φιλοξενήθηκαν στο Συνεδριακό Κέντρο της Ιεράς Μητροπόλεως Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου «Θεομήτωρ» και ολοκληρώθηκαν στην Ιερά Μονή Αγίας Αναστασίας της Ρωμαίας, όπου μελετήθηκαν και εγκρίθηκαν τα πορίσματα.
Η τεκνογονία δεν αποτελεί κριτήριο πνευματικότητας
Κεντρική θέση στα συμπεράσματα κατέχει η επισήμανση ότι η στήριξη της οικογένειας και της τεκνογονίας είναι αναγκαία, χωρίς ο άνθρωπος να μετατρέπεται σε μέσο επίτευξης δημογραφικών ή εθνικών στόχων. Όπως τονίζεται, η αξία κάθε παιδιού συνδέεται με τη μοναδικότητά του ως προσώπου και δεν εξαρτάται από τη συμβολή του στην αύξηση του πληθυσμού. Αντίστοιχα, υπογραμμίζεται ότι η ποιμαντική φροντίδα οφείλει να σέβεται την ελευθερία και την ευθύνη των συζύγων. Ο πνευματικός δεν πρέπει να υποκαθιστά τις προσωπικές τους αποφάσεις ούτε να μετατρέπει την τεκνογονία σε κριτήριο πνευματικότητας. Το ενδιαφέρον του καλείται να στρέφεται στις πραγματικές συνθήκες ζωής, στα κίνητρα και στις αγωνίες των ζευγαριών, αναγνωρίζοντας παράλληλα την ανάγκη συνεργασίας με ειδικούς. Στην εισαγωγική του ομιλία, ο Αρχιεπίσκοπος Αυστραλίας Μακάριος, εκπρόσωπος του Οικουμενικού Πατριάρχη και πρόεδρος της Οργανωτικής Επιτροπής, ανέδειξε την ανάγκη η Εκκλησία να προσεγγίζει τον σύγχρονο άνθρωπο και την οικογένεια με κατανόηση, χωρίς να εξαντλεί την ποιμαντική της στους αριθμούς.
Ισότητα και έμπρακτη στήριξη της οικογένειας
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στη θέση της γυναίκας. Στα πορίσματα επισημαίνεται ότι η υπογεννητικότητα δεν μπορεί να αποτελεί αιτία υποτίμησής της ούτε η αντιμετώπισή της να οδηγεί στην αναβίωση κοινωνικών στερεοτύπων ή στην εργαλειοποίηση της μητρότητας. Η ουσιαστική ισότητα των φύλων, η κοινή ευθύνη των συζύγων και η έμπρακτη στήριξη από την Πολιτεία, την κοινωνία και την Εκκλησία αναγνωρίζονται ως αναγκαίες προϋποθέσεις για την ελευθερία στην οικογενειακή ζωή και στην τεκνογονία. Παράλληλα, καταγράφονται η οικονομική ανασφάλεια, η καθυστέρηση στη δημιουργία οικογένειας, οι αυξημένες απαιτήσεις ανατροφής των παιδιών και η αβεβαιότητα για το μέλλον. Κατά τη θεολογική προσέγγιση των πορισμάτων, οι παράγοντες αυτοί συνυπάρχουν με μεταβολές στις διαπροσωπικές σχέσεις και στις αξιακές προτεραιότητες, γεγονός που απαιτεί ευρύτερη αντιμετώπιση του προβλήματος.
Ενημέρωση για τη γονιμότητα
Η έγκαιρη και επιστημονικά τεκμηριωμένη ενημέρωση των νέων για τη γονιμότητα και τους παράγοντες που την επηρεάζουν αποτελεί ακόμη έναν βασικό άξονα των συμπερασμάτων. Διευκρινίζεται ότι η πληροφόρηση πρέπει να υπηρετεί την ελεύθερη και συνειδητή λήψη αποφάσεων, χωρίς να μετατρέπεται σε χειραγώγηση. Στη συζήτηση για τη συμβολή της ιατρικής συμμετείχε ο ομότιμος καθηγητής της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κρήτης, Χρήστος Λιονής, με εισήγηση για τον ρόλο του οικογενειακού γιατρού και των υπηρεσιών Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας στην αντιμετώπιση της υπογεννητικότητας.
Οι θέσεις για τις αμβλώσεις και την υποβοηθούμενη αναπαραγωγή
Στα πορίσματα του συνεδρίου αποτυπώνονται επίσης οι ακόλουθες θέσεις για τις αμβλώσεις και την ιατρικώς υποβοηθούμενη αναπαραγωγή. Στο ζήτημα των αμβλώσεων υπάρχει η ανάγκη υπέρβασης της απλουστευτικής αντιπαράθεσης ανταγωνιστικών δικαιωμάτων και μετατόπισης του ενδιαφέροντος προς την ευθύνη ολόκληρης της κοινωνίας. Το αγαθό της ζωής είναι ιερό και απαραβίαστο για την Ορθόδοξη Εκκλησία. Ταυτόχρονα, όμως, η ποιμαντική της μέριμνα προϋποθέτει ουσιαστική στήριξη της εγκύου, της μητέρας και της οικογένειας, ιδίως όταν η απόφαση για άμβλωση συνδέεται με οικονομική, κοινωνική ή ψυχολογική πίεση. Η εκκλησιαστική μαρτυρία οφείλει, επομένως, να συνδυάζει τον απόλυτο σεβασμό προς το δώρο της ζωής με την έμπρακτη αγάπη. Η ιατρικώς υποβοηθούμενη αναπαραγωγή δεν μπορεί να θεωρηθεί απλώς ως ένα μέσο αντιμετώπισης της υπογεννητικότητας. Οι δυνατότητες που προσφέρει η σύγχρονη ιατρική εγείρουν σοβαρά βιοηθικά ερωτήματα και απαιτούν διάκριση, υπευθυνότητα και σεβασμό προς την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, την ελευθερία των προσώπων και το νόημα της γονεϊκότητας. Η τεχνολογική δυνατότητα δεν ταυτίζεται αυτομάτως με το ηθικώς δέον. Η χριστιανική βιοηθική καλείται να αποφεύγει τόσο την άκριτη αποδοχή όσο και τη γενικευμένη απόρριψη, διευκολύνοντας την ποιμαντική στήριξη σε ανθρώπους που συχνά βιώνουν επώδυνα την ατεκνία και καλούνται να λάβουν δύσκολες αποφάσεις. Οι σχετικές προκλήσεις εντάσσονται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο εμπιστοσύνης, ελπίδας και σεβασμού του μυστηρίου της ζωής.
Το συνέδριο αφιερώθηκε στον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο, με αφορμή τη συμπλήρωση 35 ετών από την ανάληψη της πατριαρχικής διακονίας του.
