Πέντε χρόνια μετά τον σεισμό στο Αρκαλοχώρι: «Τελείωσε η ζωή μου πριν πεθάνω» – Το συγκλονιστικό μήνυμα του Συλλόγου «Ελπίδας»

Με ένα συγκλονιστικό κείμενο ο πρόεδρος του Συλλόγου Ελπίδα, Κώστας Γκαντάτσιος, δίνει όλο το πλέγμα των αδιεξόδων στο οποίου προσκρούει ο αγώνας των σεισμόπληκτων που ζητούν αξιοπρεπή διαβίωση και δεν έχουν σταματήσει ούτε στιγμή να δίνουν τη μάχη του αυτονόητου που δυστυχώς δεν είναι δεδομένο.

Καθώς σφραγίζονται σήμερα πέντε χρόνια από το φονικό σεισμό που άλλαξε για πάντα τις ζωές του Δήμου Μινώα προκαλεί ευθέως το κοινό αίσθημα, η κυνική αδιαφορία της κυβέρνησης που αντί να λύνει προβλήματα ορθώνει απέναντι στους σεισμόπληκτους το θεόρατο τείχος της γραφειοκρατίας.

Στο επετειακό κείμενο του ο κ. Γκαντάτσιος επικαλείται τη μαρτυρία ενός γέροντα που αμέσως μετά το σεισμό είπε: «…τελείωσε η ζωή μου πριν πεθάνω…». Ένας μαρασμός εν κινήσει, μια ευθανασία διαρκείας, ένα συναίσθημα μη μετρήσιμο στα γραφεία του υπουργείου, έξω από τις στατιστικές και τα εκάστοτε προεκλογικά υπουργικά φιλοδωρήματα…».

Αναλυτικά το κείμενο του κ. Γκαντάτσιου έχει ως εξής :

«Αρκαλοχώρι 27/09/2026

Πέντε χρόνια και βάλε…

Τα στίγματα του εγκέλαδου δεν είναι μόνο τα ερείπια και τα γκρεμισμένα σπίτια που άφησε πίσω του ο σεισμός. Σεισμόπληκτοι δεν μόνον αυτοί που μένουν σε οικίσκους που έμαθε όλη η χώρα, είναι κι αυτές οι εκατοντάδες οικογένειες που μένουν σε κίτρινα πρόχειρα όπως όπως επισκευασμένα σπίτια, επιδιορθωμένα βιαστικά για να μπουν μέσα και να ζήσουν κάπως αξιοπρεπώς.

Όλοι χάσαμε κάτι, ακόμη κι αυτοί που το σπίτι η το κατάστημα τους δεν έπαθε καμία ζημιά. Κι ας έμειναν άθικτα τα σπίτια τους. Κι αυτοί έχασαν. Όλοι χάσαμε, όλοι δεχθήκαμε το ωστικό κύμα της υποβάθμισης της περιοχής. Όλοι είδαμε της ζωές μας ν αλλάζουν βγαίνοντας από μια πανδημία, ήρθε και το χτύπημα του σεισμού.. 3500 μετακόμισαν, χάθηκαν δουλειές, φιλίες, διαταράχθηκε η οικονομία, ηλικιωμένοι στη δύση της ζωής τους ξεσπιτώθηκαν σε αποθήκες σε χαλάσματα, η σε συγγενικά σπίτια, 80αρηδες μαζεύουν την χαρτούρα της αρωγής για να ξαναδούν τις αυλές τους ζωντανές, να βεγγερίσουν ξανά με όσους γείτονες απόμειναν, να πιούν καφέ όπως παλιά.

Όπως τότε. Μάταια.

Οι δρόμοι μας 5 χρόνια –και ποιος ξέρει για πόσο ακόμη- γεμάτοι με μπάζα, στιγματισμένοι τοίχοι με κίτρινα και κόκκινα σύμβολα, άγνωστα σε μας μέχρι τότε. Δεν ξέρω τι άλλο πρέπει να γίνει. Τι άλλο πρέπει να κάνει ένας άνθρωπος για τα αυτονόητα. Με πόση δύναμη να φωνάξουμε για να μας ακούσουν άνθρωποι που είναι έξω από τον πόνο και την αγωνία μας εκεί στα υπουργεία.

Τι πρέπει να κάνουμε για να ξαναδούμε κανονικά σχολεία, σπίτια με τέσσερεις τοίχους, εκκλησίες και δρόμους χωρίς μπάζα και ερείπια; Μόνοι μας προσπαθούμε, μόνοι μας στεκόμαστε μέχρι τώρα. Θα πω μια φράση που άκουσε φίλος από γέροντα αμέσως μετά το σεισμό «…τελείωσε η ζωή μου πριν πεθάνω…», ένας μαρασμός εν κινήσει, μια ευθανασία διαρκείας, ένα συναίσθημα μη μετρήσιμο στα γραφεία του υπουργείου, έξω από τις στατιστικές και τα εκάστοτε προεκλογικά υπουργικά φιλοδωρήματα.

Εμείς δεν ξεχνάμε, εσείς μας ξεχάσατε.

Θα συνεχίσουμε να αγωνιζόμαστε για να μείνουμε εδώ που αγαπάμε».