Νέα κόντρα στη Γαύδο: “Δεν έχτισαν με αρχαία τις καβάτζες” λένε ερευνητές του Πανεπιστημίου Κρήτης με βολές στον Δήμο

Με αφορμή την πρόσφατη δημόσια ανάρτηση του δήμου Γαύδου, σχετικά με την χρήση αρχαίων δομικών υλικών στο νησί, ερευνητής του προγράμματος του Πανεπιστημίου Κρήτης προχωρά σε δημόσια τοποθέτηση επισημαίνοντας ότι το ζήτημα δεν παρουσιάζεται πλήρως και χρειάζεται διευκρινίσεις.

Όπως είχε δημοσιεύσει και το patris.gr με έγγραφα της Εφορείας Αρχαιοτήτων και του ΥΠΠΟ από το 2016 είχαν χρησιμοποιηθεί αρχαία δομικά υλικά για τα παραπήγματα στη Γαύδο στην παραλία Λαυράκα. Σήμερα επιστήμονες αναφέρουν ότι δεν έχει συμβεί.

Συγκεκριμένα όπως αναφέρεται σε ανακοίνωση:

“Ως μέλη της ομάδας του πολυετούς ερευνητικού προγράμματος του Πανεπιστημίου Κρήτης στη Γαύδο και με αφορμή την πρόσφατη δημόσια ανάρτηση του Δήμου Γαύδου σχετικά με τη χρήση αρχαίων δομικών υλικών στις καλύβες του Άη Γιάννη και του Λαυράκα, θεωρούμε αναγκαίο να τοποθετηθούμε δημόσια, όχι για να αμφισβητήσουμε την ανάγκη προστασίας των αρχαιολογικών χώρων – την οποία υπηρετούμε έμπρακτα μέσα από την επιστημονική μας εργασία – αλλά για να αποσαφηνίσουμε ορισμένα ζητήματα που παρουσιάζονται με τρόπο απλουστευτικό, επιλεκτικό και δυνητικά παραπλανητικό.

Συγκεκριμένα, στην ανακοίνωσή της η δημοτική αρχή παραθέτει απόσπασμα εγγράφου της Εφορείας Αρχαιοτήτων Χανίων, όπου αναφέρεται ότι σε ορισμένες κατασκευές έχουν χρησιμοποιηθεί «πέτρες από αρχαία δομικά υλικά», και στη συνέχεια καταλήγει στο συμπέρασμα ότι: «Καταγράφεται ρητά ότι στις κατασκευές αυτές (καβάτζες) έχουν χρησιμοποιηθεί πέτρες από αρχαία δομικά υλικά, δηλαδή υλικά που προέρχονται από τον ίδιο τον αρχαιολογικό χώρο».

Η συγκεκριμένη διατύπωση είναι προβληματική για τους εξής λόγους:

Το έγγραφο της Εφορείας εστιάζει στην παρουσία μόνιμων πρόχειρων κατασκευών εντός ζώνης Α1 απόλυτης προστασίας του αρχαιολογικού χώρου Αγ. Ιωάννη-Λαυρακά-Κεδρέ. Στην εν λόγω ανακοίνωση του Δήμου Γαύδου, ωστόσο, μέσω συγκεκριμένης επιλογής λέξεων και αλληλουχίας διατυπώσεων, προβάλλεται η εικόνα μιας οργανωμένης πράξης αποξήλωσης του αρχαιολογικού χώρου-ερμηνεία που δεν προκύπτει από το ίδιο το παρατιθέμενο απόσπασμα.

Η αναφορά στη χρήση αρχαίων δομικών υλικών, δεν σημαίνει αυτομάτως ότι τα υλικά αυτά προέρχονται από συστηματική αφαίρεση δομικών μελών συγκεκριμένων μνημείων. Η αναγνώριση μιας τέτοιας διαδικασίας απαιτεί λεπτομερή αρχαιολογική τεκμηρίωση, και την εξέταση ανασκαφικών δεδομένων ή σαφών στοιχείων προέλευσης.

Παράλληλα, η δική μας επιτόπια εμπειρία, έχοντας περπατήσει το νησί και έχοντας δει από κοντά τα πολυπληθή αρχαιολογικά κατάλοιπα, μας υποχρεώνει να επισημάνουμε ότι το αρχαιολογικό τοπίο της Γαύδου είναι πολύ πιο σύνθετο από αυτό που παρουσιάζεται από τη δημοτική αρχή της Γαύδου. Σε πολλές περιοχές του νησιού, αρχαία κατάλοιπα βρίσκονται διάσπαρτα στην επιφάνεια, συχνά μετακινημένα από την αρχική τους θέση λόγω διάβρωσης, φυσικών διεργασιών, παλαιότερων ανθρωπογενών παρεμβάσεων και μακρόχρονων μετασχηματισμών του τοπίου.

Η επανάχρηση τέτοιων υλικών αποτελεί διαδεδομένο και διαχρονικό φαινόμενο στη Γαύδο, όπως και σε ολόκληρη τη Μεσόγειο. Στη Γαύδο, απαντά συχνά σε αγροτικές κατασκευές, ξερολιθιές, εκκλησίες, και άλλα κτίσματα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η εκκλησία του Αγίου Νικολάου- η παλαιότερη εκκλησία του νησιού- που είναι χτισμένη σε μεγάλο βαθμό από αρχαιότερο δομικό υλικό.

Δεν μπορεί, λοιπόν, μια τέτοια πρακτική να αξιολογείται αποκομμένα από το ιστορικό, αρχαιολογικό και τοπικό κοινωνικό πλαίσιο, ούτε να ενεργοποιείται ως επιχείρημα στοχοποίησης σε συγκεκριμένες μόνο περιπτώσεις.Συνεπώς, θεωρούμε αρκετά προβληματικό όταν η Αρχαιολογία επιστρατεύεται επιλεκτικά και στοχευμένα για να πλαισιώσει πρακτικές καταστολής και αποκλεισμού ανθρώπων από έναν τόπο με τον οποίο έχουν αναπτύξει μια μακρόχρονη, ήπια και βιωμένη σχέση. Η Αρχαιολογία δεν υπερασπίζεται άδειους, αποστειρωμένους χώρους, αποκομμένους από κάθε μορφή ζωής. Υπερασπίζεται τόπους: δηλαδή πεδία μνήμης, ύλης, φύσης, ανθρώπινης παρουσίας και σχέσεων, και της αλληλεπίδρασής τους.

Οι διαμένοντες στον Λαυρακά και τον Άη Γιάννη έχουν δείξει, μέσα από την καθημερινή τους πρακτική, ότι είναι δυνατή μια άλλη σχέση με τον τόπο: σχέση χαμηλού αποτυπώματος, συμβίωσης με το φυσικό περιβάλλον, σεβασμού προς τα έμβια όντα και προσαρμογής στα όρια του τοπίου. Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί ότι πολλοί από αυτούς έχουν αποδείξει εμπράκτως ιδιαίτερη ευαισθησία απέναντι στις αρχαιότητες του νησιού, αλλά διατηρούν και ενεργή παρουσία σε επιστημονικές δράσεις για την ανάδειξη της μακράς ιστορίας του τόπου προς το ευρύ κοινό.

Ως ερευνητές και ερευνήτριες που έχουμε περάσει από τη Γαύδο και έχουμε εργαστεί εκεί, στεκόμαστε σταθερά και σθεναρά υπέρ της προστασίας των αρχαιοτήτων της Γαύδου. Ταυτόχρονα, εξαιτίας της σχέσης μας με την Αρχαιολογία, στεκόμαστε δίπλα στους διαμένοντες στον Λαυρακά και τον Άη Γιάννη απέναντι σε μια ρητορική που παρουσιάζει την ανθρώπινη παρουσία συλλήβδην ως απειλή και καταφεύγει σε πρακτικές αυταρχισμού, καταστολής και εκφοβισμού.

Ιδίως στο πλαίσιο των παγκόσμιων εξελίξεων, όπου η άσκηση εξουσίας στρέφεται συχνά σε βάρος των πιο αδύναμων, η Αρχαιολογία δεν μπορεί να μετατρέπεται σε εργαλείο στοχοποίησης, αποκλεισμού ή πολιτικής εκμετάλλευσης.”