Μπορεί το δίκτυο των διευρυμένων πεζοδρομήσεων να αναβάθμισε ποιοτικά το κέντρο της πόλης του Ηρακλείου, ωστόσο παραμένουν κραυγαλέες οι «παραφωνίες» που υπάρχουν σε σχέση με τις συνθήκες προσβασιμότητας των ηλικιωμένων, των ανθρώπων με κινητικά προβλήματα και δυσκολίες στη μετακίνησή τους.
Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι στον περίφημο «σταυρό» της πόλης, δηλαδή στη διασταύρωση των οδών Δικαιοσύνης, Ίδης, 25ης Αυγούστου και 1821, μετά τον οριζόντιο αποκλεισμό της διέλευσης των ταξί και της κατάργησης της πιάτσας που υπήρχε στην περιοχή, τα σημεία αυτά είναι απροσπέλαστα για τους ανθρώπους που έχουν κινητική δυσκολία και τους ηλικιωμένους που αδυνατούν να διανύσουν μεγάλες αποστάσεις με τα πόδια.
Πρόκειται για ένα απαράδεκτο και ευθέως προσβλητικό για την ίδια την πόλη γεγονός, αφού συμπολίτες μας, που έχουν δυσκολίες στη μετακίνησή τους, βρίσκονται αντιμέτωποι με μια κατάφωρη αδικία, καθώς στερούνται τη δυνατότητα, για παράδειγμα, να έχουν πρόσβαση σε μια εκδήλωση στη Βασιλική του Αγίου Μάρκου, στη Λότζια και στο Πολύκεντρο Νεολαίας, όπου δεν μπορεί να προσεγγίσει ένα ταξί.
Αντίστοιχα, αδυνατούν να προσεγγίσουν το εμπορικό κέντρο για τις αγορές τους, να απολαύσουν ένα καφέ στα Λιοντάρια ή να επισκεφθούν τη Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη, την οποία η Δημοτική Αρχή εξακολουθεί να μην έχει ενισχύσει με μόνιμο προσωπικό, με αποτέλεσμα να καταρρέει όρθια.
Όπως χαρακτηριστικά περιγράφουν στην «Π» συμπολίτες μας που βρίσκονται σε αυτή τη δυσχερή θέση, «η μοναδική λύση που υπάρχει είναι η πρόσβαση από τις οδούς Μονής Οδηγητρίας, Καρτερού ή Κορωναίου. Μόνο που όσοι σχεδίασαν αυτή τη λύση, φαίνεται πως δεν μπήκαν ποτέ στη θέση ενός ανθρώπου που δεν μπορεί να διανύσει αυτές τις αποστάσεις που δεν είναι μικρές για τα ΑΜΕΑ.
Ναι, υπάρχουν ράμπες σε αρκετά σημεία, αλλά, αλήθεια, πώς μπορεί κάποιος χωρίς πρόσβαση να φθάσει σε αυτές! Είναι εύκολο να μιλάμε για “πόλη φιλική στους πεζούς”.
Το δύσκολο είναι να δημιουργήσουμε μια πόλη φιλική σε όλους. Η προσβασιμότητα δεν είναι παραχώρηση ούτε προνόμιο. Είναι δικαίωμα. Και κατοχυρώνεται τόσο από τη νομοθεσία όσο και από τον στοιχειώδη σεβασμό απέναντι στους συμπολίτες μας.
Τα ερωτήματα, λοιπόν, είναι απλά: Γιατί αποκλείστηκαν τα ΑμεΑ από το κέντρο του Ηρακλείου; Γιατί δεν προβλέφθηκε, πριν ληφθούν οι αποφάσεις, ένας τρόπος ασφαλούς και ελεγχόμενης πρόσβασης για όσους πραγματικά τον έχουν ανάγκη;
Γιατί τόσα χρόνια καμία Δημοτική Αρχή δεν έδωσε μια ουσιαστική λύση σε ένα τόσο αυτονόητο ζήτημα; Και, τέλος, ποια είναι η αξία μιας “σύγχρονης” πόλης, όταν δεν μπορεί να την απολαύσει ο πιο ευάλωτος πολίτης της;
Η πραγματική πρόοδος δεν μετριέται από τους κυβόλιθους και τις αναπλάσεις. Μετριέται από το αν μια γιαγιά με περιπατητήρα, ένας άνθρωπος σε αναπηρικό αμαξίδιο ή ένας συμπολίτης με κινητικά προβλήματα μπορεί να φτάσει στα Λιοντάρια χωρίς να αισθάνεται αποκλεισμένος.
Αν η απάντηση είναι “όχι”, τότε η πεζοδρόμηση παραμένει ένα έργο ανολοκλήρωτο. Και οι ευθύνες έχουν ονοματεπώνυμο».
Αυτό το οποίο αποτυπώνεται με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο είναι ότι ο οριζόντιος κυκλοφοριακός αποκλεισμός από τα μέσα μαζικής μεταφοράς, η κατάργηση της πιάτσας στην οδό Δικαιοσύνης, δημιουργούν ένα αφιλόξενο αν όχι εχθρικό περιβάλλον για τους ανθρώπους με δυσκολίες στη μετακίνησή τους, με τους οποίους δεν μπορεί να ασχολείται η Πολιτεία «επετειακά», αλλά οφείλει να θέτει σε προτεραιότητα τις ανάγκες τους όχι απλά επειδή το προβλέπει ο νόμος, αλλά επειδή το αντίθετο καταγράφει μια έλλειψη ήθους που μας μειώνει οριζόντια ως πόλη.
Ο πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ταξί κ. Λ. Πετράκης σημειώνει, μεταξύ άλλων, ότι είναι μεγάλο και δυσαναπλήρωτο το κενό που δημιούργησε η κατάργηση της πιάτσας ταξί στη Δικαιοσύνης, που θα μπορούσε να λύσει το πρόβλημα της εξυπηρέτησης των συμπολιτών μας. Δυστυχώς, όμως, όχι απλά καταργήθηκε, αλλά δεν αντικαταστάθηκε από άλλη πιάτσα σε άλλο σημείο της πόλης, με αποτέλεσμα σήμερα πολλοί συμπολίτες μας να υποφέρουν.
