Έχει χαρακτηριστεί ως ο «Όμηρος της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας», ο ποιητής που έγραψε ένα αριστουργηματικό έργο, δημιουργώντας με 10.000 στίχους ένα λογοτεχνικό έπος μιας νέας μεγάλης πνοής, συγκινώντας πάλι τις καρδιές των ανθρώπων. Ένα έπος που, εδώ και χρόνια πολλά, έγινε ο ύμνος όλων των Κρητικών, τον οποίο μνημονεύουν σε χαρές και λύπες.
Όπως αναφέρει ο αρχαιολόγος Ν. Παπαδάκη, οι στίχοι αυτοί συνθέτουν ένα από τα ομορφότερα «παντρέματα» έπους και λυρισμού που γαλούχησαν για πολλούς αιώνες τις ελληνικές γενιές.
Ο «Ερωτόκριτος» έγινε τραγούδι, μοιρολόι, θέατρο. Ζει στις ψυχές των Ελλήνων και δη των Κρητικών που τον περιβάλλουν με αληθινό πάθος. Το ποιος είναι ο ποιητής το γράφει ο ίδιος στο τέλος του μεγάλου έργου του:
«Κι εγώ δε θε να κουρφευτώ κι αγνώριστο να μ’ έχου
μα θέλω να φανερωθώ, κι όλοι να με κατέχου
Βιτσέντζος είν’ ο ποιητής και στη γενιά Κορνάρος
που να βρεθή ακριμάτιστος, σα θα τον πάρη ο Χάρος.
Στη Στείαν εγεννήθηκε, στη Στείαν ενεθράφη,
εκεί ’καμε κι εκόπιασεν ετούτα που σας γράφει.
Στο Κάστρον επαντρέυτηκε σαν αρμηνεύγει η φύση,
το τέλος του έχει να γενή όπου ο Θεός ορίσει».
«Αυτός ο λεπταίσθητος καλλιτέχνης, ακολουθώντας φαινομενικά την ταπεινή απαγγελία των ποιητάρηδων, ανυψώνει σε επίπεδο τέχνης την πνευματική κληρονομιά του ελληνικού λαού, αξιοποιώντας και επιβάλλοντας στη λόγια δημιουργία τα έμφυτα στον λαό εκφραστικά μέσα.
Ο τρόπος που ο Κορνάρος κατακτάει αυτόν τον κόσμο, ο οποίος προϋποθέτει ιδιοσυγκρασία κλασικού, η γαλήνη που πετυχαίνει με έναν αδιάπτωτο έλεγχο του αφηγηματικού λόγου και του τόνου, η ειρωνεία αυτή καθ’ εαυτή, θυμίζουν περισσότερο την ξέγνοιαστη αίσθηση ζωής του Ariosto, παρά τα βάσανα και τις τύψεις του Tasso.
Γράφοντας με απόλυτη επίγνωση των πράξεών του και διαλέγοντας έναν δρόμο απατηλά εύκολο, με γλωσσικό όργανο παρθενικά βαπτισμένο στο κρητικό ιδίωμα, ο Κορνάρος εξασφάλισε στη νεοελληνική λογοτεχνία ένα αριστούργημα αντιπροσωπευτικό σε πανευρωπαϊκή κλίμακα», έγραψε στην «Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» του, για τον σπουδαίο Κρητικό λογοτέχνη, ο Ιταλός καθηγητής της Νεοελληνικής Φιλολογίας, Mario Vitti.
«Η θυσία του Αβραάμ»
Είχε προηγηθεί «Η θυσία του Αβραάμ», που κι αυτό θεωρείται ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά και δημοφιλή έργα της κρητικής λογοτεχνίας του 16ου αιώνα. Πρόκειται για ένα θρησκευτικό δράμα που αποτελείται από 1.144 ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους ομοιοκατάληκτους στίχους και αποδίδεται στον ποιητή του «Ερωτόκριτου», Βιτσέντζου Κορνάρου.
Ο πρώτος -σύμφωνα με το http://anemi.lib.uoc.gr του Πανεπιστημίου Κρήτης- που υποστήριξε αυτήν την άποψη ήταν ο Στ. Ξανθουδίδης και η πρόταση έγινε δεκτή έκτοτε από τους φιλολόγους. Οι ερευνητές στηρίζονται σε υφολογικές και στιχουργικές ομοιότητες και στην παρουσία παράλληλων χωρίων στα δύο έργα. Πρόβλημα παραμένει ωστόσο η χρονολόγηση του έργου σε σχέση με τον «Ερωτόκριτο»: υποστηρίζονται και οι δύο απόψεις, ότι είναι δηλαδή προγενέστερο το δράμα, και μάλιστα νεανικό έργο, ή ότι είναι μεταγενέστερο. Αν εξετάσει κανείς τις γλωσσικές μαρτυρίες, συμπεραίνει ότι η «Θυσία» φαίνεται προγενέστερη του «Ερωτόκριτου».
Σίγουρο είναι ότι γράφτηκε μετά το 1586, έτος της πρώτης έκδοσης του ιταλικού προτύπου της. Άμεσο πρότυπο της «Θυσίας» είναι το έργο “Lo Isach” του Luigi Grotto, που, όπως προαναφέρθηκε, εκδόθηκε πρώτη φορά το 1586.
Το πρώτο χειρόγραφο που έχουμε στη διάθεσή μας είναι αυτό που συμπεριλαμβάνεται στο Νανιανό Κώδικα (Μαρκιανή Βιβλιοθήκη της Βενετίας), ο οποίος ανάγεται στις αρχές του 17ου αιώνα. Εκεί το έργο είναι γραμμένο με λατινικούς χαρακτήρες.
Όπως συμβαίνει και με τον «Ερωτόκριτο», η «Θυσία» δεν είναι απλή μετάφραση ή δουλική μίμηση του πρωτότυπού της. Ο συγγραφέας έχει μείνει πιστός στην πλοκή του έργου του Grotto, έχει κάνει όμως σημαντικές αλλαγές στη δομή, που αποτελούν ταυτόχρονα μεγάλες καινοτομίες: κατήργησε τα χορικά, τις πράξεις και τις σκηνές και έδειξε ιδιαίτερη επιμονή στην ανάλυση των χαρακτήρων. Αυτή η δραματική και συγγραφική τόλμη είναι επιχείρημα όσων υποστηρίζουν ότι πρόκειται για νεανικό έργο του ποιητή.
Οι έξι Βιτσέντζοι
Ο Βιτσέντζος ήταν ο μικρότερος από τους πέντε γιους του Βενετοκρήτου Ιακώβου Κορνάρου και της Ζαμπέτα Ντεμέτζο. Το γαμήλιο συμβόλαιό των γονιών του συντάχθηκε στη Σφάκα της Σητείας το 1542, έχουν θαφτεί στο μοναστήρι της Αγίας Αικατερίνης της Φράγκικης στο Ξώπορτο (προάστια) της Σητείας.
Έγγραφα οικονομικού χαρακτήρα και διαθήκες, που δημοσίευσε ο καθηγητής Γιάννης Μαυρομάτης, δείχνουν ότι οι Κορνάροι αυτοί ήταν γλωσσικά εξελληνισμένοι.
«Στό γενεαλογικό δένδρο τών Κορνάρων, αναφέρει ο Στυλιανός Αλεξίου, τονίζεται ότι η μελέτη αυτή είναι μόνο μία ανασκόπηση τών απόψεων γύρω από τό πρόσωπο τού Βιτζέντζου Κορνάρου, αποδίδοντας τα εύσημα στον Στ. Σπανάκη, πού δημοσιεύει ο κ. Σπανάκης (πίν. Ζ’), σύμφωνα μέ τόν κώδικα Barbaro, άναφέρονται συνολικά έξι Βιτζέντζοι Κορνάροι.
Ο Βιτσέντζος του ΙΕ’ – IT’ αί., ο Βιτσέντζος του συμβολαίου τού 1561, ο αδελφός τού Άνδρέα, ο νοτάριος (γιος πρωτεξαδέλφου τού Άνδρέα) και άλλοι δύο Βιτζέντζοι στήν 11η σειρά τού δένδρου, γιοι κι αυτοί πρωτεξαδέλφων τού Ανδρέα τής Διαθήκης. O κ. Σπανάκης δέν ασχολείται μ’ αυτούς.
Ένας είναι γιος τού Giacomo, ανεψιός τού Άνδρέα εκείνου, πού μνημονεύεται σάν συγγραφέας λόγων, καί εγγονός τού θαμμένου στο Παρασπόρι Φραγκίσκου Κορνάρου, θείου τού Ανδρέα τής διαθήκης (Διαθ. σ. 394). Δεύτερος Βιτζέντζος τής 11ης γενεάς είναι γιος άλλου Άνδρέα Κορνάρου, εγγονός τού Βιτζέντζου τού συμβολαίου τού 1561 καί αδελφός τού Zuanne Bernardo, που αναφέρεται στη διαθήκη (αύτ. σ. 409).
Οί δύο Βιτζέντζοι, πού μεταξύ των ήσαν δεύτεροι εξάδελφοι, έζησαν κατά τόν Γιάνναρη γύρω στα 1600 .Ο Γιάνναρης (ένθ’άνωτ. 25 – 6) τούς αποκλείει, όπως καί τον αδελφό τού Ανδρέα, μόνο γιατί η εποχή των δεν συμβιβάζεται κατά τη γνώμη του με τη χρονολογία συγγραφής τού Έρωτοκρίτου».
Στη Τραπεζούντα της Σητείας
Γεννήθηκε στις 26 Μαρτίου του 1553 στο χωριό Τραπεζούντα κοντά στη Σητεία. Καταγόταν από τους ευγενείς Κορνάρους της Σητείας. Έμεινε εκεί ως το 1590, δηλαδή ως τα τριανταπέντε του χρόνια.
Λέγεται μάλιστα πως ζούσε τη ζωή του φεουδάρχη γαιοκτήμονα σε πατρογονικό φέουδο, ανάμεσα στα χωριά Τραπεζούντα και Πισκοκέφαλο, με πλήθος ελληνορθόδοξων υπηρετών
Παντρεύτηκε στις 8 Σεπτεμβρίου 1590 στον ναό της μονής της Αγίας Αικατερίνης των Καλογραιών τη Μαριέτα Zeno. Το μόνο που ξέρουμε είναι ότι αυτός ο γάμος έγινε στον Χάνδακα. Η γυναίκα του ήταν από παλιά οικογένεια με μεγάλη κτηματική περιουσία.
Από τη γυναίκα του απέκτησε δύο κόρες, την Κατερούτσα και την Ελένετα. Μετά τον γάμο του και τη μόνιμη πια εγκατάστασή του στην πόλη που γεννήθηκε, από το 1598-1600 έζησε μαζί με τα παιδιά του και τη γυναίκα του. Υπάρχουν φήμες ότι ο Κορνάρος εγκαταστάθηκε στον Χάνδακα κοντά στους δύο αδερφούς του, τον Ιωάννη Φραγκίσκο και τον Αντρέα.
Από το 1591 ανέλαβε διοικητικά αξιώματα, ενώ κατά τη διάρκεια της πανούκλας (1591-1593) ανέλαβε καθήκοντα υγειονομικού επόπτη. Είχε μεγάλα φιλολογικά ενδιαφέροντα και ήταν ένα από τα πιο δραστήρια μέλη της Ακαδημίας των Stravaganti του Χάνδακα, που είχε ιδρύσει ο αδελφός του, Ανδρέας.
Ο Βιτσέντζος, μετά τη μόνιμη εγκατάστασή του στο Χάνδακα, επισκέπτεται τακτικά και ως το θάνατό του την ιδιαίτερη πατρίδα του, τη Σητεία. Μάλιστα, για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, από το τέλος του 1598 ως το τέλος του 1600, βρίσκεται κυρίως στην περιοχή της Σητείας, όπου εξακολουθούσε να διατηρεί σημαντική περιουσία.
Ο Βιτσέντζος πέθανε στον Χάνδακα μετά τις 12 Αυγούστου του 1613 και θάφτηκε στο μοναστήρι του Αγίου Φραγκίσκου. Η αιτία του θανάτου του είναι άγνωστη, αλλά, αν υπολογίσουμε ότι έζησε 35 χρόνια στη Σητεία, θα πρέπει να πέθανε γύρω στα 58 του χρόνια.
Σεφέρης και Παλαμάς
Τόσο ο Κωστής Παλαμάς όσο και ο Γιώργος Σεφέρης, όπως και πολλοί άλλοι ποιητές, υπήρξαν ένθερμοι θαυμαστές του «Ερωτόκριτου», αναγνωρίζοντάς τον ως αριστούργημα της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Ενώ ο Παλαμάς εστίασε στην αναγεννησιακή του ταυτότητα και τη μουσικότητα του στίχου, ο Σεφέρης υπογράμμισε την εκφραστική του διαύγεια και την απουσία ρητορείας.
Μάλιστα, στα 1906, απαιτεί επιτέλους μια «έκδοση της προκοπής» για τον «Ερωτόκριτο».
Ο Ερωτόκριτος εκδίδεται για πρώτη φορά το 1713 στη Βενετία, στο τυπογραφείο του Antonio Bortoli, ενώ τρία αντίτυπα από την πρώτη έκδοση σώζονται ως τις μέρες μας, ένα στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη στην Αθήνα, ένα στη Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Γρεβενών και ένα στη Biblioteca Civica της Vicenza.
Ο Σεφέρης -αρχικά σε μια ομιλία που έγινε στον Παρνασσό, στις 11 Μαρτίου 1946- ξεκινάει με μια παιδική ανάμνηση: τις άθλια τυπωμένες και ανορθόγραφες λαϊκές φυλλάδες του Ερωτόκριτου που διαλαλούσαν οι γυρολόγοι της Σμύρνης στις αρχές του περασμένου αιώνα.
«Μια φυλλάδα, ελεεινά τυπωμένη, σε χαρτί εφημερίδας, όπου, χωρίς να λογαριάσει κανείς τα τυπογραφικά λάθη, ο εκδότης παίρνει την άδεια να αλλάζει κάθε λέξη όπως του αρέσει· μ’ ένα εξώφυλλο χρώμα κουφέτου, είτε τριανταφυλλί, είτε φυστικί – μ’ αυτή την όψη κυκλοφορούσε, από τις τελευταίες δεκαετίες του περασμένου αιώνα, ο “Ερωτόκριτος”, “ποίημα ερωτικών (το ον με ωμέγα στο αντίτυπό μου), συνταχθέν παρά Βικεντίου Κορνάρου, του εκ της Σητείας χώρας, εν τη νήσω της Κρήτης. Κυκλοφορούσε ανάμεσα στις ταπεινές τάξεις, στα νησιά, στις επαρχίες του ελλαδικού κράτους, στις μεγάλες μητροπόλεις του έθνους.
Τις περισσότερες φορές το πουλούσαν γυρολόγοι. Θυμάμαι, παιδί στη Σμύρνη, κάθε απόγεμα, την ίδια ώρα, την ίδια φωνή στο δρόμο: “Έχω βιβλία διάφορα! Τον “Ερωτόκριτο και την Αρετούσα”. Την “Ιστορία της Γενοβέφας”. Την “Ιστορία της Χαλιμάς”…”. Την εποχή εκείνη οι άθλιες αυτές εκδόσεις με γοητεύανε.
Στο ξώφυλλο, ο Ερωτόκριτος, ένας λεβέντης, κοιτάζοντας αγριωπά και κάπως λοξά, με περικεφαλαία θυσανωτή, μ’ αναδιπλωμένο μανδύα πάνω απ’ το θώρακα, έχοντας πίσω του ένα αχαμνό βυζαντινό περιστύλιο, το σκουτάρι και το κοντάρι αεροκρέμαστα ανάμεσα στις κολόνες. Ήταν για μένα η ίδια η ψυχή με τον Διγενή και τον Μεγαλέξανδρο, ένας τρίδυμος αδερφός.
Αν με ρωτούσαν, δεν θα μπορούσα να ξεχωρίσω τον ένα από τον άλλον, όπως, το ίδιο, δε θα μπορούσα να βρω τίποτα που να ξεχωρίζει την Αρετούσα από τη γοργόνα του Μεγαλέξανδρου. Κι οι δυο γυναίκες βασανίζονταν από μια μεγάλη στέρηση. Τι είδους στέρηση ήταν αυτή, δεν μπορούσα τότε να το καταλάβω.
Καταλάβαινα όμως πως ήταν αρκετή για να τις πολιτογραφήσει στον κόσμο που με τριγυρνούσε. Κι αυτός ο κόσμος -άνθρωποι του αμπελιού και της θάλασσας- βασανιζότανε, καθώς έβλεπα, από μια μεγάλη στέρηση· αργότερα έμαθα πως ήταν η στέρηση της ελευθερίας».
ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ «ΔΟΚΙΜΕΣ Α΄»
Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ
Ένα μοναδικό έργο
«Ο “Ερωτόκριτος»” αναγνωρίζεται ως κλασικό έργο και ως το ωραιότερο λυρικό αφηγηματικό ποίημα που γράφτηκε σε γλώσσα νεοελληνική», υπογραμμίσθηκε κατά τη διάρκεια του Διεθνούς Επιστημονικού Συνέδριου για το μεγάλο Σητειακό ποιητή Βιτσέντζο Κορνάρο, «Ο κόσμος του Ερωτόκριτου και ο Ερωτόκριτος στον κόσμο» που πραγματοποιήθηκε στο Δήμο Σητείας.
Σχετικά με τη χρονολόγησή του, ο Βιτσέντζος Κορνάρος έδωσε την πρώτη μορφή στο ποίημα του πριν από το 1590, όταν ακόμη ζούσε στη Σητεία, και αργότερα, στο Χάνδακα, μετά το 1595 ή και μετά το 1600, το επεξεργάστηκε, προσθέτοντας και τον επίλογο.
Ως πηγή ενός μέρους της πλοκής του «Ερωτοκρίτου» χρησιμοποιήθηκε από τον Κορνάρο ένα πολύ γνωστό στην εποχή του ιπποτικό μυθιστόρημα του τέλους των μεσαιωνικών χρόνων, το «Πάρις και Βιέννα» που κυκλοφορούσε στην Ιταλία το 16ο αιώνα σε πολλά χειρόγραφα.
Σημαντική στον «Ερωτόκριτο» είναι και η επίδραση του μεγάλου επικού ποιήματος “Οrlando Furioso” του Ariosto.
Ο «Ερωτόκριτος» κυκλοφόρησε αρχικά σε χειρόγραφα, χαμένα τώρα πλην ενός (1710). Τυπώθηκε για πρώτη φορά στη Βενετία, το 1713, στο τυπογραφείο του Αντώνη Βόρτολι με καθυστέρηση ενός αιώνα από την πιθανολογούμενη εποχή της συγγραφής του, και αποτυπώθηκε αναρίθμητες φορές. Διαβάστηκε άπληστα και αγαπήθηκε όσο κανένα άλλο κείμενο σε ολόκληρο τον ελληνικό χώρο, όπως βεβαιώνει και ο Σεφέρης που θυμάται, παιδί στη Σμύρνη, την ευρεία διάδοσή του.
Και όπως αναφέρει, όχι χωρίς ζήλια, ο Καισάριος Δαπόντες στα 1766, οι άνθρωποι είχαν τον «Ερωτόκριτο εις τα προσκέφαλά τους».
Στον «Ερωτόκριτο», ο Έρωτας εμφανίζεται ως πανίσχυρη δύναμη αρματωμένος με τόξο και βέλη, ξίφος ή και φωτιά, φτερωτός και γυμνός «ο πόθος όντε βουληθή και θέλει να νικήση γνώση δεν ει ουδέ δύναμη να τόνε πολεμήση».
Η εικονογραφία του έρωτα συνοδεύεται από πλήθος μεταφορών που περιγράφουν το ερωτικό συναίσθημα.
Το θέμα της παντοδυναμίας του έρωτα αποτελεί ένα μοτίβο ευρύτατα διαδεδομένο στην αρχαία ελληνική λογοτεχνία. Η υπουλότητα του έρωτα αποτελεί επίσης στερεότυπο.
Στον «Ερωτόκριτο», η παραδοσιακή θεματολογία υφίσταται περίπλοκη επεξεργασία. Οι μεταμορφώσεις του Θεού στο έργο του Κορνάρου παρουσιάζουν ποικιλία και πρωτοτυπία. Μια από τις χαρακτηριστικές μεταφορές που περιγράφουν τη βαθμιαία αύξηση του ερωτικού συναισθήματος είναι η εικόνα του δένδρου που ριζώνει στην καρδιά.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει η αντιστοιχία του ονόματος Ερωτόκριτος ή Ρώκριτος με το επίθετο «ερωτοακατάκριτος», αυτός που δεν έχει κριθεί, δεν έχει βασανιστεί από τον έρωτα.
Ο «Ερωτόκριτος» αποτελεί το μοναδικό έργο της Κρητικής Λογοτεχνίας που ανήκει στο είδος της ερωτικής μυθιστορίας.
Η ουσιαστική αναγνώριση της αξίας του «Ερωτοκρίτου» από πλευράς λογίων έρχεται από τους καθ’ ύλην αρμόδιους: τους ποιητές. Η πρώτη, μείζων δημιουργική δικαίωση του «Ερωτοκρίτου» απαντά στο έργο του Διον. Σολωμού. Το κρητικό έργο διδάσκει και τρέφει την ποίηση των Επτανησίων μετά την εκεί εγκατάσταση των Κρητικών προσφύγων, το 1669. Είναι χαρακτηριστικό ότι το πρώτο αυτοτελές κείμενο που γράφεται για τον «Ερωτόκριτο» είναι μια διάλεξη του Τερτσέτη.
Η πρώτη επιστημονική έκδοση έγινε στο Ηράκλειο από τον Στέφανο Ξανθουδίδη στα 1915. Το 1980, η κριτική, σοφή έκδοση του Στυλιανού Αλεξίου, επίτιμου δημότη του Δήμου μας, αποκατέστησε το κείμενο στην αρχική του μορφή, πλησίασε το κείμενο πολύ κοντά στο πρωτότυπο. Η έκδοση αυτή αποτελεί σταθμό στην ιστορία των Ερωτοκρίτειων σπουδών.
Οι δέκα χιλιάδες περίπου στίχοι του «Ερωτόκριτου» δεν γράφτηκαν για να παίζονται -παρ’ όλο που και στο πάλκο αγαπήθηκε ο Ερωτόκριτος- αλλά για να διαβάζονται. Στην Κρήτη, κυρίως, αλλά και στα Επτάνησα, ήταν πολλοί εκείνοι που ήξεραν να απαγγέλουν τον «Ερωτόκριτο».
Σήμερα, το έργο αναγνωρίζεται διεθνώς ως μια από τις μεγάλες δημιουργίες της Ευρωπαϊκής Αναγέννησης και κυκλοφορεί σε αναρίθμητες εκδόσεις.
Ο Ερωτόκριτος μελοποιήθηκε και ερμηνεύθηκε από πλειάδα καλλιτεχνών, μεταξύ των οποίων ο Χριστόδουλος Χάλαρης, με τη θεϊκή φωνή του Νίκου Ξυλούρη.
«Είναι η ομορφιά των πραγμάτων και των αισθημάτων»
«Ο Ερωτόκριτος -σημειώνει η Ελένη – Άννα Σκαρτσίλα για το μεγαλειώδες έργο- είναι η ομορφιά των πραγμάτων και των αισθημάτων, η οποία εκφράζεται μέσα απ’ τον ποιητικό λόγο. Είναι ένας συνδυασμός αισθημάτων, όπως η αγάπη, ο έρωτας, η ανδρεία, η αίσθηση της τιμής, τα οποία, για να κατορθώσει ο άνθρωπος να είναι ευτυχισμένος, είναι αναγκαίο να ξεπεράσει τις δυνατότητές του. Είναι κάποιες αρετές που δεν είναι εύκολο να τις κατακτήσουν όλοι, αλλά παράλληλα πασχίζουν γι’ αυτές. Το λογοτεχνικό αυτό κόσμημα είναι ο ύμνος της Κρήτης και θα παραμείνει αθάνατο στις ψυχές όλων αιώνια».
