«Η Παναγιά το πέλαγο/κρατούσε στην ποδιά της/τη Σίκινο, την Αμοργό/και τ’ άλλα τα παιδιά της», γράφει ο Οδυσσέας Ελύτης στη Συλλογή «Τα Ρω του Έρωτα» για το αγαπημένο αιγαιοπελαγίτικο νησί. Δεν το επισκέφθηκε ποτέ, όμως θα κάνει ένα τάμα, να χτιστεί σε μια ανοιχτωσιά που αγναντεύει τη Σίφνο, την Κίμωλο και την Φολέγανδρο ο ναός της Παναγίας της Παντοχαράς.
Ο ίδιος έγραφε στον «Κήπο με τις αυταπάτες»: «…Συχνάζω εκεί όπου κάθε θολούρα, ως κι ο καπνός του τσιγάρου μου ακόμη εξουδετερώνεται απ’ το θαλασσάκι που φυλάγει καλού-κακού για χάρη μου στο βορειοδυτικό της ντουλαπάκι η Παναγιά η Παντοχαρά».
Η επιθυμία, που εξέφρασε ο ίδιος στη σύντροφό του Ιουλίτα Ηλιοπούλου όσο ήταν εν ζωή, έγινε πραγματικότητα με τα θυρανοίξια στις 6 Αυγούστου 2011, στην επέτειο των 100 χρόνων από τη γέννηση του Ελύτη.
Και στο υπέρθυρο η λιτή επιγραφή:
Παρθένω Σικινίω
Οδυσσέας Ελύτης ανέθηκε.
«Η Παναγία η Παντοχαρά -γράφει ο Κυριάκος Παπαγεωργίου- ως ιδέα του ποιητή, τελικά, ενσωματώθηκε στο νησί της Σικίνου και αφού ασχολήθηκαν πολλοί με το συγκεκριμένο σημείο που θα έπρεπε να “χτιστεί”, επιλέχθηκε το καλύτερο μπαλκόνι της βορειοδυτικής πλευράς, ελάχιστα μέτρα δυτικότερα του μοναστηριού της Ζωοδόχου Πηγής, απ’ όπου ο επισκέπτης αγναντεύει το εύρος του αρχιπέλαγου.
Κι επειδή ο Οδυσσέας Ελύτης θήτευσε στη Σχολή των Ανέμων, όπως αφηγείται ο ίδιος στον “Κήπο με τις Αυταπάτες”, θα φτιάξει με τα δικά του λιτά και εμπνευσμένα υλικά έναν τόπο, στον οποίο έχουν περάσει ακόμα και “ο θρους, ο ψίθυρος κι η αύρα”. Έναν τόπο στον οποίο “αέρας είναι αυτός, δεν πιάνεται”…
Η ανέγερση του ναού ξεκίνησε το 2001 σε οικόπεδο που παραχώρησε ο Δήμος Σικίνου και βασίστηκε σε αρχιτεκτονικό σχέδιο του Αλέξανδρου Σαμαρά.
Ο αγιογράφος Α. Σκαλιώτης και ο τεχνίτης του νησιού Μιχάλης Κιμουλιάτης με τον γιο του εργάστηκαν για την κατασκευή του ναού, σεβόμενοι την αρχιτεκτονική παράδοση του τόπου.
Είναι γεγονός ότι ο ποιητής ήθελε την Παναγία την Παντοχαρά γιατί του είχε κάνει ιδιαίτερη εντύπωση η σπουδαία εικόνα της Παναγίας με την επιγραφή “Η Πάντων Χαρά”, που βρισκόταν στα Στροφάδια και σήμερα φυλάσσεται στο Μουσείο Εκκλησιαστικής Τέχνης της Ι. Μονής του Αγίου Διονυσίου στη Ζάκυνθο».
Το εκκλησάκι του Ελύτη γιορτάζει στα εννιάμερα της Παναγίας, δηλ. στην απόδοση της εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, στις 23 Αυγούστου.
«Η Παναγιά το πέλαγο/κρατούσε στην ποδιά της/τη Σίκινο, την Αμοργό/και τ’ άλλα τα παιδιά της», γράφει ο ποιητής στη Συλλογή «Τα Ρω του Έρωτα». Ποτέ όμως δεν επισκέφτηκε το νησί, όπως διευκρινίζεται σε αναθηματική πλακέτα στον τοίχο του Ναού, δεξιά της εισόδου. Θαύμαζε τη Σίκινο μακρόθεν: «Η Σίκινος για τον Ελύτη εκφράζει την παρθένα, καθαρή Ελλάδα. Του άρεσε και ο ήχος της λέξης “Σίκινος”», έλεγε ο Αλέξανδρος Σαμαράς στη Λαμπρινή Κουζέλη και το «Βήμα». Η τοποθεσία που επιλέχθηκε για την ανέγερση του ξωκλησιού, όπως εξηγεί ο ίδιος, είναι ένας χώρος απλός, αιγαιοπελαγίτικος, που έχει μια φυσική ομορφιά και αθωότητα. Βλέπει ανεμπόδιστα στο Αιγαίο, κοιτάει στον βορρά και στο βάθος φαίνεται η Σίφνος. Το εκκλησάκι βρίσκεται επάνω στον «αέρα».
Το απολυτίκιο της «Παντοχαράς του Ελύτη εις νήσον Σίκινον» που συνέθεσε ο Ζακυνθινός ποιητής και ιερέας Παναγιώτης Καποδίστριας:
Τῆς χάριτος γαστέρα,
χαρᾶς πάντων μητέρα,
τὴν τὸν ποθεινὸν ἐν τῷ κόσμῳ
ποιητὴν ἀναβλύζουσαν,
πανδήμως τιμῶμεν καὶ ἡμεῖς
σχεδίαν τῷ κλύδωνι σωστικήν,
οὐρανίσασαν ἀνθρώπων τὸ χοϊκόν,
τῇ γῇ τὸ θεῖον δεικνῦσα.
Χαίροις, γλυκυτάτη Παντοχαρά,
χαίροις, ἐσχάτων πρόναος,
χαίροις, ὡραιότης ἔλλογος, θεοπερίχυτη.
