Ο «Αρχάγγελος» της Κρήτης μέσα  από τα λόγια των αγαπημένων του

Σαραντέξι χρόνια μετά, η ανεπανάληπτη φωνή της Κρήτης που πήρε σάρκα και οστά στο σώμα του «Αρχαγγέλου της», όχι μόνο παραμένει ολοζώντανη στις καρδιές των Ελλήνων, αλλά ταξιδεύει μέσα στον χρόνο αμάλαγη και καθάρια, σαν τα χιόνια που ζώνουν τον Ψηλορείτη και την αγαπημένη του πατρίδα, τ’ Ανώγεια.

Ήταν ξημερώματα της Παρασκευής 8 Φεβρουαρίου 1980, όταν όλη η Ελλάδα και περισσότερο η Κρήτη, πάγωσε στο άκουσμα της είδησης: Ο Νίκος Ξυλούρης λίγο πριν συμπληρώσει τα 44 χρόνια του, αφήνει την τελευταία του πνοή, νικημένος από τον καρκίνο, σε νοσοκομείο του Πειραιά, έχοντας στο πλευρό του την οικογένειά του.

Τιμώντας τη μνήμη του, η «Π» παρουσιάζει τον μεγάλο καλλιτέχνη μέσα από τις μαρτυρίες των δικών του ανθρώπων, που τον έζησαν από κοντά, στις καλές και στις κακές στιγμές της ζωής του.

Γιάννης Ξυλούρης: «Η λύρα ήταν ένα κόσμημα στα χέρια του Νίκου»

Γιάννης και Νίκος στα μικράτα τους

Φέτος ο Νίκος, δίπλα στους γονέους του, τον αγαπημένο του γιο Γιώργη, θα έχει και τον αδελφό του Γιάννη, που πριν από λίγες ημέρες κίνησε για να τον βρει.

Ο ίδιος ο Γιάννης ανεστορούνταν, κρατώντας το αγαπημένο κομπολόι του Νίκου: «Ήμουν από 12 χρονών μαζί του. Πηγαίναμε στα πανηγύρια, στους γάμους και στο τελευταίο χωριό της Κρήτης. Σε χωριά που δεν πήγαινε συγκοινωνία. Πηγαίναμε με τα πόδια πέντε κι έξι χιλιόμετρα για να πάμε να διασκεδάσουμε τους ανθρώπους που έμεναν σ’ αυτά τα χωριά. Εμένα που ήμουν πιο μικρός μου κακοφαινόταν, μας έπιανε κι η βροχή καμιά φορά κι ο Νίκος μου έδινε κουράγιο.

Η λύρα ήταν ένα κόσμημα στα χέρια του Νίκου. Του πήγαινε πάρα πάρα πολύ. Παρακαλούσαμε να κάνει ένα λάθος ο Νίκος για να το βρούμε εμείς η ορχήστρα. Αυτό που νομίζαμε εμείς λάθος ήταν ένα εύρημα κι ένα συμπλήρωμα μέσα στο τραγούδι που μας ανανέωνε».

Ο Ψαρογιάνννης μιλούσε με συγκίνηση, χρόνια μετά για την απώλεια. «Απορφανίστηκα», έλεγε

Ο Γιάννης έλεγε ότι ποτέ δεν είδε τον Νίκο να κρατάει αναλόγιο να τραγουδάει και να διαβάζει τους στίχους. «Εμένα μου έκανε εντύπωση. Πώς τα μαθαίνεις τόσο εύκολα βρε Νίκο του έλεγα, κι εγώ δύσκολα μπορώ να μάθω που λέει ο λόγος μια μαντινάδα. Έλα μωρέ, μου έλεγε, εδώ ξέρω τον Ερωτόκριτο απ’ έξω, 10.000 στίχους».

«Απορφανίστηκα. Είμαστε ένα πράγμα»

Φτάνοντας στις τελευταίες στιγμές του Νίκου, έλεγε συγκινημένος «Απορφανίστηκα. Είμαστε ένα πράγμα. ,Ότι έκανε ο ένας άρεσε στον άλλο. Τελευταία φορά που τραγούδησε ήταν στη Ρόδο. Πάμε να κοιμηθούμε κι όλη νύχτα δεν μπορούσαμε να κοιμηθούμε από τον βήχα. Τι βήχας ήταν αυτός. Με στεναχωρούσε. Γίνεται η συναυλία κι ο Νίκος δεν είπε κανένα τραγούδι σωστά, μα κανένα. Έπαιρνε άλλους τόνους η φωνή του. Εμείς, η ορχήστρα, ανησυχήσαμε, παλεύαμε να τον επαναφέρουμε στον τόνο, σαν πως παλεύαμε ένα λιοντάρι. Ο Νίκος επ’ ουδενί λόγο. Παρ’ όλα αυτά ο κόσμος έμεινε κατενθουσιασμένος».

Ήταν αχώριστοι, κι όπως έγραφε ο Νίκος Ψιλάκης, «Με τη σκιά της απώλειας να τον βαραίνει ξεκίνησε μια καινούργια θητεία, τιμώντας πάντα τ’ όνομα και υπηρετώντας με πίστη αυτό που αγάπησε.

Η προσγείωση σε μια σκληρή πραγματικότητα ήταν δύσκολη. Ο Γιάννης είχε συνδέσει τη ζωή του με τον Νίκο. Παντού μαζί. Και στο εξωτερικό μαζί, τότε που τα ριζίτικα έπαιρναν το πρώτο βραβείο σε διεθνές φεστιβάλ και οι μουσικοί κύκλοι της Ευρώπης ανακάλυπταν μια μουσική παράδοση που κουβαλούσε πανάρχαιες καταβολές».

Ψαραντώνης: «Ήταν πλήρης, με την παρουσία του, την παλικαριά του, τα είχε όλα»

Ο μεγάλος Ψαραντώνης, λιτός και δωρικός, σε μια από τις λίγες του συνεντεύξεις στον «Νέο Κόσμο» της Αυστραλίας, μίλησε για τον Νίκο. Αυτή είναι η αποστροφή: «Τον ρωτάω για τον αδελφό του, τον Ψαρονίκο. Συγκινείται, όταν μιλάει για εκείνον, αφού ήταν εκείνος που τον έφερε κοντά στην λύρα, όταν ο Ψαραντώνης ήταν μόλις 13 χρόνων. Του χρωστάει τα διπλά ο Ψαραντώνης, αφού από εκείνον έμαθε να παίζει και να τραγουδά, στο χωριό τους, στα Ανώγεια».

«Ήταν ο κορυφαίος όλων. Λεβέντης σε όλα, συγκέντρωνε όλα τα προσόντα. Ήταν πλήρης, με την παρουσία του, την παλικαριά του, τα είχε όλα. Είχε χάρισμα ο άνθρωπος», λέει ο Ψαραντώνης.

Ουρανία Ξυλούρη: «Έζησα μόνο 20 χρόνια με τον Νίκο και μου λείπει 45»

Ουρανία και Ρηνιώ. Πάντα υπό τη σκέπη του Νίκου

Η Ουρανία Ξυλούρη ήταν η σύντροφος ζωής του Νίκου και θεματοφύλακας της μνήμης του.

Παντρεύτηκαν 22 Μαΐου 1958 και μέχρι που «έφυγε» έζησαν μαζί κι αγαπημένοι. Η Ουρανία, το γένος Μελαμπιανάκη, ξαναζωντάνεψε αναμνήσεις από τη ζωή της στο πλευρό του τραγουδιστή, παρακολουθώντας τα γυρίσματα ενός βίντεο που ενσωματώνεται στην παράσταση, αφιερωμένη στη μνήμη του. Η παρουσία της εκεί δεν ήταν εύκολη για εκείνη, αφού της υπενθύμισε όσα στερήθηκε λόγω της απώλειάς του. Όπως τόνισε, η κοινή τους ζωή διήρκεσε μόλις είκοσι χρόνια.

«Ήταν πολύ δύσκολο. Μπήκα ξανά μέσα στη ζωή που έχασα. Έζησα μόνο 20 χρόνια με τον Νίκο, και μου λείπει 45», δήλωσε στην εκπομπή “Buongiorno“.

Παρά τα χρόνια που πέρασαν από τον θάνατό του, η Ουρανία σημείωσε ότι η αγάπη του κόσμου κρατά ζωντανή τη μνήμη του. «Ο κόσμος τον διατηρεί ζωντανό και έτσι υπάρχει ο Νίκος, χάρη στην αγάπη του κόσμου», ανέφερε.

«Ο Νικόλας θα τηρούσε τη στάση ενός Έλληνα, που αγαπά την Ελλάδα».

Το 2011, μίλησε στο ραδιόφωνο “e-Rock. gr” και στην εκπομπή του Αντώνη Κουμιώτη «ΤΑ ΕΠΙΚΑΙΡΑ» λέγοντας χαρακτηριστικά: «Αν ζούσε ο Νικόλας θα τηρούσε τη στάση ενός Έλληνα, ενός Έλληνα που αγαπά την Ελλάδα. Γιατί δυστυχώς κυκλοφορεί πολύ ανθελληνισμός. Δυστυχώς, δυστυχώς. Ντρέπομαι, αλλά έτσι είναι…».

Ρηνιώ Ξυλούρη: «Όταν έφυγε ήμουν στα δεκατρία. Πονά και το παιδί και ο έφηβος»

Η Ρηνιώ και ο Γιώργης που έφυγε κι αυτός νέος από τη ζωή

«Ο μπαμπάς μου είχε ένα χαρακτηριστικό: ό, τι και να συνέβαινε, όταν έβαζε το κλειδί στην πόρτα, ήταν ο μπαμπάς. Ήταν πολύ γλυκός άνθρωπος, έδινε πολύ χάδι, πολύ φιλί, ήταν όλο στο κανάκεμα. Πέρασε μέσα από τη φωτιά του πολέμου, του ξεριζωμού και ουσιαστικά ήταν πρόσφυγας. Κάηκε το χωριό δύο φορές, τη δεύτερη φορά την έζησε. Πολύ σκληρά χρόνια», έλεγε η κόρη του Ρηνιώ, μιλώντας με βαθιά συγκίνηση για τον πατέρα στην κάμερα του «Στούντιο 4» της ΕΡΤ.

Αρχικά η Ρηνιώ Ξυλούρη, αναφέρθηκε στον πατέρα της, στον άνθρωπο ο οποίος την στιγμάτισε με την απώλειά του, αναγνωρίζοντας τον μόχθο του για να παρέχει στην οικογένειά του όσα περισσότερα μπορεί. Μέσα στο σπίτι έβλεπε πάντα έναν τρυφερό άνθρωπο. «Το να είσαι κόρη του Νίκου Ξυλούρη έχει πολύ φως και πολλή αγάπη. Αλλά ξέρετε, μετά πέφτει σκιά κι ένα βαρύ πένθος. Όταν έφυγε ήμουν στα δεκατρία. Πονά και το παιδί και ο έφηβος. Έζησα όλη την πορεία του».

Κατά τη διάρκεια της συζήτησης, η ίδια, αναφέρθηκε στην περίοδο κατά την οποία μεταφέρθηκαν στην Αθήνα οικογενειακώς και άρχισε ο πατέρας της να γίνεται ευρέως γνωστός στην Ελλάδα: «Θέλω να πιστεύω, με τα παιδικά μου μάτια, ότι η πιο ευτυχισμένη περίοδος του πατέρα μου ήταν τα γλέντια και οι παρέες, που ακόμη και τα πιο δύσκολα, τα έβαζε σε ένα τραπέζι, τα έντυνε με μουσικές και τραγούδια», ανέφερε αρχικά και συνέχισε μιλώντας για τον ερχομό της Αθήνας:

«Στην Αθήνα ο μπαμπάς μου προσπαθούσε να ισορροπήσει ανάμεσα στα ξέγνοιαστα χρόνια και στην αυστηρότητα και στις δυσκολίες της Αθήνας. Δεν μπορούσε να φανταστεί ότι πίσω από τον τοίχο υπάρχει και κάτι άλλο που δεν είναι αυτό που σου παρουσιάζουν».

«Δεν μπορεί ένας τόσο αγνός κι αθώος άνθρωπος να συμβιβαστεί έτσι. Δεν μπορεί να πιστέψει ότι υπάρχει δολοπλοκία, ψέμα, συμφέρον. Αυτό δεν μπορούσε να αντέξει…».

«Η μάνα μου και σήμερα είναι ερωτευμένη με τον πατέρα μου»

Σε δεύτερο χρόνο, μιλώντας για την περίοδο που η ασθένεια είχε χτυπήσει τον πατέρα της, ανέφερε: «Η μητέρα μου ατσαλώθηκε, γιατί είχε δύο παιδιά, είχε χάσει τον άνθρωπό της, η μάνα μου και σήμερα είναι ερωτευμένη με τον πατέρα μου. Δεν υπάρχει πιο βαρύ πένθος από αυτό. Και έπρεπε να αντιμετωπίσει όλου του τύπου τις δυσκολίες. Μία μεγάλη, γνωστή οικογένεια… με οικονομικά προβλήματα», σημείωσε μιλώντας για τον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπισε η μητέρα της το πένθος, ενώ σημείωσε πως από την αρχή, έπιασε δουλειά στο μαγαζί που είχε ανοίξει ο σύζυγός της.

«Έχει μια ιδιαιτερότητα η περίπτωση του πατέρα μου. Απαλαίνει ο πόνος, δεν τελειώνει το πένθος. Απαλαίνει από την αγάπη του κόσμου που ακούει το όνομά σου και λέει “τι τον είχες;“. Αμέσως ή βάζουν τα κλάματα ή λένε “να σου πω μια ιστορία, εγώ νανούριζα το παιδί μου με τα τραγούδια του πατέρα σου“, είπε.

«Την απουσία του πήρε πάρα πολλά χρόνια να τη συνηθίσω»

Όπως αναφέρει η Ρηνιώ Ξυλούρη: «Και λες κοίταξε, ο κόσμος σήμερα, το 2025, τον αντιμετωπίζει με τόση αγάπη. Και πιστεύει τώρα που ζούμε σε άγριες εποχές, σκοτεινές εποχές που τα παιδιά μας μεγαλώνουν ασπιδωμένα με σκληρότητα πολλή… Βλέπεις ότι αυτός ο άνθρωπος έχει μείνει στις καρδιές των ανθρώπων για να τους θυμίζει ότι ζήσαμε και με αγάπη, τρυφερότητα και κατανόηση και με συμπόνια.

Επειδή έζησε τον πόλεμο, και την φτώχεια και την πείνα, σε όλη του τη ζωή ήθελε να δώσει και να στηρίξει. Να μην πει όχι, να μη βρεθεί κανένας σε απόγνωση.

Την απουσία του μου πήρε πάρα πολλά χρόνια να τη συνηθίσω. Εγώ έχω ένα αβαντάζ σε σχέση με άλλους που έχασαν τον πατέρα τους. Μπορώ να ακούω τη φωνή του όσες ώρες θέλω. Να ακούω τα λόγια του κι έχω και τη μνήμη. Στα πιο δύσκολά μου, βρίσκω πάντα ένα τραγούδι του που μου δίνει λύση», είπε στο «Στούντιο 4».

«Θα γερνούσε στον Ψηλορείτη, σαν το αγρίμι»

Μιλώντας στην εκπομπή «Πρωταγωνιστές» η Ρηνιώ Ξυλούρη, μίλησε για τις τελευταίες ημέρες της ζωής του, που ήταν πολύ δύσκολες.

«Την Αμερική θα τη διέγραφα, την εικόνα του άρρωστο. Ο δικός μου, ο βασιλιάς μου, δεν ήταν αυτός ο άνθρωπος. Ήταν σαν πλάνο ταινίας. Δεν είχε καμία σχέση με τον πατέρα μου. Η τελευταία φορά που τον είδα ήταν πολύ καταβεβλημένος» ανέφερε, αναπολώντας στη συνέχεια την τελευταία φορά που τραγούδησε για χάρη της: «Η τελευταία στιγμή που μοιράστηκα μαζί του ήταν στο θεατράκι, στο Πόρτο Ράφτη, που μου τραγούδησε. Είναι από αυτά που μένουν μέσα σου και σε σφραγίζουν».

Ο καρκίνος, σύμφωνα με τα λεγόμενά της, δεν ανέκοψε απλώς την βαρυσήμαντη καλλιτεχνική του πορεία, αλλά και την επιθυμία του να «γεράσει» στον Ψηλορείτη. «Θα γερνούσε στον Ψηλορείτη, σαν το αγρίμι, δεν μπορούσες να τον φυλακίσεις».

 

Μια σπάνια περίπτωση: Τρεις μεγάλοι σε μία οικογένεια

 

«Τον βάφτισε Αρχάγγελο ο εξαίρετος και αγαπημένος φίλος, καθηγητής Γ. Π. Σαββίδης»

Η Ουρανία Ξυλούρη σε μια σπάνια συνέντευξή της το 2002, έλεγε για τον Νίκο

«Ήταν χαρισματικός, μεγαλόψυχος, απλός, σωστός, αισθηματίας»

  Πολύ νωρίτερα, εκεί στο 2002, σε μια από τις σπάνιες συνεντεύξεις της, έλεγε στο «Βήμα»:

– Τα Ανώγεια του 1958;

Κοντά στον Νίκο, τα έζησα, τα αγάπησα και αφομοιώθηκα. Τα νοσταλγώ με αγάπη.

– Τα καλύτερά σας χρόνια σαν ζευγάρι;

Μα ήταν όλα τόσο καλά.

– Και τα δίσεκτα;

Δεν υπήρξαν ποτέ στις σχέσεις μας.

– Πώς ήταν ο Νίκος παλικαρόπουλο;

Ντελικανής, με όλη τη σημασία της λέξης.

– Ο χαρακτηρισμός Αρχάγγελος;

Είναι ο πιο ουσιαστικός και αληθινός τίτλος. Τον βάφτισε έτσι ο εξαίρετος και αγαπημένος φίλος, καθηγητής Γ. Π. Σαββίδης.

– Θυμάμαι στη «Λήδρα» το 1971, που δάκρυζε, όταν τραγουδούσε «Άγγελος θανάτου μού ζέσταινε το στρώμα μου».

Ήταν υπερευαίσθητος. Ό,τι τραγουδούσε, το αισθανόταν. Πάντα ήταν αληθινός.

– Τι σου έχει μείνει έντονα από τα μαύρα χρόνια της δικτατορίας;

Η λεβεντιά και η ξαστεροσύνη τού Νίκου, στον τίμιο αυτόν αγώνα του.

– Το «Πότε θα κάνει ξαστεριά»;

Έγινε σύμβολο με τη φωνή του.

– Λύρα και μπουζούκι· Τι κοινό έχουν;

Συνομιλία ψυχής με χορδές.

– Τα ριζίτικα τι αντιπροσωπεύουν;

Λεβεντιά, πόνο, δύναμη.

– Η φωνή του Νίκου Ξυλούρη τι καινούργιο έδωσε, όταν ανέβηκε στην Αθήνα;

Αυτό που έμαθε και το ξέρει πολύ καλά ο κόσμος.

– Έναν καλαματιανό, «Κρητικοπούλα μου», το ‘χε γράψει για σας;

Ναι, και το τραγουδήσαμε μαζί στο ξεκίνημα.

– Πώς αισθανθήκατε το 1971, όταν ο Τάκης Β. Λαμπρόπουλος πρότεινε στον Νίκο να πει κι άλλα τραγούδια;

Δεν αρνήθηκε ο Νίκος και είπε: «Πιστεύω, θα τα πω καλά. Αλλά έχω και τη λύρα μου, υποθήκη».

– Θυμηθείτε κάτι από το «Μεγάλο μας Τσίρκο».

Η αποθέωση σ’ όλο της το μεγαλείο και ο Ξυλούρης συγκλονιστικός.

– Ο άνθρωπος Νίκος Ξυλούρης;

Χαρισματικός, μεγαλόψυχος, απλός, σωστός, αισθηματίας.

– Τι τον στενοχωρούσε και τι τον ευχαριστούσε;

Δεν συγχώρεσε ποτέ την αχαριστία, τους αχάριστους ανθρώπους. Τον ευχαριστούσε να τον σέβονται.

– Τα αφιερώματα και οι εκδηλώσεις που γίνονται κατά καιρούς στη μνήμη του, σας βρίσκουν σύμφωνους εσάς και τα παιδιά;

Ναι, γιατί γίνονται πάντα με αγάπη.