Στεγαστική κρίση

Στον πυρήνα του «καυτού» προβλήματος της εξεύρεσης στέγης εστιάζει η αντιπεριφέρεια κοινωνικής πολιτικής που ξεκινά επαφές με τους Δημάρχους της Κρήτης με σκοπό την προώθησης της κοινωνικής κατοικίας στο νησί. Το εφαλτήριο για να ανοίξει ο κρίσιμος αυτός διάλογος έδωσε η αύξηση των διαθέσιμων κονδυλίων, αφού στα 15εκ ευρώ του προϋπολογισμού της προστίθενται άλλα 20 εκ. ευρώ όπως ανακοίνωσε ο Περιφερειάρχης Στ. Αρναουτάκης.

Ωστόσο επειδή οι διαστάσεις του προβλήματος είναι εκρηκτικές σε ολόκληρη την Ευρώπη ο αντιπεριφερειάρχης Στέλιος Βοργιάς αξιολογεί ότι υπάρχει η προοπτική να δεσμευτεί ακόμα μεγαλύτερος αριθμός κονδυλίων, αρκεί να ξεκινήσει η απορρόφηση των πρώτων χρημάτων και στη συνέχεια να προχωρήσει και η διεκδίκηση επιπλέον πιστώσεων.

Στο πλαίσιο αυτό ο αντιπεριφερειάρχης κοινωνικής πολιτικής Στέλιος Βοργιάς έχει ήδη πραγματοποιήσει συνάντηση με το Δήμαρχο Χανίων Παναγιώτη Σημανδηράκη και έπεται συνάντηση με τον Πρόεδρο της ΠΕΔ Γιώργο Μαρινάκη προκειμένου να εξεταστούν οι δυνατότητες που υπάρχουν για τη δημιουργία κοινωνικών κατοικιών στην Κρήτη. Όπως ο ίδιος αξιολογεί, παρεμβάσεις σε επίπεδο κτιρίου, πολυκατοικίας και γειτονιάς μπορούν να λειτουργήσουν πολλαπλασιαστικά για την κοινωνική συνοχή και την αναζωογόνηση περιοχών υπό υποβάθμιση.

Δαπανούμε περισσότερο από το 40% του μισθού στο ενοίκιο

Όπως εξηγεί ο αντιπεριφερειάρχης η στεγαστική κρίση στην Ελλάδα παίρνει χαρακτηριστικά δομικής κοινωνικής κρίσης, γεγονός που έχει πολυεπίπεδες αρνητικές διαστάσεις τις οποίες βλέπουμε και στην Κρήτη όπου η έλλειψη στέγης αποθαρρύνει γιατρούς νοσηλευτές καθηγητές δασκάλους και γενικότερα κοινωνικούς λειτουργούς να στελεχώσουν χαοτικά κενά των δημόσιων υπηρεσιών που μένουν ακάλυπτα και λόγω της ακρίβειας γενικότερα και ειδικότερα λόγω της ακρίβειας των ενοικίων των ελάχιστων της ελάχιστα διατιθέμενης στέγης. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι το πρόβλημα δεν περιορίζεται στους πλέον ευάλωτους, αλλά αφορά εργαζόμενους, φοιτητές, νέους δημόσιους υπαλλήλους και νέα νοικοκυριά, αναδεικνύοντας τη στέγη ως βασικό παράγοντα κοινωνικής σταθερότητας και βιώσιμης ανάπτυξης.

Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι η χώρα μας καταγράφει το υψηλότερο ποσοστό πολιτών στην Ευρωπαϊκή Ένωση που δαπανούν πάνω από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για την κάλυψη των στεγαστικών τους αναγκών. Η κατάσταση αυτή επιδεινώνεται περαιτέρω από τη συνεχιζόμενη άνοδο των τιμών ακινήτων, καθώς την περίοδο 2020– Αύγουστος 2025 οι τιμές πώλησης κατοικιών αυξήθηκαν κατά 55%, ενώ ο δείκτης τιμών παλαιών και νέων κατοικιών στο σύνολο της χώρας κατέγραψε σωρευτική αύξηση 48,4% και 51,2% αντίστοιχα. Οι πιέσεις αυτές μεταφράζονται σε σοβαρές επιπτώσεις στις συνθήκες διαβίωσης των νοικοκυριών. Το 27,0% του πληθυσμού διαμένει σήμερα σε κατοικίες που αντιμετωπίζουν στενότητα χώρου, ποσοστό αισθητά υψηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 16,9%, ενώ το 19,0% του πληθυσμού αδυνατεί να διατηρήσει το σπίτι του επαρκώς ζεστό, έναντι μόλις 9,2% στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Σύμφωνα με τον αντιπεριφερειάρχη, η στεγαστική κρίση αποτελεί σήμερα μία από τις πιο κρίσιμες κοινωνικές προκλήσεις, με άμεσες επιπτώσεις στην ποιότητα ζωής, την κοινωνική συνοχή και τις αναπτυξιακές προοπτικές των τοπικών κοινωνιών. Η έλλειψη κοινωνικής και οικονομικά προσιτής κατοικίας, το υψηλό κόστος στέγασης, η ενεργειακή φτώχεια και οι πιέσεις που ασκούνται από τη τουριστική αξιοποίηση της κατοικίας και τις μεταβολές στην αγορά ακινήτων, διαμορφώνουν συνθήκες στεγαστικής επισφάλειας για ολοένα και ευρύτερα κοινωνικά στρώματα.
Στο πλαίσιο αυτό, η κοινωνική και προσιτή κατοικία αναδεικνύεται σε κρίσιμο πεδίο δημόσιας πολιτικής, που απαιτεί συντονισμένο σχεδιασμό, θεσμική επάρκεια και πολυεπίπεδη διακυβέρνηση.

Τι δείχνουν τα στοιχεία της αντιπεριφέρειας κοινωνικής πολιτικής στην ενδοχώρα και στα αστικά κέντρα

Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία που έχει η αντιπεριφέρεια κοινωνικής πολιτικής μέσα από το Περιφερειακό παρατηρητήριο κοινωνικής ένταξης στους ορεινούς και αγροτικούς δήμους, ιδίως στη νότια και νοτιοανατολική Κρήτη, καταγράφονται υψηλά επίπεδα ενεργειακής φτώχειας, τα οποία συνδέονται με το γερασμένο κτιριακό απόθεμα, τις ελλείψεις βασικών ανέσεων και τα χαμηλά εισοδήματα.

Αντίστοιχα, στα αστικά κέντρα εντοπίζονται θύλακες στεγαστικής επισφάλειας, με χαρακτηριστικές περιπτώσεις γειτονιών στην παλιά πόλη του Ηρακλείου και σε εργατικές συνοικίες. Ιδιαίτερη ένταση λαμβάνει το φαινόμενο της τουριστικοποίησης, κυρίως στα Χανιά και σε άλλες παράκτιες περιοχές, όπου παραδοσιακά λαϊκές γειτονιές μετατρέπονται σε τουριστικές ζώνες.

Η εξέλιξη αυτή συνοδεύεται από σημαντικές αυξήσεις των ενοικίων, περιορισμό της προσφοράς κατοικιών για μόνιμη χρήση και σταδιακό εκτοπισμό των κατοίκων. Η απουσία συστηματικών προγραμμάτων κοινωνικής και προσιτής κατοικίας, σε συνδυασμό με την επέκταση της βραχυχρόνιας μίσθωσης και επενδυτικές πρακτικές όπως η Golden Visa, εντείνουν περαιτέρω τη στεγαστική στενότητα.

Παράλληλα, καταγράφεται μεγάλος αριθμός κενών ή υποχρησιμοποιημένων κατοικιών, κυρίως εξοχικών ή ερειπωμένων οικιών σε αγροτικούς και ορεινούς δήμους, αλλά και φαινόμενα «μεταβατικής κενότητας» σε περιοχές που προορίζονται για τουριστική εκμετάλλευση. Τα εμπειρικά δεδομένα αναδεικνύουν, τέλος, την αυξανόμενη αντίδραση των ίδιων των κατοίκων απέναντι στην αλλοίωση του κοινωνικού χαρακτήρα των γειτονιών τους, εκφράζοντας την ανάγκη για ζωντανές, βιώσιμες κοινότητες και όχι μονολειτουργικές τουριστικές περιοχές. Γενικότερα στην Κρήτη, οι αγροτικές και ορεινές περιοχές, ιδίως στη νότια και νοτιοανατολική ζώνη του νησιού, εμφανίζουν τα υψηλότερα ποσοστά κατοικιών που βιώνουν συνθήκες ενεργειακής φτώχειας, αποτέλεσμα του γερασμένου κτιριακού αποθέματος, των ελλείψεων βασικών ανέσεων και των χαμηλών εισοδημάτων.

Παράλληλα, στα αστικά κέντρα παρατηρούνται θύλακες στεγαστικής επισφάλειας και ενεργειακής φτώχειας, με ιδιαίτερη ένταση στο Ηράκλειο, τόσο στην παλιά πόλη όσο και σε εργατικές συνοικίες. Η αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης προϋποθέτει τη συγκρότηση ενός ολοκληρωμένου συστήματος κοινωνικής και οικονομικά προσιτής κατοικίας, με σαφή θεσμική αρχιτεκτονική, πολυεπίπεδη διακυβέρνηση και μακροχρόνιο ορίζοντα εφαρμογής. Ένα τέτοιο σύστημα δεν μπορεί να βασίζεται σε μεμονωμένα προγράμματα ή προσωρινές χρηματοδοτήσεις, αλλά απαιτεί μόνιμες δομές, σταθερούς κανόνες και προβλέψιμο πλαίσιο λειτουργίας. Κεντρικό στοιχείο είναι η μετάβαση από την επιδοματική λογική στη δημιουργία διατηρήσιμου κοινωνικού στεγαστικού αποθέματος εκτός της ελεύθερης αγοράς. Καθοριστικής σημασίας είναι η συμπληρωματικότητα μεταξύ κοινωνικής κατοικίας και οικονομικά προσιτής κατοικίας.

Κοινωνική κατοικία για ποιους;

Όπως εξηγεί ο αντιπεριφερειάρχης Στ. Βοργιάς η κοινωνική κατοικία απευθύνεται σε νοικοκυριά με περιορισμένους οικονομικούς πόρους και συγκεκριμένα κοινωνικά κριτήρια, ενώ η οικονομικά προσιτή κατοικία αφορά χαμηλά έως μεσαία εισοδήματα και λειτουργεί προληπτικά έναντι της στεγαστικής επισφάλειας. Η συνύπαρξη των δύο πυλώνων επιτρέπει τη μείωση των ανισοτήτων και την αποτροπή της διολίσθησης ευρύτερων κοινωνικών ομάδων σε συνθήκες επισφάλειας.

Πως μπορεί να λειτουργήσει το εγχείρημα στην πράξη;

Ο αντιπεριφερειάρχης σημειώνει ότι παρότι τα τελευταία χρόνια έχουν θεσπιστεί νέα εργαλεία, όπως η κοινωνική μίσθωση και η κοινωνική αντιπαροχή, η αποτελεσματικότητά τους εξαρτάται από την ένταξή τους σε ένα ενιαίο και συνεκτικό πλαίσιο πολιτικής. Χωρίς σαφή κατανομή ρόλων μεταξύ κεντρικού κράτους, Περιφερειών και Δήμων, τα εργαλεία αυτά κινδυνεύουν να λειτουργήσουν αποσπασματικά ή να παραμείνουν ανενεργά. Απαιτείται παράλληλα η θεσμική αναγνώριση και στήριξη μη κερδοσκοπικών και κοινωνικών φορέων ως σταθερών παρόχων κοινωνικής στέγασης, με εγγυήσεις βιωσιμότητας και δημόσιας εποπτείας. Ιδιαίτερη έμφαση πρέπει να δοθεί στην αξιοποίηση του υφιστάμενου δημόσιου, δημοτικού και ανενεργού στεγαστικού αποθέματος, το οποίο αποτελεί το ταχύτερο και οικονομικά αποδοτικότερο πεδίο παρέμβασης και αναχαιτίζει την ανεξέλεγκτη λειτουργία της αγοράς που δημιουργεί ανισότητες. Η ενεργοποίηση αυτού του αποθέματος οφείλει να συνδυαστεί με πολιτικές ενεργειακής αναβάθμισης και κλιματικής προσαρμογής, ώστε η κοινωνική στέγαση να συμβάλει ταυτόχρονα στη μείωση της ενεργειακής φτώχειας και στην επίτευξη περιβαλλοντικών στόχων.