Η εκτέλεση του 27χρονου επιχειρηματία στη Νέα Πέραμο, μετά από 6 μέρες ομηρίας, δεν είναι το πρώτο φρικτό έγκλημα που βιώνει η οικογένειά του.
Το 1999, ο θείος του δολοφονείται μέσα στο ίδιο του το σπίτι. Ένα έγκλημα πάθους που συγκλονίζει όλη την Ελλάδα και γίνεται πρωτοσέλιδο επί μήνες ως την εξιχνίασή του.
Το χρονικό
Μεσάνυχτα 1ης Ιουνίου 1999. Ο 29χρονος Γιώργος Βροντάκης δολοφονείται στην κρεβατοκάμαρά του με δύο μαχαιριές στην πλάτη και μία στον λαιμό. Η σύζυγός του ισχυρίζεται ότι στο σπίτι μπήκαν τρεις ληστές. Σκότωσαν τον άντρα της, έδεσαν και φίμωσαν εκείνη. Ο γιος τους, 9 χρόνων τότε, ήταν εκείνος που την έλυσε για να ειδοποιήσει τελικά την Αστυνομία.
Το ματωμένο μαχαίρι εντοπίζεται σε μία οικοδομή 50 μέτρα από το σπίτι του δολοφονημένου, από τον ίδιο του τον πατέρα. Οι δράστες έχουν προλάβει να εξαφανιστούν. Επί μήνες, η σύζυγος του 29χρονου άνδρα θρηνεί για τον χαμό του. Εμφανίζεται συντετριμμένη και ζητά δικαίωση για εκείνη και τα παιδιά της. Η αλήθεια όμως ήταν τελείως διαφορετική.
Πέρασαν 9 ολόκληροι μήνες, με την Αστυνομία όλο αυτό το διάστημα να συλλέγει στοιχεία ώσπου έφτασε στην άκρη του νήματος. Τα όσα αποκαλύφθηκαν τότε προκάλεσαν ανατριχίλα. Ηθικός αυτουργός της δολοφονίας αποδείχτηκε η ίδια του η σύζυγος και η δήθεν ληστεία στο σπίτι τους ήταν σκηνοθετημένη.
Δράστης της δολοφονίας, ένας υπήκοος Αλβανίας που εργαζόταν στην οικοδομή τους, ο οποίος διατηρούσε ερωτικές σχέσεις με τη σύζυγο του 29χρονου. Τα στοιχεία που είχαν στα χέρια τους οι Αρχές δεν μπορούσαν να αμφισβητηθούν, παρότι η χήρα ποτέ δεν παραδέχτηκε ότι το έκανε.
Στα δύο δικαστήρια που ακολούθησαν, ο μεγάλος τους γιος περιέγραψε την νύχτα του φόνου. Πώς ξύπνησε, πώς βρήκε τη μητέρα του δεμένη και φιμωμένη, πώς είδε τον πατέρα του νεκρό πάνω στο κρεβάτι.
Η γυναίκα έκατσε 5μιση χρόνια στις γυναικείες φυλακές του Κορυδαλλού. Τα δύο ανήλικα παιδιά τους μεγάλωσαν με τη γιαγιά τους στον Ασπρόπυργο, μακριά από τη μητέρα τους.
Το καλοκαίρι του 2005 η σύζυγος του δολοφονημένου έκανε αίτηση αποφυλάκισης που έγινε δεκτή.
Έναν χρόνο όμως μετά οδηγείται ξανά στις γυναικείες φυλακές του Κορυδαλλού. Η αγωγή που είχε καταθέσει σε βάρος της η οικογένεια του άντρα της για ψυχική οδύνη επιδικάστηκε και η κατηγορούμενη όφειλε να τους καταβάλει 500.000 ευρώ.
Πατέρας του 27χρονου: «Θέλω να βρεθεί ο δολοφόνος του παιδιού μου»
Στο «Live News» μιλά ο πατέρας του 27χρονου που δολοφονήθηκε στη Νέα Πέραμο, ζητώντας την πλήρη διαλεύκανση της υπόθεσης και την παραδειγματική τιμωρία των δραστών.
Όπως δηλώνει, δεν γνωρίζει αν ο γιος του δεχόταν απειλές ή αν είχε εχθρούς, επισημαίνοντας ότι αυτά είναι ζητήματα που διερευνά η Ασφάλεια. Ακόμη, τόνισε πως ο ίδιος και η οικογένεια δεν είχαν αντιληφθεί κάτι ανησυχητικό, καθώς οι τελευταίες συναντήσεις τους ήταν απολύτως φυσιολογικές και χωρίς εντάσεις.
«Δεν υπάρχει ο γιος μου στη ζωή να μου πει αν δεχόταν απειλές ή αν δεν δεχόταν, αυτό το ξέρει η Ασφάλεια και θα το βρει η Ασφάλεια. Εγώ δεν γνωρίζω λεπτομέρειες τέτοιες ή το γνωρίζουν οι συγγενείς, οι στενοί που τον αγαπούσαν, εννοώ η μάνα του, όλο το σόι από εκεί. Το σόι που τον αγαπάει και κάνει πως τον αγαπάει να μου πει, αν είχε εχθρούς ή δεν είχε. Εννοείται ότι είχα σχέσεις, με τον γιο μου δεν θα είχα σχέσεις;», είπε και συνέχισε:
«Εγώ τελευταία φορά τον είχα δει σε ένα δικαστήριο που είχαμε για μία υπόθεση του πατέρα μου, τον είχα δει πρόσφατα και είχαμε μιλήσει, δεν είχα δει κάποιο σημάδι, ήταν όλα εντάξει. Και η κόρη μου τον είχε δει, είχε έρθει μία βόλτα από εδώ, τον είχε δει, είχαν μιλήσει, είχαν αγκαλιαστεί, είχαν φιληθεί, τα πάντα, όλα κομπλέ, δεν υπήρχε κάποιο πρόβλημα. Δεν μου είπε τίποτα το παιδί, ούτε σε εμένα, ούτε στην κόρη μου. Η κόρη μου ακόμα δεν το έχει αντιληφθεί, ότι ο αδελφός της είναι αυτός, νομίζει ότι είναι ψέματα. Ακόμα και χθες μου έλεγε ‘μήπως δεν είναι αυτός; Μήπως είναι… Πλάκα μας κάνουν;’».
«Πρόσφατα, πριν γίνει το κακό, που τον πήρανε, τρεις ημέρες πριν, τον είχα δει στα παλιά δικαστήρια της Αλεξάνδρας. Δεν είχαμε καμιά αντιδικία. Μάρτυρες ήμασταν και οι δύο για τον πατέρα μου, μάρτυρες, ούτε κατηγορούμενοι. Μάρτυρες σε ένα δικαστήριο για τον πατέρα μου. Εγώ δεν γνωρίζω αν ενοχλούσε κάποιον. Εγώ ξέρω ότι είχε ένα μαγαζί ευρέσεως, που έβρισκε εργάτες. Αυτό γνωρίζω εγώ, αυτήν τη δουλειά ξέρω το παιδί ότι έκανε, τίποτα παραπάνω δεν ξέρω».
«Θέλω να βρεθεί ο δολοφόνος του παιδιού μου και να οδηγηθεί στη φυλακή», δήλωσε ο πατέρας του 27χρονου, προσθέτοντας πως πιστεύει ότι οι υπεύθυνοι θα εντοπιστούν σύντομα.
«Εγώ θέλω να βρεθεί ο δολοφόνος του παιδιού μου και να πάει μέσα, φυλακή. Όποιος το έχει κάνει, τέτοια αποβράσματα δεν πρέπει να κυκλοφορούν. Το κράτος πρέπει κάτι να κάνει. Δεν υπάρχει δικαιοσύνη. Οι πινακίδες, η Ασφάλεια λέει ότι ήταν κλεμμένες από Θεσσαλονίκη, από ό,τι λέει η Ασφάλεια. Η Αστυνομία κάνει την δουλειά της. Η Αστυνομία ψάχνει να βρει τον δολοφόνο και θα βρεθεί ο δολοφόνος. Αυτοί που το έχουν κάνει θα βρεθούνε, σύντομα θα βρεθούνε. Το πιστεύω ότι θα βρεθούνε σύντομα».
«Θέλω να βρεθεί ο δολοφόνος, ο φονιάς του παιδιού μου που τον βασανίσανε, θέλω να περάσουν τα ίδια ακριβώς. Να περάσουν τα ίδια ακριβώς και χειρότερα ακόμα. Εγώ δουλεύω από 11 χρονών παιδί. Έχω δουλέψει σε βενζινάδικο, έχω δουλέψει σε φορτηγό δημοσίας και έχω δύο φορτηγά δημοσίας, δεν έχει καμία σχέση το ένα με το άλλο. Δηλαδή όποιος έχει οικονομική επιφάνεια τον σκοτώνουμε; Τα έχω ξαναπεράσει, έχω χάσει και αδελφό έτσι, το 1999. Ξαναζώ το δράμα. Σκότωσε τον αδελφό μου, η νύφη μου», είπε.
«Η οικογένεια ξέρουν αλλά δεν ανοίγουν το στόμα τους»
Μιλώντας στον Νίκο Ευαγγελάτο, αποκαλύπτει για την πρώην σύζυγό του:
«Θέλω να βρεθούν οι δολοφόνοι που σκότωσαν το παιδί μου και θέλω να ανοίξουν τα στόματα από την οικογένεια του γιου μου γιατί ξέρουν από πού προέρχεται το έγκλημα. Όλη η οικογένεια ξέρουν ότι ο Μανώλης κινδύνευε».
«Αυτή σηκώθηκε και έφυγε και πήγε στην Κρήτη που δεν έχει καμία επικοινωνία με την Κρήτη. Να μου πει από πού κινδύνευε».
«Η οικογένεια ξέρουν αλλά δεν ανοίγουν το στόμα τους. Αυτό θα το βρουν η Ασφάλεια, είμαι στη διάθεσή τους», σημειώνει.
Όπως λέει ο ίδιος:
«Ξέρω ότι είχε κακές παρέες. Εγώ του φώναζα να κόψει τις παρέες. (…) Του λέω ‘Μανώλη αυτά τα πράγματα που κάνεις θα το φας το κεφάλι σου’. Δεν έπαιρνε χαμπάρι».
«Εγώ δέχτηκα μία επίθεση πριν 2μιση μήνες, μου έκαψαν τα αυτοκίνητά μου. Υποψιαζόμουν τον γιο μου αλλά ήταν 50 – 50. ‘Καπάκι’ έγινε αυτό. (…) Αν προέρχεται αυτό το κάψιμο με αυτό που έγινε τώρα, αυτό θα το βρει η Ασφάλεια», υπογραμμίζει, τονίζοντας:
«Με ενδιαφέρει ποιος σκότωσε τον γιο μου και γιατί τον σκότωσε και γιατί τον βασάνισε. Για να τον βασανίσανε κάτι ήξερε. Τι ήξερε;».
«Ξέρει πάρα πολλά η οικογένεια από εκεί, η πρώην γυναίκα μου και η νύφη μου ξέρουν τι έχει γίνει. Ξέρουν ο Μανώλης γιατί πήγε άδικα στο χώμα», επισημαίνει, καταλήγοντας:
«Οι φονιάδες θα βρεθούν αλλά θέλω να πάθουν τα ίδια».
megatv.com
