Η εφημερίδα "ΠΑΤΡΙΣ" κλείνει 80 χρόνια ενημέρωσης και ιστορίας, 1946-2026

Να «παγώσει» το Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τη βιομηχανία και την Εφοδιαστική Αλυσίδα ζητά το ΤΕΕ/ΤΑΚ

Να «παγώσει» το Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τη Βιομηχανία και την Εφοδιαστική Αλυσίδα και τη Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων και να δοθεί χρόνος στις αρμόδιες υπηρεσίες και στη μελετητική ομάδα της ΣΜΠΕ να επανεξετάσουν όλες τις παρεμβάσεις των φορέων ζητά η Διοικούσα Επιτροπή του Τμήματος Ανατολικής Κρήτης του Τεχνικού Επιμελητηρίου, που ζητά να αναμορφωθεί το πλαίσιο του ειδικού χωρικού και να επανέλθει εκ νέου προς διαβούλευση, υπογραμμίζοντας ότι η άμεση αντιμετώπιση του ζητήματος αποτελεί προϋπόθεση για την αποκατάσταση του αισθήματος δικαίου και της εμπιστοσύνης των πολιτών προς το κράτος.

Όπως αναφέρει το ΤΕΕ/ΤΑΚ, σκοπός του Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τη Βιομηχανία και την Εφοδιαστική Αλυσίδα είναι ο μετασχηματισμός της χωρικής διάρθρωσης του τομέα της βιομηχανίας, περιλαμβανομένου και του κλάδου της Εφοδιαστικής Αλυσίδας προς την κατεύθυνση της βιώσιμης ανάπτυξης, η οποία περιλαμβάνει τρεις διαστάσεις: την προστασία του περιβάλλοντος, την κοινωνική ισότητα και συνοχή, και την οικονομική ευημερία και ανάπτυξη.

Σύμφωνα με το εθνικό πρότυπο χωροταξικής οργάνωσης της βιομηχανίας, προσδιορίζονται περιοχές εντατικοποίησης, περιοχές επέκτασης, περιοχές ποιοτικής αναδιάρθρωσης, περιοχές στήριξης, οι οποίες σε επίπεδο χώρας διαρθρώνονται σε τέσσερις ομάδες (κατηγορίες).

Η ομάδα Α: Μητροπολιτικές Περιοχές, η ομάδα Β: Ανεπτυγμένες και αναπτυσσόμενες περιοχές (στην κατηγορία αυτή εντάσσεται η Περιφερειακή Ενότητα Ηρακλείου), η ομάδα Γ: Περιοχές Ενίσχυσης, και η ομάδα Δ: Περιοχές ισχυρής ενίσχυσης (στην κατηγορία αυτή εντάσσεται η Περιφερειακή Ενότητα Λασιθίου).

Ειδικότερα, για τις υποδομές εφοδιαστικής γίνεται αναφορά στην ανάγκη διασύνδεσης των πόλων αυτών με κατάλληλες οδικές, σιδηροδρομικές, λιμενικές, ενεργειακές, εφοδιαστικές και περιβαλλοντικές υποδομές, συμπεριλαμβανομένων των υποδομών διαχείρισης αποβλήτων, υποπροϊόντων και δευτερογενών πρώτων υλών, σύμφωνα με την περιβαλλοντική νομοθεσία και τις αρχές της κυκλικής οικονομίας.

Για τους οργανωμένους υποδοχείς και την εκτός σχεδίου χωροθέτηση

Το Σχέδιο ΚΥΑ δηλώνει μεν προτεραιότητα στους οργανωμένους υποδοχείς, αλλά ταυτόχρονα διατηρεί ευρείες δυνατότητες μεμονωμένης εκτός σχεδίου εγκατάστασης. Η αντίφαση αυτή υπονομεύει τον βασικό του στόχο.

Όσο η εγκατάσταση σε ΒΙΠΕ, ΒΙΟΠΑ και Επιχειρηματικά Πάρκα δεν συνοδεύεται από υποχρεωτικότητα, σαφή κίνητρα, πλήρεις υποδομές, ταχύτερη αδειοδότηση και χαμηλότερο πραγματικό κόστος, η διάσπαρτη ανάπτυξη θα συνεχίζεται.

Απαιτείται σαφής ιεράρχηση. Η μεμονωμένη εκτός σχεδίου εγκατάσταση πρέπει να επιτρέπεται μόνο κατ’ εξαίρεση, κατόπιν ειδικής τεκμηρίωσης ότι η δραστηριότητα δεν μπορεί να εγκατασταθεί σε λειτουργούν ή θεσμοθετημένο οργανωμένο υποδοχέα.

Ειδικά για την Κρήτη, πρέπει να προβλεφθεί ρητά η δυνατότητα δημιουργίας μεικτών οργανωμένων υποδοχέων βιομηχανίας και logistics, ώστε παραγωγή, τυποποίηση, αποθήκευση, συσκευασία και διανομή να οργανώνονται ως ενιαίο σύστημα σε περιοχές που υπάρχει η δυνατότητα.

Απουσιάζει συγκεκριμένο πλαίσιο παροχής κινήτρων για την κάλυψη των υφιστάμενων ελλείψεων σε οργανωμένους υποδοχείς και σε άτυπες βιομηχανικές συγκεντρώσεις και συγκεντρώσεις επιχειρήσεων εφοδιαστικής (κατεύθυνση «εξυγίανση»).

Κάθε νέος προς εξυγίανση ή επεκτεινόμενος υποδοχέας δραστηριοτήτων πρέπει να συνοδεύεται από ολοκληρωμένη κυκλοφοριακή μελέτη και μελέτη υποδομών μεταφορών σε επίπεδο ζώνης και όχι μόνο από μεμονωμένες εγκρίσεις εισόδου-εξόδου, κυκλοφοριακές συνδέσεις ή μελέτες περιβαλλοντικών και κυκλοφοριακών επιπτώσεων.

Οι ελάχιστες δεσμευτικές αρχές για την ασφαλή εσωτερική λειτουργία των βιομηχανικών και εφοδιαστικών ζωνών δεν εξειδικεύονται επαρκώς. Οι αρχές αυτές δεν πρέπει να παραμένουν μόνο στο επίπεδο των γενικών χωροταξικών και πολεοδομικών κατευθύνσεων, αλλά να ενσωματώνονται υποχρεωτικά στον σχεδιασμό και στην αδειοδότηση κάθε ζώνης.

Οι κατευθύνσεις του Σχεδίου για την Κρήτη

Οι κατευθύνσεις του Σχεδίου για την Κρήτη αναγνωρίζουν τη σημασία του Ηρακλείου ως μεγάλου εφοδιαστικού κέντρου και του Λασιθίου ως περιοχής μικρότερων κέντρων τοπικής εμβέλειας. Παραμένουν, όμως, γενικές και αποσπασματικές.
Δεν συγκροτούν ένα ενιαίο σύστημα που να συνδέει την παραγωγή, τη μεταποίηση, την αποθήκευση και τη διανομή με τα λιμάνια, τα αεροδρόμια και τα βασικά μεταφορικά δίκτυα του νησιού.

Για την Π.Ε. Ηρακλείου προβλέπονται, μεταξύ άλλων, η κάλυψη ελλείψεων υποδομών, η εξυγίανση άτυπων συγκεντρώσεων υψηλής προτεραιότητας, η ανάπτυξη νέων Επιχειρηματικών Πάρκων και η ενίσχυση του διεθνούς ρόλου της περιοχής. Δεν προσδιορίζονται οι συγκεκριμένες υποδομές που λείπουν, οι άτυπες συγκεντρώσεις που πρέπει να εξυγιανθούν, οι θέσεις και τα χαρακτηριστικά των νέων υποδοχέων, οι αναγκαίες μεταφορικές συνδέσεις τους με το λιμάνι, το νέο αεροδρόμιο Καστελλίου και το κύριο οδικό δίκτυο, αλλά και το μοντέλο (χρηματοδοτικό και διοικητικό) εφαρμογής.

Τέλος, δεν υπάρχει αναφορά για πιθανότητα δημιουργίας νέου εμπορευματικού λιμένα, ενώ επανέρχεται η αναφορά στον Εμπορευματικό Λιμένα Τυμπακίου, χωρίς εξειδίκευση για νέες συγκεντρώσεις, για δίκτυα εξυπηρέτησής του, κ.ά.
Δεν αποσαφηνίζεται τι είδους σύστημα προτείνεται, ποιοι φορείς θα το οργανώσουν, ποιες υποδομές θα απαιτηθούν και πώς θα περιοριστούν οι πρόσθετες διαδρομές βαρέων οχημάτων από και προς το Ηράκλειο.

Ακόμη μεγαλύτερος προβληματισμός προκύπτει για την Π.Ε. Λασιθίου

Η εξυγίανση των υφιστάμενων άτυπων συγκεντρώσεων χαρακτηρίζεται χαμηλής προτεραιότητας, παρότι στην περιοχή υπάρχουν σοβαρές ελλείψεις υποδομών και σημαντικές ροές αγροτικών προϊόντων και αγροεφοδίων. Η διαφοροποίηση αυτή δεν αιτιολογείται επαρκώς και κινδυνεύει να διατηρήσει για μεγάλο χρονικό διάστημα τις υφιστάμενες άτυπες και υποεξυπηρετούμενες συγκεντρώσεις. Ιδιαίτερα σοβαρό είναι το έλλειμμα σχεδιασμού για το νότιο Ηράκλειο και το νότιο Λασίθι.

Οι περιοχές αυτές παράγουν μεγάλο όγκο αγροτικών και μεταποιημένων προϊόντων, τα οποία πρέπει να συγκεντρωθούν, να τυποποιηθούν, να αποθηκευτούν και να μεταφερθούν προς τα λιμάνια και τις λοιπές πύλες εξόδου καθημερινά μέσω ενός επαρχιακού δικτύου με περιορισμένα γεωμετρικά χαρακτηριστικά, το οποίο εξυπηρετεί ταυτόχρονα κατοίκους, επισκέπτες, λεωφορεία και βαρέα οχήματα.

Παράλληλα, για την Αν. Κρήτη απαιτείται ρητή δυνατότητα δημιουργίας μεικτών οργανωμένων υποδοχέων βιομηχανίας και εφοδιαστικής.
Η στρατηγική για την Αν. Κρήτη δεν μπορεί να περιορίζεται στην οδική μεταφορά. Απαιτείται διερεύνηση ενός ολοκληρωμένου άξονα σταθερής τροχιάς από τη Σητεία έως το Καστέλλι Κισσάμου, με δυνατότητα εξυπηρέτησης τόσο επιβατών όσο και εμπορευμάτων και με σύνδεση των βασικών αστικών κέντρων, λιμένων, αερολιμένων και οργανωμένων υποδοχέων.
Γενικά, για την Περιφέρεια Κρήτης πιστεύουμε ότι απαιτείται περαιτέρω εξειδίκευση και λεπτομερής διερεύνηση γενικά αλλά και ανά περίπτωση.

Επισημαίνουμε ότι δεν τεκμηριώνεται πως προκύπτει η αναφερόμενη έκταση επιπλέον 1.910 στρεμμάτων που έχει εκτιμηθεί ότι αρκεί για τις νέες μεταποιητικές δραστηριότητες στην Κρήτη έως το 2032. Επίσης, επισημαίνουμε τη φιλοσοφία του Σχεδίου που φαίνεται να μην συμπεριλαμβάνει την Κρήτη στον νησιωτικό χώρο, μια και αναφέρεται ότι «ορίζεται ότι τα νησιά Εύβοια και Κρήτη αντιμετωπίζονται λόγω του μεγέθους τους και της δυναμικής τους όπως ο ηπειρωτικός χώρος.

Επίσης, ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται στην αναφορά της ΣΜΠΕ, σύμφωνα με την οποία οι δραστηριότητες στα Λινοπεράματα «συνεχίζουν επί των οικοπεδικών χώρων της σημερινής εγκατάστασής τους, με δυνατότητα επέκτασης των πάσης φύσεως κτηριακών μονάδων τους επί αυτών.

Σε περίπτωση που η επέκταση της δραστηριότητάς τους, βάσει της οποίας απαιτούνται πρόσθετες κτηριακές εγκαταστάσεις, κρίνεται ως ιδιαίτερης σημασίας για την εθνική οικονομία, επιτρέπεται επιπρόσθετη των ισχυόντων βάσει της νομοθεσίας παρέκκλιση κατά 10%». Το άνω δεν αναφέρεται στην ΚΥΑ χωρίς να υπάρχει αναφορά σε αντίθετη κατάσταση, και ως εκ τούτου συμπεραίνουμε ότι αποσιωπάται.

Η διατύπωση αυτή στη ΣΜΠΕ δημιουργεί σοβαρό προβληματισμό, καθώς φαίνεται να προεξοφλεί τη συνέχιση της υφιστάμενης κατάστασης χωρίς να τεκμηριώνεται επαρκώς, γιατί αποκλείεται ή μετατίθεται η αναζήτηση εναλλακτικής χωροθέτησης,
αν έχει αξιολογηθεί η συμβατότητα των εγκαταστάσεων με τη σημερινή και μελλοντική ανάπτυξη της ευρύτερης περιοχής του Δ. Μαλεβιζίου, πώς και εάν αντιμετωπίζονται οι σωρευτικές κυκλοφοριακές, περιβαλλοντικές και χωρικές επιβαρύνσεις, ποια μέτρα προβλέπονται για την ασφάλεια, την πρόσβαση και τη διακίνηση επικίνδυνων φορτίων, αν η συνέχιση αποτελεί προσωρινή μεταβατική λύση ή πάγια επιλογή.