«Η μεγαλύτερη επιτυχία της χρονιάς για την Κρήτη που ανακηρύχθηκε σε “Ευρωπαϊκή Περιφέρεια Γαστρονομίας 2026” θα είναι να επιστρέψει το διατροφικό πρότυπο που γέννησε στην καθημερινή ζωή όλων των κατοίκων της».
Αυτό επισημαίνουν στην «Π» η δρ Μαριλένα Αναστασάκη, ερευνήτρια, επιστημονική συνεργάτης Ιατρικής Σχολής Πανεπιστημίου Κρήτης και ο δρ Χρήστος Λιονής, ομότιμος καθηγητής Γενικής Ιατρικής και Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας, Ιατρικής Σχολής Πανεπιστημίου Κρήτης, οι οποίοι γράφουν για τη μεσογειακή διατροφή, τον μεσογειακό τρόπο ζωής και τα νεότερα δεδομένα για την υγεία.
«Στα τέλη της δεκαετίας του 1950 -σημειώνουν- ο Ancel Keys, μέσα από τη διεθνή Μελέτη των Επτά Χωρών (Seven Countries Study), ανέδειξε την Κρήτη σε ένα από τα σημαντικότερα πεδία έρευνας για τη σχέση διατροφής και καρδιαγγειακής υγείας. Οι κάτοικοι της κρητικής υπαίθρου εμφάνιζαν από τα χαμηλότερα ποσοστά θανάτων από στεφανιαία νόσο μεταξύ των πληθυσμών που συμμετείχαν στη μελέτη. Το εύρημα αυτό συνέβαλε καθοριστικά στην ανάδειξη της μεσογειακής διατροφής ως προτύπου υγιεινής διαβίωσης.
Η ερευνητική αυτή παρακαταθήκη συνεχίστηκε και εμπλουτίστηκε από την Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Κρήτης και ιδιαίτερα από τον καθηγητή Αντώνη Καφάτο, ο οποίος με την ερευνητική του ομάδα μελέτησε διαχρονικά τις διατροφικές συνήθειες και τις μεταβολές στους παράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνου στον κρητικό πληθυσμό.
Με την Κρήτη να έχει αναδειχθεί Ευρωπαϊκή Περιφέρεια Γαστρονομίας για το 2026, η συζήτηση για την κρητική κουζίνα αποκτά ιδιαίτερη επικαιρότητα. Πέρα από την πολιτιστική της αξία και τη διεθνή προβολή της, έχει σημασία να εξετάσουμε τι γνωρίζουμε σήμερα για τα οφέλη της μεσογειακής διατροφής, κατά πόσο εξακολουθούμε να την ακολουθούμε και, κυρίως, αν όλοι έχουν τη δυνατότητα να την υιοθετήσουν.
Από τη διατροφή στον τρόπο ζωής
Η μεσογειακή διατροφή χαρακτηρίζεται από την κυρίαρχη χρήση του ελαιόλαδου, την υψηλή κατανάλωση λαχανικών, χόρτων, οσπρίων, φρούτων και δημητριακών, τη μέτρια κατανάλωση ψαριών και γαλακτοκομικών και τη σπάνια κατανάλωση κόκκινου κρέατος.
Ωστόσο, η παραδοσιακή κρητική διατροφή δεν αφορούσε μόνο το περιεχόμενο του πιάτου. Συνδεόταν με έναν συνολικό τρόπο ζωής που συνδύαζε την εποχικότητα και την τοπική παραγωγή των τροφίμων, τη συλλογή άγριων χόρτων, το κοινό οικογενειακό τραπέζι, τις περιόδους νηστείας και την καθημερινή σωματική δραστηριότητα.
Η τροφή ήταν στενά συνδεδεμένη με την κοινότητα, την παράδοση και την επαφή με τη φύση. Δεν είναι τυχαίο ότι η UNESCO αναγνώρισε το 2010 τη μεσογειακή διατροφή ως άυλη πολιτιστική κληρονομιά, αναγνωρίζοντας ότι αποτελεί ένα σύνολο γνώσεων, πρακτικών και κοινωνικών αξιών.
Τα νεότερα επιστημονικά δεδομένα
Η προστατευτική σχέση της μεσογειακής διατροφής με την υγεία επιβεβαιώνεται από πλήθος μελετών. Το ελληνικό σκέλος της μεγάλης ευρωπαϊκής μελέτης EPIC έδειξε ότι η μεγαλύτερη προσκόλληση στο συγκεκριμένο διατροφικό πρότυπο συνδέεται με χαμηλότερη συνολική θνησιμότητα, καθώς και χαμηλότερη θνησιμότητα από καρδιαγγειακά νοσήματα και καρκίνο. Σημαντικό είναι ότι το όφελος δεν αποδόθηκε σε ένα μεμονωμένο τρόφιμο, αλλά στον συνδυασμό τους.
Νεότερες έρευνες αναδεικνύουν και πιθανή προστατευτική δράση έναντι της άνοιας, ενώ κλινικές παρεμβάσεις, όπως η ισπανική PREDIMED-Plus, δείχνουν ότι η μεσογειακή διατροφή αποδίδει ακόμη περισσότερο όταν συνδυάζεται με σωματική δραστηριότητα, έλεγχο του βάρους και συστηματική υποστήριξη από επαγγελματίες υγείας.
Παράλληλα, η ελληνική μελέτη MEDIS, στην οποία συμμετείχαν και κάτοικοι της Κρήτης, ανέδειξε τη σημασία της διατροφής, της σωματικής δραστηριότητας και ευρύτερα των κοινωνικών και συμπεριφορικών παραγόντων για την υγιή γήρανση.
Τα δεδομένα δείχνουν, επομένως, προς την κατεύθυνση ενός συνολικού επαναπροσδιορισμού του τρόπου ζωής, πέρα από την αλλαγή στο περιεχόμενο του πιάτου μας.
Η απομάκρυνση από το μεσογειακό πρότυπο
Παρά τα οφέλη του, το μεσογειακό πρότυπο φαίνεται να εγκαταλείπεται σταδιακά ακόμη και από τους πληθυσμούς από τους οποίους αναδείχθηκε. Η ελληνική μελέτη ATTICA κατέγραψε σημαντική υποχώρηση της προσκόλλησης στη μεσογειακή διατροφή κατά τη διάρκεια δεκαετούς παρακολούθησης, ενώ τα άτομα που τη διατήρησαν εμφάνισαν χαμηλότερη επίπτωση υπέρτασης, διαβήτη και καρδιαγγειακής νόσου.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι διαχρονικές μελέτες του Σπηλίου Ρεθύμνου, που ξεκίνησαν το 1988 από ερευνητική ομάδα της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κρήτης. Οι μελέτες αυτές κατέγραψαν τη σημαντική αύξηση της υπέρτασης και της παχυσαρκίας με την πάροδο των χρόνων, σε συνδυασμό με τη μετάβαση από τη χειρωνακτική αγροτική εργασία σε περισσότερο καθιστικές δραστηριότητες.
Ανέδειξαν ακόμη τον πιθανό ρόλο ψυχοκοινωνικών παραγόντων, όπως η αίσθηση συνοχής και η πνευματικότητα, στην καρδιαγγειακή και ψυχική υγεία, υπογραμμίζοντας ότι η συνολική ευεξία διαμορφώνεται και από τις κοινωνικές σχέσεις και τις συνθήκες της καθημερινής ζωής.
Η μεσογειακή διατροφή ως δικαίωμα όλων
Υπάρχει, ωστόσο, μια διάσταση που συχνά απουσιάζει από τη δημόσια συζήτηση και αφορά τη δυνατότητα πρόσβασης στη μεσογειακή διατροφή.
Στην καθημερινή πρακτική της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας, οι επαγγελματίες υγείας διαπιστώνουν ότι για αρκετές οικογένειες η συστηματική αγορά φρέσκων λαχανικών, φρούτων και ψαριών γίνεται ολοένα δυσκολότερη. Τα οικονομικά εμπόδια, οι κοινωνικές ανισότητες και η περιορισμένη διατροφική ενημέρωση επηρεάζουν ουσιαστικά τις επιλογές.
Ελληνικές και διεθνείς μελέτες δείχνουν ότι η κοινωνικοοικονομική θέση συνδέεται με τη δυνατότητα διατήρησης ενός υγιεινού διατροφικού προτύπου, ενώ η αυξημένη κατανάλωση υπερεπεξεργασμένων τροφίμων συνδέεται με την παχυσαρκία και τα χρόνια νοσήματα.
Η μεσογειακή διατροφή, όμως, δεν υπήρξε ιστορικά διατροφή πολυτελείας. Βασίστηκε σε απλά, εποχικά και τοπικά προϊόντα, όπως τα όσπρια, τα χόρτα, τα λαχανικά και τα δημητριακά.
Η πρόκληση σήμερα είναι να διασφαλιστεί ότι αυτά τα τρόφιμα παραμένουν προσιτά σε όλους.
Από την προβολή στην πολιτική υγείας
Η ανακήρυξη της Κρήτης ως Ευρωπαϊκής Περιφέρειας Γαστρονομίας 2026 αποτελεί μια σημαντική ευκαιρία. Η αξιοποίηση της ευκαιρίας αυτής, όμως, δεν πρέπει να περιοριστεί στην προβολή της κρητικής κουζίνας και στον γαστρονομικό τουρισμό.
Χρειάζονται συγκεκριμένες πολιτικές, όπως η ενίσχυση των σχολικών γευμάτων με βάση το μεσογειακό πρότυπο, η ενσωμάτωση της διατροφικής συμβουλευτικής και της σωματικής δραστηριότητας στην Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας, η εκπαίδευση των παιδιών και των οικογενειών και η υποστήριξη τοπικών παραγωγών και κοινωνικών δομών που διευκολύνουν την πρόσβαση σε ποιοτικά τρόφιμα.
Η μεγαλύτερη επιτυχία της χρονιάς της Γαστρονομίας θα είναι να επιστρέψει το πρότυπο που γέννησε η Κρήτη στην καθημερινή ζωή όλων των κατοίκων της, ανεξάρτητα από την κοινωνική και οικονομική τους θέση».
