Μαρία Καλεντάκη:  Η πολυτάλαντη αρχόντισσα των Αστερουσίων

Όταν η λαϊκή σοφία στα κρητικά χωριά αναφέρεται σε γυναίκες παλιάς κοπής, με δύναμη, αντοχή και δημιουργικότητα, εκφράζεται με μια φράση που συμπυκνώνει ολόκληρη φιλοσοφία ζωής: «Ό,τι δουν τα μάτια της, φτιάχνουν τα χέρια της».

Η Μαρία Καλεντάκη, στα 80 της χρόνια, ζώντας στο Ροτάσι, ξεκινά από αυτήν ακριβώς τη φράση και φτάνει πολύ μακριά. Γιατί στη δική της περίπτωση, δεν πρόκειται για λόγια, αλλά για καθημερινή πράξη.

Κάνει τα πάντα με τα χέρια της: μαγειρεύει τα πιο νόστιμα φαγητά, υφαίνει και πλέκει δύσκολα σχέδια, φτιάχνει πανέρια γερά και όμορφα, καλλιεργεί λουλούδια, γεμίζοντας τον χώρο γύρω της με εργασία και φροντίδα.

Την ίδια στιγμή, γράφει. Έχει εκδώσει εννέα βιβλία μέχρι σήμερα, επισκέπτεται σχολεία και εδώ και χρόνια έχει αναλάβει να στηρίζει κάθε προσπάθεια που αφορά τον αγαπημένο της Άγιο, τον Άγιο Ευμένιο, συγγενή της από την πλευρά του συζύγου της. Τον θυμάται ζωντανά, έχει γράψει βιβλίο με τα θαύματά του, συγκεντρώνοντας μαρτυρίες πιστών και μοιράζει τα φυλαχτά του σε όποιον περάσει από την περιοχή.

Το σπίτι της δεν είναι απλώς ένα σπίτι. Είναι εργαστήρι. Είναι τόπος γεμάτος αναμνήσεις. Είναι μια αγκαλιά ανοιχτή. Είναι ένα τραπέζι πάντα στρωμένο. Και ταυτόχρονα, χώρος προσευχής.

Η Μαρία Καλεντάκη -αρχόντισσα των Αστερουσίων, όπως την αποκαλούν στην περιοχή- κάνει τις δουλειές της, οδηγώντας εδώ και σχεδόν σαράντα χρόνια το αυτοκίνητό της. Κοιμάται ελάχιστα, γιατί δουλεύει πολύ. Το βλέμμα της παραμένει σπιρτόζικο, καθαρό, ζωντανό. Η διάθεσή της νεανική, σχεδόν ανήσυχη. Σαν να μην της φτάνει ποτέ η μέρα.

Ένα εντυπωσιακό σπίτι γεμάτο μνήμες

Μπαίνοντας στο σπίτι της, οι τοίχοι σού αφηγούνται ιστορίες. Κάδρα με τιμητικές διακρίσεις και επαίνους, εικόνες και σταυροί, οικογενειακές φωτογραφίες, χειροποίητα εργόχειρα και μικρά αντικείμενα που δεν βρίσκονται εκεί για διακόσμηση, αλλά ως σημάδια πορείας.

Πάνω σε τραπέζια στρωμένα με πλεκτές δαντέλες, ακουμπούν βιβλία, σημειώσεις, εργόχειρα σε εξέλιξη. Τίποτα δεν είναι τυχαίο και τίποτα δεν είναι «στημένο». Ξεχωριστή θέση κατέχουν οι αφιερώσεις και οι ζωγραφιές παιδιών από τα σχολεία που επισκέπτεται, για να τους μιλήσει για τα έθιμά μας, αλλά και όλα τα υπόλοιπα που κάνει.

Στο σαλόνι, η ζωή κυλά με κόσμο να μπαινοβγαίνει, με κουβέντες χαμηλόφωνες και χέρια που δουλεύουν ακόμη κι όταν μιλούν. Στο βάθος, μια γωνιά προσευχής και μνήμης. Εκεί η κυρία Μαρία, αν και μόλις απόφοιτη Δημοτικού, έχει γράψει εννιά βιβλία, διαβάζει, γράφει και δέχεται πιστούς από όλη την Κρήτη που την επισκέπτονται, αφού προσκυνήσουν στον τάφο του Αγίου Ευμενίου, στην Εθιά.

Η κουζίνα της κυρίας Μαρίας είναι από εκείνες που μυρίζουν πριν τις δεις. Εκεί δημιουργεί γευστικά αριστουργήματα, τα οποία ψήνει είτε στην ξυλόσομπα, είτε στον ξυλόφουρνο έξω από το σπίτι.

Στο τραπέζι, που στρώνει για τους επισκέπτες της, κυριαρχούν το βραστό χωριάτικο κοτόπουλο, τα χειροποίητα μακαρόνια, το ζυμωτό ψωμί, το ψητό κατσικάκι με τις πατάτες στον ξυλόφουρνο.

Μιλά για τα χρόνια, που το ψωμί ήταν «μαύρο και σκληρό», από κριθάρι, γιατί έτσι έβγαζε ο τόπος. Για τις διαφορές της ανατολικής Μεσσαράς, για τα σπαρτά και τις εποχές. Θυμάται γάμους και τραπέζια λιτά, αλλά χορταστικά: κατσίκα με ρεβύθια, κατσίκα κοκκινιστή, σιτάρι με χοιρινό.

Και δεν είναι μόνο τα φαγητά. Είναι τα έθιμα. Τα κουλούρια και οι πίτες που πήγαιναν στην εκκλησία, το «φιλοδώρημα» του παπά με σακιά από κριθάρι, στάρι, κουκιά, αυγά, λουκάνικα. Ένας κόσμος που σήμερα μοιάζει μακρινός, αλλά στα λόγια της Μαρίας στέκεται ολοζώντανος.

Έργα τέχνης από τα χέρια της

Στον χώρο του αργαλειού, η Μαρία στέκεται σκυμμένη, με βλέμμα συγκεντρωμένο. Τα νήματα τεντωμένα, τα χρώματα μετρημένα, οι κινήσεις σταθερές. Δεν υπάρχει βιασύνη. Ο αργαλειός απαιτεί ρυθμό, υπομονή και γνώση -και εκείνη τα έχει όλα. Τα υφαντά της κρέμονται στους τοίχους σαν ζωντανά δείγματα μιας τέχνης, που δεν έμεινε στο παρελθόν, αλλά συνεχίζει να αναπνέει.

Δίπλα, πανέρια και καλάθια. Πλεγμένα με τέχνη, γερά και όμορφα, από εκείνα που δεν αγοράζεις μόνο για να τα έχεις, αλλά για να τα χρησιμοποιείς. Τα παρουσιάζει σε εκδηλώσεις και φεστιβάλ, όπως στο Φεστιβάλ Κρητικής Κουζίνας, και -όπως λένε όσοι τα γνωρίζουν- γίνονται ανάρπαστα. Όχι μόνο για το «παραδοσιακό» τους στοιχείο, αλλά για τη φροντίδα που κουβαλούν.

Καταγράφει όσα έζησε – Ήθη, έθιμα, λαογραφία και τα θαύματα του Αγίου Ευμενίου

Η Μαρία έχει γράψει εννιά βιβλία, λαογραφικά και βιωματικά. Καταγράφει ήθη, έθιμα, συνταγές και μνήμες όχι σαν μελετήτρια από απόσταση, αλλά σαν άνθρωπος που τα έζησε.

Ξεχωριστή θέση έχουν τα βιβλία της για τον Άγιο Ευμένιο. Τον γνώρισε, τον θυμάται γελαστό, καθαρό, χωρίς κακία. Γι’ αυτό και γράφει για εκείνον με σιγουριά και σεμνότητα, καταγράφοντας θαυμαστά περιστατικά, όπως τα έζησε και τα άκουσε από άλλους ανθρώπους που τα βίωσαν.

Θυμάται ακόμη μια δύσκολη περίοδο, όταν έμεινε χωρίς να μπορεί να πάρει τη σύνταξή της. Και τότε, μέσα σε λίγες ώρες, άνθρωποι από μακριά -από τα Χανιά, το Ρέθυμνο και την Πελοπόννησο- έφτασαν στο σπίτι της για να πάρουν τα βιβλία της, αφήνοντας το αντίτιμο. Για τη Μαρία, αυτό δεν ήταν σύμπτωση. Ήταν η απάντηση που ζήτησε από τον Άγιο Ευμένιο.

Η ζωή δεν της χάρισε μόνο χαρές. Μια μεγάλη οικογενειακή απώλεια τη σημάδεψε βαθιά. Κι όμως, αντί να κλείσει, άνοιξε περισσότερο. Γέμισε τον χρόνο με έργο.

Όπως λέει, άρχισε να πηγαίνει στο ΚΑΠΗ Πύργου, όπου συνάντησε την Εύα Λιναρδάκη, που της άνοιξε νέους δρόμους στη ζωή της. Ακόμα και την περίοδο της πανδημίας, όταν όλα πάγωσαν, εκείνη έφτιαχνε κούκλες, έπλεκε, δημιουργούσε. «Άμα σταματήσω, δεν είμαι εγώ», λέει.

Δείχνει τις κούκλες που δημιούργησε εκείνη την περίοδο. Τις πιάνει στα χέρια της με προσοχή, σχεδόν τρυφερότητα. «Τις έφτιαξα γιατί μου έλειπαν τα παιδιά και τα εγγόνια μου», λέει απλά. Δεν τις έφτιαξε για να πουληθούν, ούτε για να εκτεθούν. Τις έφτιαξε για συντροφιά. Για να γεμίσει το κενό.

Και ίσως γι’ αυτό, στο σπίτι της Μαρίας Καλεντάκη τίποτα δεν μοιάζει άψυχο. Όλα έχουν λόγο ύπαρξης. Όλα κουβαλούν μνήμη και αγάπη. Η ίδια συνεχίζει να δημιουργεί, να γράφει, να μαγειρεύει, να υφαίνει, να στηρίζει, να πιστεύει.

Στα 80 της χρόνια, η Μαρία δεν κοιτά πίσω με νοσταλγία, αλλά μπροστά με επιμονή. Γιατί όσο τα μάτια της βλέπουν, τα χέρια της θα φτιάχνουν. Και όσο τα χέρια της δουλεύουν, ο κόσμος γύρω της θα παραμένει ζωντανός.