Κύκλωμα εκμετάλλευσης ανθρώπων: Προφυλακιστέοι οι 5 πρώτοι αλλοδαποί που απολογήθηκαν

Περισσότερες από οκτώ ώρες κράτησε η διαδικασία των απολογιών στην ανακρίτρια Ηρακλείου, των πρώτων πέντε κατηγορουμένων στην υπόθεση κυκλώματος εμπορίας ανθρώπων που εξάρθρωσε η Υ.Α Ηρακλείου.

Ενώπιον της ανακρίτριας για να απολογηθούν, βρέθηκαν σήμερα  πέντε από τους συλληφθέντες που άνοιξαν την αυλαία των απολογιών, οι οποίες- λόγω του μεγάλου αριθμού των συλληφθέντων- θα ολοκληρωθούν την ερχόμενη Δευτέρα 23 Μαρτίου. Ο αποκαλούμενος «Σαντάμ» πήρε προθεσμία να απολογηθεί την ερχόμενη Κυριακή.

Πρόκειται για αλλοδαπούς, στους οποίους αποδίδεται ο χαρακτηρισμός των μεσαζόντων, καθώς σύμφωνα με τη δικογραφία, είχαν αναλάβει να βρουν τα θύματα, κυρίως από το Πακιστάν- στα οποία έταζαν νόμιμη εργασία στην Ελλάδα. Οι κατηγορίες που αντιμετωπίζουν είναι για σύσταση και συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση, εκμετάλλευση ανθρώπων κ.α

Για την αστυνομία πρόκειται για μια δομημένη εγκληματική οργάνωση με διαρκή δράση τουλάχιστον από το έτος 2024, η όποια συγκροτήθηκε και λειτούργησε υπό το κέλυφος επιχείρησης που δραστηριοποιείτο ήδη από το 2021 ως Ομόρρυθμη Εταιρεία στο Ηράκλειο στη συνδυαστική παροχή γραμματειακών και συμβουλευτικών υπηρεσιών γραφείου και επιχειρήσεων, υπηρεσιών χρηματικής διαμεσολάβησης κ.λπ., παρέχοντας ταυτόχρονα κάλυψη (βιτρίνα) για την τέλεση πράξεων οργανωμένου εγκλήματος.

Σύμφωνα με τη δικογραφία, η αποκαλούμενη από την ΕΛ.ΑΣ ως εγκληματική οργάνωση προέβαινε στην τέλεση των κακουργηματικών πράξεων της εμπορίας ανθρώπων με σκοπό το κέρδος υπό τη μορφή της εργασιακής εκμετάλλευσης, συνδεόμενης αυτής με την παράνομη είσοδο και παράνομη διαμονή πολιτών τρίτης χώρας στο ελληνικό έδαφος, καθώς και τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές ενέργειες, αλλά και στην τέλεση άλλων αδικημάτων που απαιτούνταν για την υποστήριξη της εν λόγω εγκληματικής δράσης, όπως της παράνομης κατακράτησης, της απάτης σε βάρος του νομικού προσώπου του Ελληνικού Δημοσίου, ΟΤΑ κ.λπ., της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, της παραβίασης της εργατικής και ασφαλιστικής νομοθεσίας.

Για την τέλεση των ως άνω εγκληματικών πράξεων χρησιμοποιούνταν διάφορες μέθοδοι, όπως εν προκειμένω η μετάκληση με εικονική ατομική σύμβαση εργασίας πολιτών τρίτων χωρών στην Ελλάδα για εργασία, με σκοπό τη διευκόλυνση της εισόδου και διαμονής του αλλοδαπού στο ελληνικό έδαφος, δίχως η εργασιακή σχέση να υφίσταται στην πραγματικότητα, και η εν συνεχεία καταστρατήγηση της μεταναστευτικής νομοθεσίας σε σχέση με την αίτηση χορήγησης άδειας διαμονής, με σκοπό τη νομιμοποίηση των αλλοδαπών στις ίδιες περιπτώσεις αλλά και σε άλλες που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του νόμου και οι οποίες κρίθηκαν για τον λόγο αυτό καταχρηστικές. Ακόμη, επιδίδονταν στην τέλεση και άλλων εγκληματικών πράξεων προς επίτευξη του σκοπού τους, δηλ. τον πορισμό παράνομου κέρδους, όπως την παρακράτηση – στέρηση ταξιδιωτικών εγγράφων, την εξώθηση σε πραγματική αδήλωτη – ανασφάλιστη εργασία χωρίς νόμιμη σύμβαση εργασίας, την απόσπαση της συναίνεσης αλλοδαπών με απατηλά μέσα, εκμεταλλευόμενοι και την ευάλωτη θέση τους, όπως την υπόσχεση παροχής νόμιμης εργασίας και νόμιμου τίτλου διαμονής στην Ελλάδα, με σκοπό τη δημιουργία δυσανάλογων οφειλών – χρεών από μέρους των μεταναστών έναντι αυτών, αλλά και την κατ’ εξακολούθηση άσκηση ψυχολογικής βίας για την ικανοποίηση των σκοπών τους.

Η Εκμετάλλευση των αλλοδαπών και η απειλή για απέλαση

Σύμφωνα με τη δικογραφία, η αποκαλούμενη από την ΕΛ.ΑΣ ως εγκληματική οργάνωση προέβαινε στην τέλεση των κακουργηματικών πράξεων της εμπορίας ανθρώπων με σκοπό το κέρδος υπό τη μορφή της εργασιακής εκμετάλλευσης, συνδεόμενης αυτής με την παράνομη είσοδο και παράνομη διαμονή πολιτών τρίτης χώρας στο ελληνικό έδαφος, καθώς και τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές ενέργειες, αλλά και στην τέλεση άλλων αδικημάτων που απαιτούνταν για την υποστήριξη της εν λόγω εγκληματικής δράσης, όπως της παράνομης κατακράτησης, της απάτης σε βάρος του νομικού προσώπου του Ελληνικού Δημοσίου, ΟΤΑ κ.λπ., της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, της παραβίασης της εργατικής και ασφαλιστικής νομοθεσίας.

Για την τέλεση των ως άνω εγκληματικών πράξεων χρησιμοποιούνταν διάφορες μέθοδοι, όπως εν προκειμένω η μετάκληση με εικονική ατομική σύμβαση εργασίας πολιτών τρίτων χωρών στην Ελλάδα για εργασία, με σκοπό τη διευκόλυνση της εισόδου και διαμονής του αλλοδαπού στο ελληνικό έδαφος, δίχως η εργασιακή σχέση να υφίσταται στην πραγματικότητα, και η εν συνεχεία καταστρατήγηση της μεταναστευτικής νομοθεσίας σε σχέση με την αίτηση χορήγησης άδειας διαμονής, με σκοπό τη νομιμοποίηση των αλλοδαπών στις ίδιες περιπτώσεις αλλά και σε άλλες που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του νόμου και οι οποίες κρίθηκαν για τον λόγο αυτό καταχρηστικές.

 

Ακόμη, επιδίδονταν στην τέλεση και άλλων εγκληματικών πράξεων προς επίτευξη του σκοπού τους, δηλ. τον πορισμό παράνομου κέρδους, όπως την παρακράτηση – στέρηση ταξιδιωτικών εγγράφων, την εξώθηση σε πραγματική αδήλωτη – ανασφάλιστη εργασία χωρίς νόμιμη σύμβαση εργασίας, την απόσπαση της συναίνεσης αλλοδαπών με απατηλά μέσα, εκμεταλλευόμενοι και την ευάλωτη θέση τους, όπως την υπόσχεση παροχής νόμιμης εργασίας και νόμιμου τίτλου διαμονής στην Ελλάδα, με σκοπό τη δημιουργία δυσανάλογων οφειλών – χρεών από μέρους των μεταναστών έναντι αυτών, αλλά και την κατ’ εξακολούθηση άσκηση ψυχολογικής βίας για την ικανοποίηση των σκοπών τους.

Από τα στοιχεία που έχουν συλλέξει οι αστυνομικοί προκύπτει ότι αλλοδαποί εκβιάζονταν προκειμένου να εξοφλήσουν το ποσό των 9.000 ευρώ που είχε συμφωνηθεί όπως επίσης και τα χρήματα για την ασφάλιση τους. Για το λόγο αυτό σε πολλές περιπτώσεις είχαν πάρει τα διαβατήρια τους και τα έγγραφα προκειμένου να τους παραδοθούν με την αποπληρωμή του χρέους.

Επιπλέον, εντοπίστηκαν ιατρικά έγγραφα, των οποίων η εγκυρότητα εξετάζεται και είναι πιθανόν να αποτελέσει την έναρξη μιας νέας αστυνομικής και δικαστικής έρευνας.