Η ζώσα μνήμη της επανακομιδής της Τιμίας Κάρας του Αγίου Τίτου μέσα από ντοκουμέντα εποχής
Η παράδοση της Τιμίας Κάρας εις τον Σεβ. Μητροπολίτη Κρήτης κ. Ευγένιον

Εξήντα χρόνια συμπληρώνονται φέτος από ένα γεγονός βαθιά χαραγμένο στη μνήμη της Εκκλησίας και της Κρήτης: την επανακομιδή της Τιμίας Κάρας του Αποστόλου Τίτου στο Ηράκλειο. Μια ιστορική επέτειος μεγάλης πνευματικής και εθνικής σημασίας, που δεν ανήκει μόνο στο παρελθόν, αλλά συνεχίζει να φωτίζει το παρόν και να εμπνέει το μέλλον.

Ιδιαίτερα σημαντική είναι η πρωτοβουλία της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κρήτης και του Αρχιεπισκόπου κ.κ. Ευγενίου Β΄ για την ψηφιοποίηση αλλά και επανέκδοση του πολύτιμου αυτού υλικού, από το δελτίο της τότε Μητροπόλεως Κρήτης «Απόστολος Τίτος», που μας καθιστά κοινωνούς μιας θείας συγκυρίας.

Ο Σεβ. Μητροπολίτης Κρήτης κ. Ευγένιος, φέρων την Τιμία Κάρα

Ένα εκκλησιαστικό ντοκουμέντο μοναδικής αξίας, εμπλουτισμένο με φωτογραφικό υλικό, έρχεται να γεφυρώσει τον χρόνο και να ανασύρει από τη λήθη στιγμές ιερής συγκίνησης.

Το ψηφιοποιημένο «Αναμνηστικόν Τεύχος» του «Αποστόλου Τίτου» του 1966 ξυπνά μνήμες σε όσους έζησαν εκείνες τις μεγάλες στιγμές και, ταυτόχρονα, προσφέρει στους νεότερους τη δυνατότητα να τις προσεγγίσουν, να τις αισθανθούν, να τις κατανοήσουν. Να σταθούν νοερά δίπλα στον τότε Μητροπολίτη Κρήτης και μετέπειτα Αρχιεπίσκοπο, κυρό Ευγένιο τον Α΄, και να γίνουν μάρτυρες της συγκίνησης ενός ολόκληρου λαού.

Η πάνδημη συμμετοχή του λαού εις τη λιτάνευση της Τιμίας Κάρας

Ήταν 15 Μαΐου 1966, όταν η Κρήτη υποδέχθηκε από τη Βενετία, με βαθιά ευλάβεια και ανείπωτη συγκίνηση, την Τιμία Κάρα του Αποστόλου Τίτου και πρώτου επισκόπου Κρήτης.

Ένα γεγονός που δεν υπήρξε απλώς εκκλησιαστική πράξη, αλλά σύμβολο ενότητας, νοσταλγίας και πνευματικής επιστροφής. Περισσότεροι από εκατό χιλιάδες πιστοί -σύμφωνα με τις τότε εκτιμήσεις- συνέρρευσαν για να συμμετάσχουν σε αυτή την ιστορική στιγμή, αποδεικνύοντας πως ή πίστη μπορεί να ενώσει, να συγκινήσει και να υπερβεί τον χρόνο.

Η πράξη αυτή, καρπός προσπαθειών και συνεργασίας μεταξύ των Εκκλησιών, υπήρξε και ένας φωτεινός σταθμός στις σχέσεις ορθοδόξων και ρωμαιοκαθολικών, αποτυπώνοντας τη δύναμη της κοινής ιστορικής μνήμης και της αδελφικής προσέγγισης.

Σήμερα, μέσα από την ψηφιακή αυτή παρακαταθήκη, αλλά και την επανέκδοσή του, δεν θυμόμαστε απλώς. Συμμετέχουμε. Αγγίζουμε, έστω και νοερά, εκείνη τη μεγάλη ημέρα. Και ίσως, μέσα σε αυτή τη σιωπηλή αναδρομή, να βρίσκουμε κάτι από τη βαθιά εκείνη συγκίνηση, που ένωσε τότε έναν ολόκληρο λαό.

Ο Σεβ. Μητροπολίτης Κρήτης εν μέσω των αντιπροσώπων του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος

Όπως αναφέρει η Ιερά Αρχιεπισκοπή Κρήτης στην ανακοίνωσή της, στο πλαίσιο των επετειακών εκδηλώσεων για την 60ή επέτειο, δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα της (www.iak.gr) το ψηφιοποιημένο «Αναμνηστικόν Τεύχος επί τη επανακομιδή της Τιμίας Κάρας του Αγίου Αποστόλου Τίτου εκ Βενετίας εις την πόλιν του Ηρακλείου (1966)», ένα τεκμήριο ιστορικό και πνευματικό, προσβάσιμο πλέον σε κάθε ενδιαφερόμενο.

Μάλιστα, στην 1η σελίδα του τεύχους, διαβάζουμε:

«Την 15η Μαΐου του τρέχοντος έτους 1966 έγινε η επανακομιδή της Τιμίας Κάρας του Αγίου Αποστόλου Τίτου, πρώτου επισκόπου Κρήτης, από Βενετίας εις Ηράκλειον.

Η απόδοση της Τιμίας Κάρας του Αγίου Τίτου υπό της Εκκλησίας Βενετίας εις την Ιεράν Μητρόπολιν Κρήτης έγινε κατόπιν παρακλήσεως του Σεβ. Μητροπολίτου Κρήτης κ. Ευγενίου, τη πρόθυμη δε συμπαράσταση της Α. Θειοτάτης Παναγιότητος του Οικουμενικού Πατριάρχου κ. Αθηναγόρου και τη φιλαδέλφω επινεύσει της Α. Αγιότητος του Πάπα Ρώμης Παύλου του ΣΤ΄.

Αύτη αποτελεί τεκμήριον της κοινής νοσταλγίας του ηνωμένου

παρελθόντος των δύο αδελφών Εκκλησιών, την οποίαν ήναψαν εις τας καρδίας των πιστών οι σεπτοί προκαθήμενοι αυτών η Α. Θειοτάτη Παναγιότης, ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Αθηναγόρας και η Αγιότης, ο Πάπας Ρώμης Παύλος ο ΣΤ΄, κατά την εν Ιεροσολύμοις ιεράν συνάντησιν αυτών και την οποίαν προάγουσιν αι συνεχιζόμενα εκατέρωθεν αγαθαί προσπάθειαι. Η της Τιμίας Κάρας του Αγίου Τίτου είναι γεγονός μοναδικόν εις την ιστορίαν της χριστιανικής Κρήτης και εκπλήρωσις ευσεβούς πόθου του Κλήρου και του Λαού της Κρήτης, το οποίον βαθύτατα συνεκίνησεν αυτόν.

Από το επίσημο γεύμα της Ιεράς Μητροπόλεως Κρήτης. Εξ αριστερών προς τα δεξιά: η Α.Ε. ο επί του Συντονισμού υπουργός κ. Κ. Μητσοτάκης, ο Θεοφ. Επίσκοπος κ. Ιωσήφ Ολιβόττι, ο Σεβ. Μητροπολίτης Κρήτης κ. Ευγένιος, ο αντιπρόσωπος της Α.Μ. του βασιλέως στρατηγός Φ. Μεσσηνόπουλος και η Α.Ε. ο επί της Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων υπουργός κ. Σ. Αλαμανής

Αληθώς, είναι απερίγραπτος η βαθεία θρησκευτική συγκίνησις και ο ιερός ενθουσιασμός, με τον οποίον ο Κλήρος και ο Λαός της Μεγαλονήσου, με επικεφαλής τους επισκόπους αυτού υπεδέξαντο εις Ηράκλειον την πρωΐαν της 15ης Μαΐου την Τιμίαν Κάραν του πρώτου επισκόπου και προστάτου της νήσου αυτού. Οι μεν μετασχόντες της υποδοχής υπερέβαινον, κατά τους μετριωτέρους υπολογισμούς, τας 100.000.

Λόγω του εξόχου ενδιαφέροντος του ανεπανάληπτου γεγονότος της επανακομιδής της Τιμίας κάρας του Αγίου Αποστόλου Τίτου, πρώτου επισκόπου Κρήτης, από Βενετίας εις Ηράκλειον, εκρίναμεν σκόπιμον, όπως αφιερώσωμεν εις τούτο το παρόν έκτακτόν τεύχος του δελτίου της Ιεράς Μητροπόλεως Κρήτης «Απόστολος Τίτος», εις το οποίον δημοσιεύονται επίσημα έγγραφα και άλλα κείμενα, σχετικά προς το ιστορικόν τούτο εκκλησιαστικόν γεγονός, το οποίον αναμφισβητήτως απετέλεσεν ιστορικόν σταθμόν εις τας σχέσεις της Ορθοδόξου ημών Εκκλησίας και της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας».

Η ιστορική συνάντηση των Ιεροσολύμων της Α. Θ. Παναγιότητος του Οικουμενικού Πατριάρχου κ. Αθηναγόρου μετά της Α. Αγιότητος του Πάπα Ρώμης Παύλου ΣΤ΄ (Ιανουάριος 1964)

Στη συνέχεια, στο ίδιο τεύχος, αναφέρεται αναλυτικά το ιστορικό της Τιμίας Κάρας που μεταφέρθηκε στη Βενετία, οι προσπάθειες που έγιναν στη συνέχεια για την επανακομιδή της στο Ηράκλειο και η άφιξη της στην πόλη μας.

Αφού χαρακτηρίζεται ένα από τα σημαντικότερα ιερά κειμήλια της Εκκλησίας της Κρήτης, η Τίμια Κάρα του Αγίου Αποστόλου Τίτου, πρώτου επισκόπου Κρήτης και μαθητή του Αποστόλου Παύλου, τονίζεται ότι: Μετά την άλωση του Χάνδακα το 1669 από τους οθωμανούς, οι Ενετοί, αποχωρώντας από το νησί, μετέφεραν στη Βενετία πολύτιμα εκκλησιαστικά κειμήλια, ανάμεσά τους και την Κάρα του Αγίου Τίτου.

Η Κάρα παρέμεινε για περίπου τρεις αιώνες στη Βενετία, φυλασσόμενη ιδιαίτερη τιμή. Στο διάστημα αυτό, η Εκκλησία και ο λαός της Κρήτης διατηρούσαν ζωντανή την επιθυμία για την επιστροφή του ιερού αυτού θησαυρού στον τόπο του.

Ο αποχαιρετισμός της αντιπροσωπείας της Εκκλησίας της Βενετίας

Κατά τον 20ό αιώνα, και ιδιαίτερα μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, διαμορφώθηκε ένα νέο κλίμα προσέγγισης μεταξύ της Ορθόδοξης και της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Μέσα σε αυτό το πνεύμα συνεργασίας και αλληλοκατανόησης, τέθηκε πιο οργανωμένα το αίτημα για την επιστροφή της Κάρας του Αγίου Τίτου στην Κρήτη.

Καθοριστικό ρόλο στις προσπάθειες αυτές διαδραμάτισε ο Μητροπολίτης Κρήτης Ευγένιος, ο οποίος ανέλαβε πρωτοβουλίες και ανέπτυξε επαφές με την Εκκλησία της Βενετίας. Σημαντική υπήρξε επίσης η συμβολή του Οικουμενικού Πατριάρχη Αθηναγόρα και του Πάπα Ρώμης Παύλου ΣΤ΄, οι οποίοι, στο πλαίσιο της μεταξύ τους προσέγγισης, υποστήριξαν ενεργά την επιστροφή του ιερού λειψάνου.

Οι σχετικές συζητήσεις και ενέργειες διήρκεσαν αρκετά χρόνια και συνοδεύτηκαν από θεολογικούς διαλόγους και εκδηλώσεις καλής θέλησης.

Τελικά, η Εκκλησία της Βενετίας ανταποκρίθηκε θετικά στο αίτημα και αποφάσισε την απόδοση της Κάρας στην Εκκλησία της Κρήτης.

Η επίσημη παράδοση πραγματοποιήθηκε το 1965, ενώ η μεταφορά και η πανηγυρική επανακομιδή στην Κρήτη έλαβαν χώρα στις 15 Μαΐου 1966.

Ακολουθούν οι επιστολές που ανταλλάχθηκαν μεταξύ της Εκκλησίας Κρήτης και της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, καθώς και το πρωτόκολλο παραλαβής. Περιλαμβάνεται επίσης η εκτενής έκθεση του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Κρήτης Ευγενίου προς την Αυτού Θειοτάτη Παναγιότητα, τον Οικουμενικό Πατριάρχη Αθηναγόρα, στην οποία περιγράφονται αναλυτικά η αναχώρηση της Κάρας από την Ιταλία, η λαμπρή υποδοχή της στην Αθήνα και, στη συνέχεια, η μεταφορά της εν πομπή συνοδευόμενη από τον μακαριότατο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών κ. Χρυσόστομο, μέλη της Ιεράς συνόδου, καθώς και άλλες εκκλησιαστικές και κρατικές Αρχές στο Δέλτα Φαλήρου, όπου επιβιβάστηκε επί του πολεμικού πλοίου «Δόξα» και εκεί εναποτέθηκε «επί βάθρου κεκαλυμμένου διά πορφυρικού υφάσματος, τοποθετηθέντος εις χώρον καταλλήλως ευπρεπισθέντα, ενώ άγημα απέδωσε τας κεκανονισμένας τιμάς».

Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού προς την Κρήτη τελέστηκαν ιερές ακολουθίες, ενώ επικρατούσε κλίμα βαθιάς ευλάβειας και ο Σεβ. Μητροπολίτης Κισσάμου και Σελίνου κ. Ειρηναίος μίλησε στο πλήρωμα του πλοίου για την προσωπικότητα και το έργο του Αποστόλου Τίτου. Ακόμη, μέλη του κλήρου και τιμητική φρουρά ναυτών αγρυπνούσαν καθ’ όλη τη νύχτα δίπλα στο ιερό λείψανο.

Την Κυριακή 15 Μαΐου 1966, ημέρα ιστορική για την Εκκλησία της Κρήτης, ξεκίνησε η μεγάλη υποδοχή. Νωρίς το πρωί σχηματίστηκε εντυπωσιακή πομπή από τον Ναό του Αγίου Τίτου με τη συμμετοχή αρχιερέων και εκατοντάδων ιερέων, οι οποίοι κατευθύνθηκαν προς το λιμάνι του Ηρακλείου.

Στην πλατεία του Λιμεναρχείου πραγματοποιήθηκε επίσημη τελετή μέσα σε έντονα συγκινησιακό κλίμα, με τις καμπάνες όλων των ναών της πόλης να χτυπούν πανηγυρικά. Εκεί έγινε η παράδοση της Τίμιας Κάρας από τον Θεοφιλέστατο επίσκοπο Βενετίας Olivotti προς τον Μητροπολίτη Κρήτης Ευγένιο. Προηγήθηκαν προσφωνήσεις, ευχές για την ενότητα των Εκκλησιών και εκδηλώσεις τιμής από στρατιωτικά αγήματα και μουσικά σύνολα.

Η τελετή μεταδόθηκε σε ευρύ κοινό μέσω μεγαφώνων και ραδιοφώνου, ενώ καταγράφηκε και κινηματογραφικά. Στη συνέχεια, η Κάρα του Αγίου Τίτου μεταφέρθηκε με μεγαλοπρεπή λιτανεία μέσα στην πόλη του Ηρακλείου, μέσα σε ατμόσφαιρα βαθιάς πίστης, συγκίνησης και πανηγυρικού ενθουσιασμού του λαού.

Λιτάνευση της Τιμίας Κάρας. Οι μετασχόντες αρχιερείς μετά της αντιπροσωπείας της Εκκλησίας της Βενετίας

Επίσης, ο Κρήτης Ευγένιος, στην επιστολή του προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη, αναφέρεται αναλυτικά στο συλλείτουργο που έγινε στον Ναό του Αγίου Τίτου και όπου μεταξύ άλλων τονίζει:

«Κατά τη μετουσίωση των τιμίων Δώρων γονυπέτησαν μετά των ορθοδόξων κληρικών και οι ρωμαιοκαθολικοί. Η συμμετοχή ορθοδόξων και ρωμαιοκαθολικών προσέδωκεν ιδιαιτέραν μεγαλοπρέπειαν εις την ιστορικήν αυτήν αρχιερατικήν συλλειτουργίαν, αναμιμνήσκουσαν τας προ του σχίσματος ιεροτελεστίας της ηνωμένης Εκκλησίας, ήτις ιδιαιτέρως συνεκίνησε το συγκεντρωθέν πλήθος πιστών»

Από την αρχιερατική συλλειτουργία εν τω Ιερώ Ναώ του Αγίου Αποστόλου Τίτου

.

Ακολούθως, δημοσιεύεται η απάντηση του Οικουμενικού Πατριάρχη κυρού Αθηναγόρα στον τότε Μητροπολίτη Κρήτης, αοίδιμο Ευγένιο, στην οποία μεταξύ άλλων επισημαίνει:

«….Μέγα το γεγονός της αποδόσεως και επιστροφής της Τιμίας Κάρας του Αποστόλου Τίτου εις τον τόπον, ένθα κατεστάθη ως επίσκοπος παρά του μεγάλου Αποστόλου των Εθνών Παύλου και ηγίασε διά της διδασκαλίας, διά του έργου και διά του θανάτου αυτού!

Αλλά το γεγονός τούτο έχει και περαιτέρω σημασίαν. Κατακυροί την μεγάλην προσπάθειαν, ήτις καταβάλλεται από μέρους των δύο Πρεσβυγενών Εκκλησιών Αρχαίας και Νέας Ρώμης εν ισοτιμία εις την δημιουργίαν και ανάπτυξιν και προαγωγήν του Διαλόγου της αγάπης, της λήθης του παρελθόντος, της συνεννοήσεως, της συνεργασίας επί διαφόρων κοινωνικών προβλημάτων και της καλλιεργείας του Θεολογικού Διαλόγου υπό αντικειμενικόν σκοπόν την επάνοδον εις την προ του 1054 εποχήν, καθ’ ην αι δύο Εκκλησίαι εδίουν εντός του κοινού ποτηρίου του Αίματος και Σώματος του Χριστού, παρά και τας τότε υφισταμένας διαφοράς μεταξύ αυτών.

Προαγόμεθα τοίνυν, αποφάσει Συνοδική, όπως απευθύνωμεν τη υμετέρα προσφιλεί Ιερότητι θερμά συγχαρητήρια επί τω επιτεύγματι τούτω, τω τόσω ιστορικώ και σημαντικώ, και αναθέτομεν αυτή, όπως προφρόνως διαβιβάση τα συγχαρητήρια ημών προς τους περί αυτήν αγίους Αδελφούς, τους συγκροτούντας την Ιεραρχίαν της Αγιωτάτης Εκκλησίας Κρήτης, προς τους Εντίμους Άρχοντας και προς το Πλήρωμα αυτής…».

Στη συνέχεια, δημοσιεύεται η ομιλία του Σεβασμιωτάτου Καρδιναλίου Ιωάννη Ουρμπάνι, Πατριάρχη Βενετίας, όπως εκφωνήθηκε κατά τη Θεία Λειτουργία, συνοδευόμενη από τις προσφωνήσεις και αντιφωνήσεις της τελετής. Περιλαμβάνονται, επίσης, οι ομιλίες καθηγητών και ακαδημαϊκών από το σύνολο των εκδηλώσεων της περιόδου εκείνης.

Τα κείμενα αυτά δεν αποτελούν απλώς ιστορικές καταγραφές, αλλά θεολογικά έργα υψηλού συμβολισμού και πνευματικού βάθους, στα οποία αναδεικνύονται οι διαχρονικές αξίες της πίστης, η λειτουργική παράδοση της Εκκλησίας και η διαλεκτική σχέση θεολογίας και πολιτισμού.

Μέσα από τη γλώσσα, τις αναφορές και τα νοήματά τους, αποτυπώνεται μια ολόκληρη εποχή εκκλησιαστικής και πνευματικής δημιουργίας, προσφέροντας πολύτιμο υλικό τόσο για θεολογική ερμηνεία όσο και για ιστορική μελέτη.

Η λιτάνευση της Τιμίας Κάρας

Τέλος, παρατίθενται δημοσιεύματα και σχόλια του ελληνικού και ξένου τύπου για ένα απ’ τα πιο ιστορικά γεγονότα της Κρήτης.

Η ψηφιοποίηση, αλλά και επανέκδοση αυτού του αρχείου, όπως καταλαβαίνει κάθε αναγνώστης, αποτελεί ένα μοναδικό γεγονός που, όχι μόνο οι φιλίστορες, αλλά και κάθε Κρητικός, εκτιμώ, πρέπει να το κρατήσει και να το αποθηκεύσει.

Πρόκειται, άλλωστε, για έναν ιστορικό σταθμό, μια στιγμή όπου η πίστη συναντά την ιστορία και η συγκίνηση μετατρέπεται σε συλλογική μνήμη. Ένα γεγονός μοναδικό, που εξακολουθεί να μας καλεί να θυμόμαστε, να τιμούμε και να συνεχίζουμε.

Σήμερα, μέσα από την ψηφιακή αυτή παρακαταθήκη, δεν θυμόμαστε απλώς. Συμμετέχουμε. Αγγίζουμε, έστω και νοερά, εκείνη τη μεγάλη ημέρα. Και ίσως, μέσα σε αυτή τη σιωπηλή αναδρομή, να βρίσκουμε κάτι από τη βαθιά εκείνη συγκίνηση που ένωσε τότε έναν ολόκληρο λαό.

Γιατί η ιστορία, όταν διασώζεται με σεβασμό, γίνεται φως για το παρόν και πυξίδα για το μέλλον!

Σημείωση: Όπως έχει ανακοινώσει, ο Σεβ. Αρχιεπίσκοπος Κρήτης, κ. Ευγένιος, από τα μέσα Μαΐου, θα ξεκινήσουν εκδηλώσεις για τα 60 χρόνια επανακομιδής της Τιμίας Κάρας του Αγίου Τίτου, που θα διαρκέσουν όλο τον χρόνο.

Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται: Διοργάνωση έκθεσης σπάνιου φωτογραφικού υλικού στη Δημοτική Πινακοθήκη, διεξαγωγή δύο επιστημονικών συνεδρίων, έκδοση κειμένων που σχετίζονται με το μεγάλο αυτό γεγονός, καθώς και σειρά μουσικών και άλλων πολιτιστικών εκδηλώσεων στο πλαίσιο της επετείου.

Οι φωτογραφίες είναι από το δελτίο της Αρχιεπισκοπής Κρήτης «Απόστολος Τίτος» του αείμνηστου φωτογράφου, Μ. Νικηφοράκη, και οι λεζάντες τους είναι όπως ακριβώς αναφέρονται σ’ αυτό!

Ο Θεοφ. Επίσκοπος Ιωσήφ Ολιβόττι, φέρων την Τιμία Κάρα κατά την αποβίβαση εις Ηράκλειον
Ευλαβική ανάμνηση της μεγάλης επιστροφής

Η Κυριακή, 15 Μαΐου 1966, ήταν μια ημέρα που δεν έμοιαζε με καμία άλλη. Μια ημέρα που οι καμπάνες δεν καλούσαν απλώς τους πιστούς σε λειτουργία, αλλά ολόκληρο τον λαό σε μια μεγάλη πνευματική συνάντηση με τον πρώτο επίσκοπό του.

Ήμουν μόλις οκτώ χρονών τότε. Κι όμως, όσα πέρασαν εκείνη τη μέρα, χαράχτηκαν μέσα μου ανεξίτηλα, σαν ιερό αποτύπωμα που δεν το σβήνει ούτε ο χρόνος ούτε η λησμονιά.

Στο χωριό μου, τον Άγιο Μύρωνα, πολλές ημέρες πριν, όλοι είχαμε ενημερωθεί από την Εκκλησία και από τον αοίδιμο παπά Στέλιο πως η Τιμία Κάρα του Αγίου Τίτου θα επέστρεφε στο Ηράκλειο. Η συγκίνηση ήταν διάχυτη. Οι χωριανοί απλοί, γεωργοί, γυναίκες του μόχθου, ηλικιωμένοι και παιδιά, μιλούσαν γι’ αυτό το γεγονός σαν να περίμεναν μεγάλη γιορτή της ψυχής. Όλοι ήθελαν να βρεθούν εκεί, να πάρουν ευλογία, να δουν με τα μάτια τους το ιερό κειμήλιο του Αποστόλου της Κρήτης.

Εκείνα τα χρόνια τα αυτοκίνητα στο χωριό ήταν ελάχιστα. Δεν πρέπει να υπήρχαν ούτε οκτώ αγροτικά. Το ΚΤΕΛ είχε αυξήσει από τα ξημερώματα τα δρομολόγια για όλη την περιοχή, κι όμως ο κόσμος δεν χωρούσε. Όσοι είχαν συγγενή ή φίλο με αυτοκίνητο έσπευδαν να «κλείσουν» μια θέση στην καρότσα.

Το φύλλο της εφημερίδας «Πατρίς», 17 Μαΐου 1966)

Ο αξέχαστος θείος μου, ξάδελφος της μητέρας μου, ο Θανάσης Βαρβεράκης, είχε αγοράσει λίγο καιρό πριν ένα αγροτικό φορτηγό FORD TRANSIT και πρόθυμα το διέθεσε για να μεταφέρει συγχωριανούς μας στο μεγάλο προσκύνημα.

Το πρωί της 15ης Μαΐου 1966, ο Άγιος Μύρωνας βρισκόταν σε πρωτόγνωρη εγρήγορση. Τα φορτηγά ήταν έτοιμα, με μαδέρια στις καρότσες και ξύλινα σκαμπό για να καθίσουν οι επιβάτες, ενώ το πρώτο λεωφορείο του ΚΤΕΛ είχε ήδη αναχωρήσει γεμάτο ασφυκτικά, ακόμη και με πολλούς όρθιους. Στην καρότσα του φορτηγού τού θείου Θανάση στριμώχτηκαν πάνω από δεκαέξι με δεκαοκτώ άτομα.

Θυμάμαι τις γυναίκες να κάνουν συνεχώς τον Σταυρό τους και να ψιθυρίζουν προσευχές, ευχαριστώντας τον Θεό που τις αξίωνε να ζήσουν το μεγάλο γεγονός. Κι εμείς τα παιδιά, μέσα στην αθωότητά μας, «πετούσαμε» από χαρά για τη βόλτα με το αυτοκίνητο ως το Ηράκλειο, τραγουδώντας και γελώντας.

Η διαδρομή έμοιαζε τότε μαγική. Οι δρόμοι ήταν ήσυχοι, οι προσπεράσεις άγνωστες, κι ύστερα από περίπου μία ώρα φτάσαμε στο Ηράκλειο. Ο θείος Θανάσης στάθμευσε το φορτηγό στον Γιόφυρο. Με το γνωστό του πλατύ χαμόγελο δέχτηκε τις ευχαριστίες όλων και μας υπενθύμισε πως δύο ώρες μετά τη λήξη της τελετής έπρεπε να είμαστε πάλι εκεί για την επιστροφή.

Από τον Γιόφυρο ξεκινήσαμε πεζοί. Περάσαμε την 62 Μαρτύρων, τη Χανιώπορτα, την Καλοκαιρινού, τα Λιοντάρια, ώσπου φτάσαμε κοντά στον Άγιο Τίτο και βρήκαμε θέση στην αρχή της 25ης Αυγούστου για να παρακολουθήσουμε την πομπή.

Η πόλη ήταν ένα ανθρώπινο ποτάμι. Από όλη την Κρήτη, και ιδιαίτερα κάθε γωνιά του νομού, χιλιάδες άτομα με πρόσωπα φωτισμένα από πίστη και συγκίνηση.

Ύστερα από πολλή ώρα ορθοστασίας, απέναντι από το σημερινό κτήριο των Μινωικών Γραμμών, διακρίναμε τους προπομπούς να πλησιάζουν από την πλατεία των 18 Άγγλων. Τότε, απλώθηκε παντού μια βαθιά, ιερή σιγή. Απόλυτη κατάνυξη. Σταυροκοπήματα, δάκρυα. Γυναίκες γονάτιζαν στον δρόμο, καθώς περνούσε η πομπή, και άλλες την έραιναν με δάφνες και ροδοπέταλα.

Και μέσα σε αυτή τη θεία ατμόσφαιρα, δεν θα ξεχάσω ποτέ τη σεβάσμια μορφή του τότε Μητροπολίτη Κρήτης και μετέπειτα πρώτου Αρχιεπισκόπου Κρήτης, του μακαριστού Ευγενίου Α΄. Ευθυτενής, συγκλονισμένος, πλημμυρισμένος από φως και χαρά, κρατούσε στα χέρια του την Τιμία Κάρα του Αποστόλου Τίτου για να τη μεταφέρει στον Ναό του Αγίου και στον λαό της Κρήτης.

Ήταν στιγμές που δεν περιγράφονται εύκολα με λόγια. Στιγμές αγγελικές. Στιγμές που ένωναν γη και ουρανό. Η ευλάβεια του κόσμου, οι ψαλμωδίες, τα δάκρυα στα μάτια των ανθρώπων, η αίσθηση πως η Κρήτη δεχόταν ξανά την ευλογία του Αποστόλου της και όλα αυτά μένουν μέχρι σήμερα ανεξίτηλα στη μνήμη μου.

Ακολούθησε η ευλαβική μας παρουσία στον Άγιο Τίτο. Περάσαμε μπροστά από την Τιμία Κάρα, όπου προσκυνήσαμε με δέος και βαθιά συγκίνηση, αποδίδοντας την πρέπουσα τιμή και σεβασμό στο ιερό λείψανο του Αποστόλου. Ακόμη και ως παιδί ένιωθα πως εκείνη η στιγμή είχε κάτι το ιερό και ανεπανάληπτο.

Όταν τελείωσαν οι ακολουθίες, πήραμε ξανά τον δρόμο της επιστροφής προς τον Γιόφυρο για να επιβιβαστούμε στο φορτηγό του θείου Θανάση και να επιστρέψουμε στο χωριό. Μικροί και μεγάλοι νιώθαμε μια παράξενη, γλυκιά πληρότητα. Μια ευγνωμοσύνη προς τον Θεό που μας αξίωσε να ζήσουμε τέτοιες στιγμές και να πάρουμε αυτή τη σεπτή ευλογία.

Και σήμερα, κάθε φορά που περνώ από τον Άγιο Τίτο για να ανάψω ένα κερί και να προσκυνήσω την Τιμία Κάρα του Αποστόλου, ο νους μου γυρίζει πίσω σ’ εκείνη τη μεγάλη ημέρα του 1966, στην ημέρα που η Κρήτη υποδέχθηκε ξανά τον Α΄ Απόστολό της, στην ημέρα που η πίστη έγινε βίωμα ζωντανό μέσα στις καρδιές χιλιάδων ανθρώπων.

Ήταν μια ιστορική στιγμή για το Ηράκλειο, για την Κρήτη, για την Ορθοδοξία, για τον Χριστιανισμό. Μα πάνω απ’ όλα ήταν μια στιγμή χάριτος. Μια στιγμή που απέδειξε πως η πίστη του λαού μας, ακόμη και μέσα στην απλότητα και τη φτώχεια εκείνων των χρόνων, μπορούσε να μεταμορφώσει έναν ολόκληρο τόπο σε μια μεγάλη εκκλησία προσευχής και συγκίνησης.

Ας είναι αιώνια η ευλογία του Αγίου Τίτου πάνω στην Κρήτη μας σε όλους όσοι αξιώθηκαν να ζήσουν εκείνη τη μεγάλη και ιστορική ημέρα, μα και στις επόμενες γενιές!

Γ.Ν.Μ