Η εφημερίδα "ΠΑΤΡΙΣ" κλείνει 80 χρόνια ενημέρωσης και ιστορίας, 1946-2026

Η βία δεν είναι cool: Τι “κρύβουν” αγόρια και κορίτσια που συμμετέχουν σε “αρένες” και τραβούν βίντεο με το κινητό
«Το πιθανότερο είναι ότι δεν έχεις άλλους τρόπους να εκφράζεσαι και επιτίθεσαι»

Το άγριο επεισόδιο κοντά στο ΚΤΕΛ Ηρακλείου, όπου 15χρονες μετέτρεψαν έναν δημόσιο χώρο σε «αρένα», δεν είναι απλώς άλλο ένα μεμονωμένο περιστατικό.

Η εικόνα ανηλίκων να γυρίζουν βίντεο με τα κινητά τους, την ώρα που ακούγονται προτροπές όπως «πιάσε πέτρα» και «τράβα μαλλιά», ενώ οι παριστάμενοι παρακολουθούν αμέτοχοι, δείχνει καθαρά μια βαθιά κοινωνική παθογένεια.

Τι είναι όμως αυτό που τροφοδοτεί την πρωτοφανή επιθετικότητα των εφήβων σήμερα και πώς μπορεί αυτό να αλλάξει;

Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι τα αίτια του φαινομένου είναι πολυπαραγοντικά και δεν μπορούν να αποδοθούν σε μία και μόνο αφορμή.

Μάνος Δολαψάκης, Ελένη Λαζαράτου, Φραγκίσκος Γονιδάκης

Βία σε κοινή θέα

Υπογραμμίζουν ότι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν αλλάξει τους κανόνες και η βία δεν ασκείται μόνο κεκλεισμένων των θυρών, αλλά καταγράφεται για να αναρτηθεί.

Η επιδοκιμασία, τα likes, οι κοινοποιήσεις και η πρόσκαιρη «δημοσιότητα» λειτουργούν ως ισχυρό κίνητρο επιβεβαίωσης για τα παιδιά.

Η καθημερινή τριβή με βίαιο περιεχόμενο, βιντεοπαιχνίδια, TikTok, μουσική με στίχους που δοξάζουν τη βία και τον μισογυνισμό, μειώνει την ενσυναίσθηση.

Οι θεατές του επεισοδίου στο Ηράκλειο αντιμετώπισαν τον ξυλοδαρμό σαν θέαμα και όχι σαν κίνδυνο για τη σωματική ακεραιότητα ενός συνανθρώπου τους.

Επίσης, η απουσία ουσιαστικού ορίου και διαλόγου μέσα στην οικογένεια, σε συνδυασμό με το έντονο στρες και την έλλειψη ποιοτικού χρόνου των γονέων, αφήνει τους εφήβους συναισθηματικά ακάλυπτους.

Παράλληλα, η τάση των γονέων να δικαιολογούν πολλές φορές «τυφλά» τα παιδιά τους εμποδίζει την ανάληψη ευθύνης.

Οι έφηβοι δυσκολεύονται να διαχειριστούν την αποτυχία, την απόρριψη, τη ζήλια. Για πολλούς από αυτούς, η σωματική βία γίνεται ο μόνος δρόμος επιβολής.

Πώς αλλάζει η κατάσταση

«Η καταστολή και οι συλλήψεις, αν και αναγκαίες όταν παραβιάζεται ο νόμος, είναι το τελευταίο στάδιο, γιατί η ουσιαστική αντιμετώπιση απαιτεί πρόληψη σε πολλαπλά επίπεδα», υπογραμμίζουν οι ειδικοί.

Όπως λένε, η εκπαίδευση των καθηγητών είναι απαραίτητη και η ουσιαστική παρουσία ψυχολόγων στα σχολεία αναγκαία.

Η τοποθέτηση ειδικών σε μόνιμη βάση στα σχολεία είναι απαραίτητη, όχι μόνο για τη διαχείριση κρίσεων, αλλά για τη διεξαγωγή εργαστηρίων συναισθηματικής αγωγής, διαχείρισης θυμού και πρόληψης του εκφοβισμού.

Επίσης, χρειάζεται εκπαίδευση για την ψηφιακή υπευθυνότητα. Τα παιδιά, σημειώνουν, πρέπει να διδαχθούν από μικρή ηλικία τα όρια του διαδικτύου, τις ποινικές και ηθικές συνέπειες της καταγραφής και διαπόμπευσης βίαιων πράξεων.

Όσον αφορά στους γονείς, χρειάζονται καθοδήγηση για το πώς να αναγνωρίζουν τα προειδοποιητικά σημάδια, πώς να θέτουν σαφή όρια και πώς να διδάσκουν στα παιδιά τους την ανάληψη των ευθυνών των πράξεων τους.

Σημαντικό ρόλο μπορούν να παίξουν οι τοπικές κοινότητες με την δημιουργία χώρων δημιουργικής απασχόλησης, αθλητισμού και πολιτισμού για τους νέους στις γειτονιές, διοχετεύοντας την ενέργεια των εφήβων σε θετικές κατευθύνσεις.

Ε. Λαζαράτου: Τι συμβαίνει με τα κορίτσια, το προφίλ του παιδιού-«νταή»

«Όταν τα παιδιά επιλύουν τις διαφορές τους με πέτρες και τα υπόλοιπα παρακολουθούν με τα κινητά ανά χείρας, η ευθύνη δεν βαρύνει μόνο τα ίδια, αλλά ολόκληρο το σύστημα που τα ανατρέφει».

Η κυρία Ελένη Λαζαράτου, ομότιμη καθηγήτρια Παιδοψυχιατρικής της Ιατρικής Σχολής του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, είπε στην «Π» ότι πάντα υπήρχε βία στην εφηβεία, γιατί υπάρχει έκρηξη ορμονών και τώρα πια γίνονται βίαια εκτός από τα αγόρια και τα κορίτσια.

Η επιθετική κουλτούρα στους έφηβους αυξάνεται και σε αυτό βοηθάει ο μιμητισμός λόγω της προβολής της στο διαδίκτυο.

Η βία απενοχοποιείται, είναι σε κοινή θέα και όλο αυτό που στην αρχή προκαλεί έκπληξη καταλήγει να γίνεται οικείο και γνώριμο.

Η κα Λαζαράτου σημειώνει ότι υπάρχουν πολλοί παράγοντες που τα παιδιά συμπεριφέρονται με επιθετικό τρόπο.

«Είναι ένας συνδυασμός του χαρακτήρα τους, έτσι γεννιούνται, έχουν πιθανόν ασταθές οικογενειακό περιβάλλον, γονείς πολύ αυστηρούς ή γονείς που δεν τους βάζουν καθόλου όρια, κινούνται δηλαδή στα δυο άκρα. Σε πολλά από αυτά τα παιδιά, παρατηρούνται χαμηλή νοητική ικανότητα και φτωχή απόδοση στο σχολείο».

Υπογραμμίζει ακόμη ότι αν ένα παιδί έχει υποστεί βία, την αναπαράγει.

Όσον αφορά στα επιθετικά κορίτσια που συνήθως είναι πιο συναισθηματικά από τα αγόρια και οι ειδικοί μελετούν την συμπεριφορά τους, η καθηγήτρια Παιδοψυχιατρικής λέει ότι συνήθως υπάρχει συννοσηρότητα άγχους, κατάθλιψης, τραυματικών εμπειριών.

Η κα Λαζαράτου τονίζει ότι οι έφηβοι πέρασαν δύσκολα τα τελευταία χρόνια, λόγω τoυ εγκλεισμού της πανδημίας και επισημαίνει ότι αυτά τα φαινόμενα χρειάζονται πρόληψη.

Είπε ότι «τα παιδία -θύτες και θύματα- έχουν ανάγκη από υποστηρικτική ψυχοθεραπεία και οι δάσκαλοι από καθοδήγηση, για να εντοπίζουν τους μαθητές που χρειάζονται βοήθεια.

Χρειάζεται καλύτερη επικοινωνία με τους εφήβους», υπογράμμισε.

Φ. Γονιδάκης: «Δεν πιστεύουμε στην καταστολή, αλλά στην πρόληψη»

Ο Φραγκίσκος Γονιδάκης, αναπληρωτής καθηγητής Ψυχιατρικής στην Ιατρική Σχολή του Αθηνών, σημείωσε ότι η σημερινή γενιά των εφήβων απομονώθηκε στην καραντίνα, δηλαδή σε μια κρίσιμη περίοδο της ζωής τους και μεταξύ άλλων παραγόντων, αύξησε τις επιθετικές συμπεριφορές των παιδιών που πάντοτε υπήρχαν.

«Αυξήθηκαν και οι ακρότητες μεταξύ κοριτσιών, βλέπουμε πολλές κοινωνικές αλλαγές.

Γενικά, σε όλο τον κόσμο καταγράφεται γενική αύξηση της ψυχοπαθολογίας, της κατάθλιψης, του άγχους», είπε.

Πρόσθεσε ότι η έκρηξη των κοινωνικών δικτύων προκάλεσε κορύφωση αυτών των συμπεριφορών και τόνισε πως «εμείς είμαστε κατά των κατασταλτικών μέτρων, πιστεύουμε στα προγράμματα πρόληψης, στήριξης των οικογενειών, των παιδιών, στην επιμόρφωση των δασκάλων. Η παραβατικότητα μειώνεται όταν τα παιδιά συμμετέχουν σε αθλητικές η κοινωνικές δράσεις και αυξάνεται η κοινωνική συνοχή».

Μ. Δολαψάκης: «Σπας τα μούτρα του συμμαθητή όταν δεν έχεις άλλο τρόπο να εκφραστείς»

«Η σημερινή πραγματικότητα για τους νέους είναι ανησυχητική και φοβάμαι ότι δεν υπάρχουν στοιχεία αισιοδοξίας», λέει στην «Π» ο ψυχίατρος Μάνος Δολαψάκης και συνεχίζει:

«Ναι, πάντα υπήρχε η εφηβική εκρηκτικότητα που μπορεί να γινόταν και βίαιη. Υπήρχαν πάντα λόγοι κοινωνικού ή φυλετικού ρατσισμού, υπήρχε οπαδική βία, ανάμεσα στα φύλα και φυσικά πολιτική βία.

Το εντυπωσιακό στις μέρες μας είναι ότι η βία που επικρατεί και γίνεται γνωστή είναι η βία που είναι ανούσια. Χωρίς σημαντικές αφορμές. Χωρίς αντιπαραθέσεις. Η βία είναι cool για πολλούς νέους. Δεν είναι μια αντίδραση στο άδικο. Δεν είναι διεκδίκηση αιτημάτων. Είναι μια αντίδραση σε ανάξια λόγου ερεθίσματα.

Είναι μια διαπίστωση τρομακτική αλλά δείχνουμε να την αφομοιώνουμε σαν κοινωνία. Σχεδόν μοιρολατρικά. Δεν θα μπορέσω ποτέ να καταλάβω γιατί ένας έφηβος πηγαίνει στο σχολείο με σουγιά. Ή γιατί να σπάσει χωρίς λόγο και χωρίς θυμό τα μούτρα του συμμαθητή του».

«Το πιθανότερο είναι -υπογραμμίζει- ότι δεν έχεις άλλους τρόπους να εκφράζεσαι. Δεν ξέρεις άλλους τρόπους να αποκτήσεις μια ταυτότητα.

Κατά συνέπεια σε έχει καταπιεί το κενό, το σκοτάδι για το μέλλον, το ότι δεν βρίσκεις χώρο στην κοινωνία».

Σύμφωνα με τον κ. Δολαψάκη, όλα τα ψυχοκοινωνικά φαινόμενα είναι πάντα πολυπαραγοντικά.

«Σίγουρα -λέει- ευθύνονται οι γονείς, το σχολείο, η κοινωνία, η περιθωριοποίηση, ο φόβος της αποτυχίας.

Όποιος είναι βίαιος, δεν έχει όνειρα για τον εαυτό του. Δυσφορεί γιατί δυστυχώς δεν έχει τη γνώση πώς να βελτιώσει τη θέση του.

Και ως γνωστόν, τη γνώση τη δίνουν οι γονείς, το σχολείο, η καλλιέργεια κοινωνικών δεξιοτήτων.

Φαίνεται ότι έχουν αποτύχει όλοι. Ακουμπάμε τον βυθό».