Τον είχε ξεχωρίσει από πολύ νωρίς ο Θάνος Μικρούτσικος, χαρακτηρίζοντας ως αριστουργήματα πολλά από τα τραγούδια του. Ο τελευταίος δίσκος του «Νεράντζι – Nerantzi», μαζί με τον διάσημο Ισπανό καλλιτέχνη Santiago Auserón και τον Βαγγέλη Τζερέτα, ψηφίστηκε ως ο καλύτερος δίσκος του 2025 στην Αραγονία (Ισπανία).
Ο Θοδωρής Καρέλλας, με καταγωγή και από την Κρήτη, είναι αναμφίβολα ένα από τα πιο ελπιδοφόρα και σημαντικά αυτόφωτα πρόσωπα στον χώρο της σύγχρονης μουσικής που ξεχωρίζει, όχι μόνο για την αξιόλογη καλλιτεχνική του διαδρομή, αλλά και για το ήθος και την ποιότητά του σε κάθε βήμα της πορείας του.
Ο Θοδωρής Καρέλλας μιλά σήμερα στην «Π» για τη σχέση του με την πόλη μας, το καλλιτεχνικό έργο του και την πορεία του στη μουσική.
-Κύριε Καρέλλα, ποια είναι η σχέση σας με την Κρήτη; Μιλήστε μας για τις παιδικές μνήμες σας από το νησί και το Ηράκλειο.
«Η μητέρα μου είναι γέννημα θρέμμα Κρητών (το γένος Κουρλετάκη) και συγκεκριμένα γεννήθηκε στο ορεινό χωριό Γεράκι. Έχω πολλές μνήμες μέχρι και την ηλικία των δεκαπέντε χρόνων μου. Με κατέβασε πρώτη φορά 14 μηνών στην Κρήτη ο θείος Νίκος, με το καράβι.
Θυμάμαι αργότερα, όταν έμενα δυόμισι μήνες στην αδελφή της μητέρας μου, τη θεία Δέσποινα, που με τον θείο είχαν ένα περίπτερο, σε μια φτωχή περιοχή, στου Μπεντεβή. Πίσω ακριβώς από το περίπτερο, υπήρχαν εργατικές κατοικίες. Ανοιχτές πόρτες παντού, σχεδόν σε όλα τα σπίτια εκεί, και φτώχεια.
Μερικά παιδιά, ειδικότερα από εκεί, ήταν ξυπόλυτα. Κι έτσι όπως εγώ σκεφτόμουν, ότι δεν είχαν -ας πούμε- χρήματα να πάρουν παπούτσια, εγώ που είχα καινούργια (τότε παίρναμε ένα καλοκαιρινό ζευγάρι κι ένα χειμωνιάτικο κάθε χρόνο) ντρεπόμουν.
Κάθε πρωί πήγαινα, χωρίς να με βλέπει η θεία ή οι ξαδέλφες μου και άφηνα τα παπούτσια μου πίσω σε μια μικρή αποθήκη που είχε το σπίτι και έφευγα μαζί με τα υπόλοιπα παιδιά χωρίς παπούτσια.
Γυρίζαμε τις γειτονιές και παίζαμε μπάλα έτσι, μαζί κι εγώ, ξυπόλητοι… Έχω πολλές μνήμες, με έπαιρνε ο νονός μου με μια βέσπα και πηγαίναμε να παίξω ηλεκτρονικά στο κέντρο, στα Λιοντάρια. Εκεί, επίσης, θυμάμαι τον παππού μου, που με πήγαινε να φάμε εκείνη την καταπληκτική μπουγάτσα.
Άλλες φορές, ερχόταν ο θείος Νίκος ή ο Γιώργος και πηγαίναμε στον Καρτερό, που είχε μεγάλα κύματα σχεδόν πάντα και παίζαμε με τα κύματα όλη μέρα.
Καλοκαίρι του ΄90 πάλι, μάζευα αυτοκόλλητες κάρτες από το Μουντιάλ και ο θείος μου έφερε από το περίπτερο δώρο ολόκληρη κούτα! Φαντάζεστε τη χαρά μου. Ήταν εκείνο το καλοκαίρι, που ο πατέρας μου είχε κερδίσει στο λαχείο 100.000 δραχμές και κατεβήκαμε οικογενειακώς και γυρίσαμε την Κρήτη σε όλους τους νομούς, στις πιο όμορφες παραλίες και φάγαμε τα πιο ωραία φαγητά της! Πανέμορφα χρόνια και που τότε ακόμα η Κρήτη ήταν παράδεισος».
-Περιγράψτε μας τα πρώτα σας βήματα στη μουσική…
«Όταν ήμουν περίπου εφτά χρονών, μου πήρε δώρο μια κιθάρα ο νονός μου. Εκείνη ακριβώς την περίοδο, ένα απόγευμα, έπαιζα μπάλα και έσπασα το χέρι μου.
Κι εγώ, που είμαι αριστερόχειρας, βρέθηκα με γύψο στο αριστερό μου χέρι. Οπότε, άρχισα να γρατζουνάω την κιθάρα με το δεξί χέρι. Κι έτσι, παίζω ως δεξιόχειρας. Ήταν καλοκαίρι, τέλη Μαΐου μάλλον, γιατί θυμάμαι να παίζω μπάλα και να κολυμπάω με το χέρι στο γύψο στην Κρήτη.
Κι έπειτα, όταν γύρισα στην Αθήνα, πήγα να μου βγάλουν τον γύψο και ένας γιατρός είπε ότι μου το έκαναν λάθος και μαντέψτε. Μου το έσπασε επί τόπου και το ξανά έβαλα για δύο μήνες πάλι στον γύψο. Θυμάμαι μόνο τη λιποθυμία από τον πόνο. Κατά τα άλλα, με θυμάμαι πάντα να τραγουδώ, κάθε μέρα, κάθε στιγμή. Και από το νηπιαγωγείο ακόμα έχω γράψει τραγούδι, με στίχο και μουσική.
Οι στίχοι: “καλημέρα παιδιά που (δεν) ξέρετε να ζείτε καλά γιατί μέσα στο φόβο, στο Έιτζ, στα ναρκωτικά, πονάτε, πεθαίνετε. Ας είχατε κι εσείς λίγη χαρά, θάλασσες, παιχνίδια και άλλα πολλά όπως όλοι”. Έπειτα, πάλι στο Δημοτικό σχολείο, η δασκάλα της μουσικής (κυρία Τουλούμη), με έβαλε και είπα σόλο το τραγούδι “Ένα παλικάρι είκοσι χρονών”.
Η πρώτη μου πιο ευρεία αναγνώριση, πάντως, ήρθε όταν φύγαμε από την περιοχή του Κολωνού και μετακομίσαμε στο Χαλάνδρι. Εκεί, δυο φίλοι αδελφικοί, που ήταν μουσικοί, αναγνώρισαν το ταλέντο μου, ας πούμε. Η πρώτη συναυλία με κάποιον δημοφιλή καλλιτέχνη ήταν όταν ανοίξαμε τη συναυλία στην πλατεία Χαλανδρίου του Βασίλη Καζούλη. Όλα έγιναν, έτσι όπως ήταν να γίνουν μάλλον. Τώρα λέω ότι, ίσως, να με επέλεξε και η ίδια».
-Έχετε πλούσια μουσική διαδρομή και αδιάκοπη δημιουργική δραστηριότητα ως συνθέτης-ερμηνευτής. Μιλήστε μας για τα δυο νέα έργα σας «Φρέσκος πηλός» και «Νεράντζι – Nerantzi» με τον Ισπανό καλλιτέχνη Santiago Auserón και τον Βαγγέλη Τζερέτα, το οποίο παρουσιάσατε πρόσφατα στις μεγάλες πόλεις τις Ισπανίας.
«Και σκεφτείτε ότι το 80% της τέχνης μου είναι ακυκλοφόρητη. Ο “φρέσκος πηλός” είναι ο τελευταίος μου ολοκληρωμένος δίσκος, με μοναδικό στιχουργό τον καλό φίλο Θωμά Ψήμμα. Είναι ένα έργο, που ξεκίνησε με αφορμή τον εγκλεισμό της πανδημίας.
Προσπαθήσαμε να ανοίξουμε δρόμο και να δημιουργήσουμε επαφή και επικοινωνία τόσο σε σχέση με τους ανθρώπους, αλλά και να καταγράψουμε (και τελικά να καταγγείλουμε) τα πρωτόγνωρα γεγονότα που συνέβαιναν, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και σε ολόκληρο τον πλανήτη.
Ο δίσκος “Νεράντζι – Nerantzi” είναι μια συγκλονιστική ιστορία και εμπειρία για εμένα. Και συνέβη ως εξής. Πριν από δυο χρόνια, δουλεύαμε μαζί με τον Βαγγέλη σε μια τουριστική -ας το πούμε έτσι- ταβέρνα στο Θησείο. Εκεί, μας ανακάλυψε ο Σαντιάγκο. Μια μέρα ήρθε και μας είπε το πόσο πολύ του άρεσε αυτό που ακούει. Ξεκίνησε έπειτα μια επικοινωνία πρώτα με τον Βαγγέλη και το ένα έφερε το άλλο.
Ήρθε μετά από λίγο καιρό ξανά στην Αθήνα, του κάναμε το τραπέζι και εκεί του πρότεινα αν θα ήθελε να συμμετάσχει σε έναν δίσκο, που κάνω για καλό σκοπό. Ήταν πολύ θετικός στο να ακούσει το τραγούδι.
Ήρθε, ηχογράφησε, και ψάχνοντας και ο ίδιος, ενδιαφέρθηκε να κάνει έναν δίσκο με ελληνικά τραγούδια. Άκουσε και τραγούδια δικά μου και του Βαγγέλη, του προτείναμε να ακούσει, επίσης, πολλά τραγούδια από πολλούς Έλληνες καλλιτέχνες, και πραγματικά άκουσε μέσα σε έναν χρόνο έναν πολύ μεγάλο όγκο. Και όχι μόνο άκουσε, μελέτησε εις βάθος, κάναμε πολλές συζητήσεις, αναλύσαμε στίχους σε πολλά τραγούδια.
Έγινε δουλειά και εργασία ακαδημαϊκού χαρακτήρα, θα έλεγα. Ήθελε να ηχογραφηθεί ο δίσκος στην Αθήνα, στην Ελλάδα, κι έτσι έγινε. Ηχογραφήσαμε μέσα σε δέκα μέρες έναν ολόκληρο δίσκο. Ήμασταν δέκα ώρες κάθε μέρα εκεί, στο 133 στούντιο στην Ηλιούπολη.
Σε έναν πολύ όμορφο χώρο, που οι φίλοι μας έχουν φτιάξει με πολύ μεράκι και που έχει έναν αέρα από τη δεκαετία του ’70, Αμερική ή Αγγλία τύπου.
Η παρουσίαση στις πόλεις της Ισπανίας ήταν μια εμπειρία, που θα τη θυμάμαι για πάντα και εύχομαι να την ζουν όλοι οι καλλιτέχνες. Η Ισπανία, πανέμορφη, κούκλα! Παίξαμε στα πλέον δημοφιλή μέρη της Μαδρίτης, της Βαρκελώνης, στη Βαλένθια κ.ά. Μοναδική στιγμή βέβαια, το Μέγαρο Μουσικής της Μαδρίτης.
Είναι κάτι το εντυπωσιακό από μόνο του, αλλά πόσο περισσότερο που ελληνικά τραγούδια, αποδομένα από τον συγκεκριμένο καλλιτέχνη στην ισπανική γλώσσα και ανάμεσά τους και δικά μου, ακούστηκαν σε αυτούς τους χώρους, με ένα κοινό που άκουγε με τρόπο θρησκευτικό το κάθε δευτερόλεπτο.
Αισθάνθηκα ότι εκπροσωπούμε και την Ελλάδα μέσα σε όλο αυτό, κάτι σημαντικό από τον δικό μας πολιτισμό. Θέλω να πω με αυτό τον τρόπο κι ένα δημόσιο προσωπικό μεγάλο ευχαριστώ στον Σαντιάγκο Αουσερόν και για αυτό».
-Πώς ήταν η πρόσφατη περιοδεία σας στην Ισπανία, ποιες είναι οι εντυπώσεις σας και τι «ζηλέψατε» σε σχέση με την Ελλάδα;
«Το επίπεδο που παίξαμε εκεί είναι ανώτερο, μιας και ο Σαντιάγκο Αουσερόν θεωρείται και είναι ένας από τους μεγαλύτερους και πιο σεβαστούς καλλιτέχνες στην χώρα του. Ειλικρινά, δεν το είχα καταλάβει μέχρι τη στιγμή που είδα ότι όλα τα θέατρα ήταν γεμάτα.
Οι δρόμοι γεμάτοι με αφίσες και κάθε μέρα τον σταματούσαν, όπου και αν βρισκόμασταν, για ένα αυτόγραφο και μια φωτογραφία. Σε μαγαζιά που πηγαίναμε να φάμε, έβαζαν τα τραγούδια του και τραγουδούσαν δυνατά! Επίσης, μου έκανε εντύπωση το πόσο μοιάζουμε ως λαοί. Είναι φωνακλάδες, βγαίνουν μέχρι αργά, πίνουν, καπνίζουν, τρώνε!
Μου θύμισε το πώς ήταν η Ελλάδα τη δεκαετία του ’80 και του ’90 πιο πολύ. Είδα χαρούμενους ανθρώπους. Για το αν ζήλεψα κάτι σε σχέση με την Ελλάδα, ζήλεψα σε επίπεδο επαγγελματισμού τον προγραμματισμό, την πειθαρχία και το πόσο πολύ σέβονται τόσο εσωτερικά, αλλά και πόσο σέβονται οι άνθρωποι τους καλλιτέχνες.
Και φυσικά, και σε σχέση με τις πληρωμές. Τα πάντα όλα πληρωμένα, και με το παραπάνω. Από τις πρόβες, μέχρι τον τελευταίο καφέ. Η βασική ομάδα αριθμούσε σε δέκα άτομα. Και η κοπέλα μου, η Ιωάννα, ακόμα είχε τον δικό της ρόλο. Team manager από την πλευρά της Αθήνας».
–Πώς θα περιγράφατε τη σχέση της μουσικής με την ποίηση και πώς η συνεύρεση αυτή μπορεί να μιλήσει σήμερα στους νέους ανθρώπους;
«Η ποίηση, αν όχι πάντα, έχει μέσα της μουσική και μελωδία. Τουλάχιστον, έτσι λειτουργεί σε μένα. Σχεδόν πάντα ακούω τη μελωδία, παράλληλα την ώρα που διαβάζω. Για το αν μπορεί να μιλήσει, φυσικά. Το γεγονός ότι αυτή η σχέση έχει χαθεί, έχει να κάνει με πολλά πράγματα.
Αν είναι καλό το γεγονός ότι έχει χαθεί, προσωπικά δηλώνω πως όχι. Αλλά έχουμε μια μουσική βιομηχανία που δεν τη νοιάζει το να προσφέρει στη μάζα καλό λόγο.
Και μάλιστα, θα έλεγα ότι την ενδιαφέρει επίσης να μην υπάρχει και δυνατός λόγος. Γιατί η γνώση είναι δύναμη. Και αν οι μάζες έχουν δύναμη επαναστατούν, γενικώς. Άποψή μου. Θεωρώ ότι όταν το μυαλό προβληματίζεται με τα πραγματικά προβλήματα και ανησυχεί, προσπαθεί να αλλάξει τα δεδομένα.
Ο πολιτισμός εξανθρωπίζει, ενώ το παγκοσμιοποιημένο τίποτα που ζούμε, αποχαυνώνει. Αλλά θέλει πολύ μεγάλη ανάλυση για να σας γράψω εις βάθος απόλυτα τις απόψεις μου. Πάντως, για να μην τα ισοπεδώνουμε και όλα.
Υπάρχει μια μερίδα ανθρώπων που ανησυχεί. Και αν και δεν διακρίνω μεγάλα οράματα, όμως, υπάρχουν καλλιτέχνες που γράφουν πολύ δυνατά και ακροατές που τα ζητάνε. Και στη ραπ σκηνή, ακούω σημαντικά τραγούδια».
-Ποιους μεγάλους Έλληνες μουσικούς (συνθέτες – τραγουδιστές) έχετε ως πρότυπο; Έτυχε να συνεργαστείτε με κάποιον από αυτούς και ποιο είναι το καταστάλαγμα;
«Είχα παλιά πρότυπα. Τώρα περισσότερο αγαπώ. Συνεχίζω να αγαπώ καλλιτέχνες. Υπήρξαν πατέρες μου πολλοί. Μίκης Θεοδωράκης, Μάνος Λοΐζος, Μάνος Χατζιδάκις, Σταύρος Ξαρχάκος, Γιάννης Μαρκόπουλος, Σταύρος Κουγιουμτζής, Μίμης Πλέσσας, Βασίλης Τσιτσάνης, Απόστολος Καλδάρας, Δήμος Μούτσης, Κώστας Χατζής, Διονύσης Σαββόπουλος, και πιο νέοι, Χάρης και Πάνος Κατσιμίχας, Παύλος Σιδηρόπουλος, και άλλοι, πάρα πολλοί.
Έχω μόνο μια έμμεση, αλλά πολύ δυνατή εμπειρία. Κάποια στιγμή έδωσα έναν δίσκο, εννοώ τραγούδια μου στον φίλο τραγουδιστή, Θανάση Χουλιαρά. Κάποια μέρα, με πήρε τηλέφωνο και χωρίς να το ξέρω, είχε δώσει τον μιξαρισμένο πια δίσκο στον Θάνο Μικρούτσικο.
Και μου λέει. –“Λοιπόν, Καρέλλα, κάτσε και έχω να σου πω. Με πήρε τηλέφωνο ο Θάνος και μου μιλούσε μιάμιση ώρα για τα τραγούδια σου. Μέσα σε όλα, βρήκε στα δέκα τραγούδια τα τέσσερα αριστουργηματικά, τα τρία υπέροχα, τα δυο πολύ καλά και μια κατά τη γνώμη του αστοχία σε μια μελοποίηση μου”.
Ο δίσκος ήταν μελοποίησή μου πάνω σε Έλληνες ποιητές. Και μάλιστα, είπε του Θανάση ότι, ορίστε, όποιος θέλει να ψάξει για καινούριους καλούς συνθέτες καλλιτέχνες, ιδού! Κάτι είχα ακούσει ότι αν κάναμε λάιβ τον δίσκο, θα ερχόταν να προλογίσει. Δυστυχώς, δεν προλάβαμε…
Ευχαριστώ πολύ έστω και έτσι, Θάνο! Από τραγουδιστές, ο Αντώνης Μιτζέλος πραγματοποίησε ένα παιδικό μου όνειρο. Όταν με ρωτούσαν από παιδί, τι θα κάνεις στη ζωή σου, τους έλεγα, εγώ θα τραγουδήσω με τον Γιώργο Νταλάρα. Και μια ωραία πρωία, ο Αντώνης μού είπε ότι θα κάνουμε μια μικρή περιοδεία, με τον τίτλο “Ο φύλακας άγγελος στον δρόμο”, και σε κάποιες συναυλίες θα είναι και ο Νταλάρας. Έτσι κι έγινε.
Εικοσιτεσσάρων χρονών βρέθηκα επί σκηνής μπροστά σε 30.000 κόσμο δίπλα στον Γιώργο Νταλάρα, αλλά και στον Λαυρέντη Μαχαιρίτσα και τους έκανα δεύτερες φωνές στο “Διδυμότειχο Μπλουζ” και στο “Γέλα πουλί μου” και στο “Πόσο σε θέλω”. Μεγάλες στιγμές. Τι να σας πω. Η ζωή είναι στιγμές. Μέσα από τέτοια γεγονότα όποιος είναι τυχερός, κάποιες στιγμές είναι συγκλονιστικές».
Μετά την οικονομική κρίση, πέρα από ένα περιορισμένο ποσοστό μουσικών-τραγουδιστών, οι περισσότεροι αντιμετωπίζουν μεγάλες δυσκολίες…
«Και πριν από την οικονομική κρίση, οι μουσικοί περνούσαν περιόδους κρίσης. Απλά τώρα, είναι ανυπόφορη η κατάσταση. Και οι συνθήκες, στις περισσότερες περιπτώσεις, άθλιες. Τα λέω και από προσωπική εμπειρία.
Τόσο η πολιτεία, όσο και η κοινωνία έχει μια τάση προς τον όρο μουσικαντισμός. Αλλά να μου πεις, εδώ το κράτος δεν ενδιαφέρεται για το αν θα έχουμε δημόσια νοσοκομεία και σχολεία, θα ενδιαφερθεί για τον πολιτισμό; Από την άλλη, όταν γράφω κοινωνία, κυρίως αναφέρομαι σε πρώτη φάση σε εκείνους που πληρώνουν και σε εκείνους που προωθούν.
Το μόνο “μπράβο” που θα πω είναι σε όλους τους ανθρώπους, που τίμια και με αξιοπρέπεια, μέσα στη βρωμιά, προσπαθούν να διατηρήσουν κάτι, ό,τι μένει από τον πολιτισμό μας, είτε σε επίπεδο ιστορίας είτε καινούριας δημιουργίας.
Κάτι πολύ ωραίο που διάβασα, αλλά δεν μπόρεσα να βρω περισσότερα στοιχεία ακόμα, ότι στην Ιρλανδία, άρχισε ένα πρόγραμμα για 3.000 καλλιτέχνες, όπου θα τους δίνεται μόνιμος μισθός, για να είναι αυτό που είναι και να κάνουν αυτό που κάνουν. Τέχνη. Αν πάει καλά αυτό, θα συμβεί και για περισσότερο κόσμο. Ένα πάρα πολύ καλό πρώτο βήμα».
-Ποιο είναι το δικό σας όραμα και πώς φαντάζεστε το μέλλον της μουσικής στη χώρα μας;
«Εφόσον δεν επιτρέπεται από πουθενά σχεδόν να οραματίζεται κανείς πια, εγώ κάνω τα δικά μου όνειρα και οραματίζομαι καινούρια μουσικά έργα και όχι μόνο, και προσπαθώ με ό,τι δυνάμεις έχω προσωπικά, αλλά και κάποιων ανθρώπων που με αγαπούν και με πιστεύουν, να δημιουργώ πράγματα σε σχέση με το τι θα ήθελα να βρίσκω μπροστά, για το μέλλον που ποτέ δεν είναι δικό μας.
Είναι των επόμενων, κάθε φορά, των παιδιών μας. Ετοιμάζω, λοιπόν, μαζί με πολλούς συνοδοιπόρους φίλους καλλιτέχνες και (μη) -το μη το έχω σε παρένθεση γιατί υπό μια έννοια όλοι είμαστε καλλιτέχνες, έναν δίσκο για καλό σκοπό. Θα έχει τίτλο Humanity songs. Ένας πολυσυμμετοχικός δίσκος, που θα συμμετάσχουν όχι μόνο από την χώρα μας καλλιτέχνες, άνθρωποι γενικά, αλλά και από άλλες γωνιές του πλανήτη».
