«Δεν αρκεί να αποφεύγουμε την επόμενη κρίση. Πρέπει να οικοδομήσουμε μια οικονομία που παράγει περισσότερο, εξάγει περισσότερο και μπορεί να στηρίζει την άμυνα και το κοινωνικό κράτος χωρίς νέο κύκλο υπερχρέωσης», είναι το βασικό μήνυμα του Μιχάλη Σάλλα στο νέο του βιβλίο «Τι πήγε λάθος στην Ελλάδα και τι θα μπορούσε να διορθωθεί».
Μιλώντας με αφορμή την παρουσίαση του βιβλίου του στο Ηράκλειο στο πλαίσιο των εκδηλώσεων της εφημερίδας «Πατρίς» για τα 80 χρόνια κυκλοφορίας της, ο κ. Σάλλας επιχειρεί έναν απολογισμό της τελευταίας πεντηκονταετίας, αλλά κυρίως κοιτάζει μπροστά. Υποστηρίζει ότι η Ελλάδα έχει αφήσει πίσω της τον άμεσο κίνδυνο της χρεοκοπίας, έχει αποκαταστήσει σημαντικό μέρος της αξιοπιστίας της και αναπτύσσεται, χωρίς όμως να έχει κλείσει το χάσμα με την υπόλοιπη Ευρώπη.
Στο επίκεντρο της ανάλυσής του βρίσκεται η παραγωγικότητα, η οποία, όπως λέει, αποτελεί το πραγματικό στοίχημα της επόμενης περιόδου. Η Ελλάδα, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν χρειάζεται απλώς περισσότερη ανάπτυξη, αλλά ανάπτυξη διαφορετικής ποιότητας: με μεγαλύτερες επιχειρήσεις, περισσότερες εξαγωγές, επενδύσεις σε τεχνολογία και έρευνα, ισχυρότερη βιομηχανική βάση και ένα κράτος που θα μπορεί να σχεδιάζει πέρα από τον εκλογικό κύκλο.
Ιδιαίτερη θέση στη συζήτηση έχει η σχέση με την Τουρκία, όχι μόνο σε στρατιωτικό και γεωπολιτικό επίπεδο, αλλά και ως σύγκριση δύο οικονομιών με διαφορετική κλίμακα. «Η Ελλάδα δεν μπορεί να εξισώσει την κλίμακα. Μπορεί όμως να εξισορροπήσει την ισχύ», σημειώνει, συνδέοντας την οικονομική ανάπτυξη με την εθνική ασφάλεια και την αυτονομία της χώρας.
«Η Ελλάδα σταθεροποιήθηκε, αλλά δεν έχει ακόμη συγκλίνει με την Ευρώπη»
- Κύριε Σάλλα, ποια είναι σήμερα η θέση της Ελλάδας στην Ευρώπη;
Η Ελλάδα βρίσκεται σαφώς σε καλύτερη θέση από εκείνη της κρίσης χρέους. Έχει αποκαταστήσει τη δημοσιονομική αξιοπιστία της, δανείζεται από τις αγορές, αναπτύσσεται και έχει ένα πολύ πιο σταθερό τραπεζικό σύστημα.
Δεν έχει όμως ακόμη ολοκληρώσει τη διαδικασία πραγματικής σύγκλισης. Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε μονάδες αγοραστικής δύναμης παραμένει σημαντικά χαμηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Άρα, η σταθεροποίηση δεν πρέπει να συγχέεται με την ανασυγκρότηση.
Το επόμενο μεγάλο στοίχημα είναι το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών. Το ΑΕΠ ανά κάτοικο είναι ένας χρήσιμος δείκτης, αλλά δεν μας λέει από μόνος του πώς ζει ο μέσος πολίτης. Γι’ αυτό χρειάζεται να κοιτάζουμε και το διάμεσο διαθέσιμο εισόδημα.
«Η κρίση δεν άρχισε με τα Μνημόνια»
- Τι πήγε τελικά λάθος στην Ελλάδα;
Η κρίση δεν ήταν ένα μεμονωμένο ατύχημα. Ήταν η κατάληξη επιλογών και θεσμικών αδυναμιών που συσσωρεύονταν επί δεκαετίες.
Η Μεταπολίτευση ήταν μια μεγάλη επιτυχία. Εδραίωσε τη Δημοκρατία, διεύρυνε τα κοινωνικά δικαιώματα, ενίσχυσε την Εκπαίδευση και ενέταξε οριστικά τη χώρα στην Ευρώπη. Το πρόβλημα δεν ήταν η κοινωνική πρόοδος. Ήταν ότι μεγάλο μέρος αυτής της προόδου δεν στηρίχθηκε σε μια δομή υψηλής απόδοσης, σε ένα αποτελεσματικό κράτος και σε μια σταθερή φορολογική βάση.
Για πολλές δεκαετίες δημιουργήθηκε ένα σύστημα πελατειακών σχέσεων, εξαιρέσεων και μεταφοράς του κόστους στο μέλλον. Κοινοτικοί πόροι, η είσοδος στο ευρώ και η πρόσβαση σε φθηνό χρήμα προσέφεραν τεράστιες ευκαιρίες. Δεν αξιοποιήθηκαν, όμως, όσο θα έπρεπε για την αναδιάρθρωση της ελληνικής οικονομίας.
- Άρα η ευρωπαϊκή ένταξη δεν ήταν το πρόβλημα;
Ακριβώς το αντίθετο. Ήταν μια ιστορική ευκαιρία. Η Ελλάδα έγινε περισσότερο ευρωπαϊκή ως προς την κατανάλωση και τις προσδοκίες, όχι όμως στον ίδιο βαθμό ως προς την παραγωγικότητα, τους θεσμούς και τη διάρθρωση της οικονομίας της.
Η ένταξη στο ευρώ μείωσε τα επιτόκια και προσέφερε πρωτοφανή χρηματοδοτική σταθερότητα. Αντί όμως το φθηνό χρήμα να κατευθυνθεί κυρίως σε επενδύσεις, ένα σημαντικό μέρος του τροφοδότησε την κατανάλωση, τις εισαγωγές, την αγορά ακινήτων και τη δημοσιονομική χαλάρωση.
Η διεθνής κρίση του 2008 δεν δημιούργησε τις ελληνικές ανισορροπίες. Αφαίρεσε τη χρηματοδότηση που τις έκρυβε.
«Τα Μνημόνια απέτρεψαν την άτακτη χρεοκοπία, αλλά είχαν μεγάλο κόστος»
- Πώς αξιολογείτε την περίοδο των Μνημονίων;
Τα Μνημόνια απέτρεψαν την άτακτη χρεοκοπία και κράτησαν την Ελλάδα στο ευρώ. Η προσαρμογή όμως ήταν υπερβολικά εμπροσθοβαρής, υποτιμήθηκε το βάθος της ύφεσης και καθυστέρησε η αναδιάρθρωση του χρέους.
Η προσαρμογή βασίστηκε δυσανάλογα σε φόρους και οριζόντιες περικοπές. Οι επενδύσεις κατέρρευσαν και τα «κόκκινα» δάνεια επιβάρυναν επιχειρήσεις και τράπεζες.
Η ευθύνη των δανειστών ήταν σημαντική. Δεν αναιρεί όμως την ελληνική ευθύνη για την απουσία ενός εθνικού σχεδίου και για την άρνηση να προχωρήσουμε έγκαιρα στις αλλαγές που γνωρίζαμε ότι χρειάζονταν.
Το αποτέλεσμα ήταν απώλεια άνω του 25% του ΑΕΠ, αποεπένδυση, φυγή νέων ανθρώπων και μεγάλη συμπίεση της μεσαίας τάξης. Η σταθεροποίηση ήταν αναγκαία, αλλά δεν ισοδυναμούσε με ανασυγκρότηση.
«Η Τουρκία μάς υποχρεώνει να δούμε την οικονομική ισχύ ως ζήτημα εθνικής ασφάλειας».
- Στο βιβλίο σας κάνετε μια εκτενή σύγκριση με την Τουρκία. Γιατί θεωρείτε αυτή τη σύγκριση κρίσιμη;
Δεν πρέπει να συγκρίνουμε την Ελλάδα μόνο με τον εαυτό της. Πρέπει να τη συγκρίνουμε και με τις χώρες που επηρεάζουν περισσότερο το περιβάλλον στο οποίο ζούμε.
Η Τουρκία είναι μια πολύ μεγαλύτερη χώρα. Έχει περίπου 86 εκατομμύρια κατοίκους, έναντι περίπου 10,4 εκατομμυρίων της Ελλάδας. Το ΑΕΠ της είναι πολλαπλάσιο και διαθέτει μεγαλύτερη εσωτερική αγορά και ευρύτερη βιομηχανική βάση.
Το σημαντικότερο είναι ότι η Τουρκία έχει καλύψει μεγάλο μέρος της απόστασης που είχε από την Ελλάδα στο κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε όρους αγοραστικής δύναμης. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να υιοθετήσουμε το τουρκικό μοντέλο. Η Τουρκία έχει σοβαρά προβλήματα όπως ο πληθωρισμός, η συναλλαγματική αστάθεια και η θεσμική αβεβαιότητα.
Σημαίνει όμως ότι δεν πρέπει να εφησυχάζουμε.
Η Ελλάδα έχει πολύ σημαντικά πλεονεκτήματα: το ευρώ, την Ευρωπαϊκή Ένωση, ισχυρές συμμαχίες, τη ναυτιλία, ανθρώπινο κεφάλαιο και μια μοναδική γεωγραφική θέση. Μια μικρότερη χώρα δεν χρειάζεται να αντιγράψει μια μεγαλύτερη. Πρέπει να είναι πιο ανταγωνιστική, πιο τεχνολογικά εξειδικευμένη και διεθνώς περισσότερο αναγκαία.
«Η αδράνεια έχει μετρήσιμο εθνικό κόστος»
- Τι σας ανησυχεί περισσότερο για το 2050;
Η δημογραφία. Η Ελλάδα γερνά και ο πληθυσμός της μειώνεται, ενώ η Τουρκία θα εξακολουθήσει να έχει πολύ μεγαλύτερο πληθυσμό.
Οι προβολές μέχρι το 2050 δεν είναι βεβαιότητες, αλλά δείχνουν την κατεύθυνση. Η αδράνεια έχει κόστος. Δεν μπορούμε να αλλάξουμε το μέγεθος της χώρας, μπορούμε όμως να αλλάξουμε την ποιότητα της οικονομίας της.
Χρειάζεται ενίσχυση της αποδοτικότητας, οικογενειακή πολιτική, επιστροφή Ελλήνων του εξωτερικού και οργανωμένη νόμιμη μετανάστευση. Πρέπει επίσης οι επενδύσεις να μετατρέπονται σε εξαγωγική ικανότητα.
«Χρειαζόμαστε εθνικό στόχο για το 2040»
- Ποιο είναι το οικονομικό μοντέλο που προτείνετε;
Χρειαζόμαστε έναν σαφή και μετρήσιμο εθνικό στόχο. Να φθάσουμε τουλάχιστον στο 85% του ευρωπαϊκού μέσου όρου σε κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε όρους αγοραστικής δύναμης έως το 2040 και να πλησιάσουμε το 100% έως το 2050.
Αυτό απαιτεί επενδύσεις πάνω από 22%-23% του ΑΕΠ, έρευνα και ανάπτυξη τουλάχιστον 3%-3,5% του ΑΕΠ και εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών πάνω από το 60% του ΑΕΠ.
Δεν είναι λογιστικές ασκήσεις. Είναι τρόπος να μετράμε αν η οικονομία πραγματικά αλλάζει.
- Ποιοι είναι οι βασικοί πυλώνες αυτής της αλλαγής;
Πρώτα, η παραγωγικότητα. Δεύτερον, η μεγέθυνση των ελληνικών επιχειρήσεων, ώστε να αποκτήσουμε περισσότερες μεσαίες και μεγάλες επιχειρήσεις που μπορούν να επενδύσουν, να εξάγουν και να χρηματοδοτήσουν έρευνα.
Τρίτον, η τεχνολογία και το ανθρώπινο κεφάλαιο, με έμφαση στην Τεχνητή Νοημοσύνη, τη βιοτεχνολογία, τη μικροηλεκτρονική, την κυβερνοασφάλεια και τα μη επανδρωμένα συστήματα.
Τέταρτον, η ενέργεια, ώστε η πράσινη μετάβαση να μειώσει το κόστος και να δημιουργήσει εγχώρια τεχνογνωσία.
Πέμπτον, η αμυντική βιομηχανία. Δεν είναι λογικό να δαπανούμε σημαντικούς πόρους για την άμυνα και να εισάγουμε σχεδόν όλη την τεχνολογική αξία. Χρειάζεται ελληνική συμμετοχή, μεταφορά τεχνογνωσίας και δυνατότητα συντήρησης και εξαγωγών.
Και έκτον, ένα κράτος εφαρμογής, που θα μπορεί να σχεδιάζει και να υλοποιεί πέρα από τον εκλογικό κύκλο.
«Η Κρήτη μπορεί να γίνει εργαστήριο της νέας Ελλάδας»
- Τι ρόλο μπορεί να παίξει η Κρήτη;
Η Κρήτη διαθέτει πανεπιστήμια, ερευνητικά ιδρύματα, σημαντική γεωργία, τουρισμό, ενέργεια και ισχυρό πολιτιστικό κεφάλαιο. Το πρόβλημα είναι ότι αυτές οι δυνάμεις παραμένουν συχνά ασύνδετες.
Η αγροδιατροφή πρέπει να περάσει από την πρώτη ύλη στην τυποποίηση, την πιστοποίηση, την έρευνα και τα ισχυρά διεθνή brands.
Ο τουρισμός πρέπει να συνδεθεί με τα τοπικά προϊόντα, την υγεία, τον πολιτισμό και την έρευνα, με μεγαλύτερη δαπάνη ανά επισκέπτη και μεγαλύτερη διάρκεια της τουριστικής περιόδου.
Το νερό πρέπει να αντιμετωπιστεί ως κρίσιμη οικονομική υποδομή. Και τα πανεπιστήμια, τα ερευνητικά ιδρύματα, οι επιχειρήσεις και οι παραγωγοί να λειτουργήσουν ως ένα ενιαίο οικοσύστημα καινοτομίας.
Η Κρήτη μπορεί να γίνει ένα εργαστήριο πρότυπο για ολόκληρη τη χώρα.
«Η οικονομική ισχύς είναι θεμέλιο της εθνικής κυριαρχίας»
- Ποιο είναι τελικά το μήνυμα του βιβλίου σας;
Η Ελλάδα δεν στερείται διαγνώσεων. Γνωρίζουμε τι χρειάζεται.
Αυτό που μας λείπει είναι η συνέχεια.
Χρειάζεται μια εθνική συμφωνία που να υπερβαίνει τον εκλογικό κύκλο. Η ασφάλεια μιας χώρας δεν κρίνεται μόνο την ημέρα μιας κρίσης. Έχει κριθεί προηγουμένως από την ποιότητα των σχολείων της, των επιχειρήσεών της, των επενδύσεών της και των θεσμών της.
Η Ελλάδα δεν μπορεί να εξισώσει την κλίμακα με την Τουρκία. Μπορεί όμως να εξισορροπήσει την ισχύ της.
Αυτό σημαίνει μια χώρα πλουσιότερη ανά κάτοικο, τεχνολογικά εξειδικευμένη, θεσμικά σταθερή, βαθύτερα ενταγμένη στην Ευρώπη και καλύτερα δικτυωμένη στον κόσμο.
Η οικονομική αναβάθμιση δεν είναι απλώς ένα πρόγραμμα ανάπτυξης. Είναι το θεμέλιο της εθνικής αυτονομίας.
