Ένα σκληρό μπρα ντε φερ ανάμεσα στη διασφάλιση της προσβασιμότητας και το πλαίσιο λειτουργίας της εστίασης ανοίγει η Λότζια, καθώς προτάσσει το όριο των 3,5 μέτρων στη χωροθέτηση των τραπεζοκαθισμάτων.
Πλέον, οι αδειοδοτήσεις των καταστημάτων εστίασης περνούν από «κόσκινο», καθώς αίρεται η χαλαρότητα που είχε επέλθει μετά την περίοδο της πανδημίας και επιστρέφει η «σκληρή γραμμή» για το όριο των 3,5 μέτρων.
Η εξέλιξη αυτή ανάβει φωτιές στον κλάδο της εστίασης που χρόνια τώρα περιμένει κρίσιμα ζητήματα, όπως η διαχείριση του κοινόχρηστου χώρου να αποτελέσει αντικείμενο ενός ουσιαστικού διαλόγου στη βάση μιας μελέτης που επί σειρά ετών υπόσχεται να προχωρήσει ο Δήμος, αλλά, μέχρι σήμερα, παραμένει στα χαρτιά.
Αντίθετα, αυτό για το οποίο ετοιμάζεται πυρετωδώς η Λότζια είναι μια νέα κανονιστική πράξη που θα ορίζει ότι θα πρέπει τα καταστήματα που αναπτύσσουν τα τραπεζοκαθίσματα τους στην προβολή της εισόδου τους, να διασφαλίζουν απόσταση 3,5 μέτρων.
Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι, εάν ένα κατάστημα αναπτύσσει μια σειρά από τραπεζοκαθίσματα έξω από την είσοδό του, και, παράλληλα, έχει τοποθετήσει τραπεζοκαθίσματα ακριβώς απέναντι, θα πρέπει να έχει διασφαλίσει μια ελάχιστη απόσταση 3,5 μέτρων ανάμεσα στις δύο σειρές, διότι σε αντίθετη περίπτωση δεν θα μπορεί να αδειοδοτηθεί.
Όπως είναι γνωστό, στις 24 Απριλίου, τελειώνει η προθεσμία για την κατάθεση της προκαταβολής, που πρέπει να πληρώσει ο κάθε καταστηματάρχης για να μπορέσει να κάνει χρήση του κοινόχρηστου χώρου.
Σύμφωνα με στοιχεία του Συλλόγου Εστίασης, ήδη έχουν «κοπεί» από τον Δήμο Ηρακλείου οι προεγκρίσεις αδειοδότησης σε καταστηματάρχες, οι οποίοι για να τοποθετήσουν τραπεζοκαθίσματα στην προβολή των καταστημάτων τους είχαν εξασφαλίσει την άτυπη έγκριση ιδιωτών για να χρησιμοποιήσουν τον χώρο μπροστά από τα σπίτια τους.
Το όλο θέμα, όπως είναι φυσικό, έχει ανάψει «φωτιές», καθώς υπάρχουν περιοχές της πόλης που η εστίαση αναπτύσσει έντονη δραστηριότητα και το νέο πλαίσιο που επιχειρεί να εφαρμόσει ο Δήμος Ηρακλείου βάζει περιορισμούς που φέρνουν μεγάλες ανατροπές.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η ευρύτερη περιοχή της οδού Καγιαμπή, ένας στενός δρόμος της πόλης όπου, σε όλο το μήκος της, τοποθετούνται τραπεζοκαθίσματα, και από τις δύο πλευρές, με αποτέλεσμα να υπάρχει ένας ασφυκτικός διάδρομος που ασφαλώς δεν ανταποκρίνεται στα 3,5 μέτρα, τα οποία ορίζονται σαν όριο ασφαλείας από την πλευρά του Δήμου για την εξασφάλιση της προσβασιμότητας των πολιτών.
Το όριο των 3,5 μέτρων και όλος ο σχεδιασμός της Δημοτικής Αρχής πρόκειται να αποτυπωθεί σε κανονιστική πράξη που θα έρθει μέσα στον Οκτώβριο, ωστόσο, σύμφωνα με τους καταστηματάρχες εστίασης, έχει ήδη αρχίσει η προσαρμογή στο νέο περιβάλλον για το οποίο διατυπώνονται έντονες ενστάσεις.
Μ. Αντωνακάκη: «Περιμένουμε ουσιαστική διαβούλευση και ολοκληρωμένη μελέτη για τους κοινόχρηστους χώρους»
Η πρόεδρος του Συνδέσμου Εστίασης, Μαρία Αντωνακάκη, εξηγεί ότι η προσέγγιση του Δήμου σε ό,τι αφορά στη διασφάλιση της προσβασιμότητας δεν μας βρίσκει αντίθετους τους καταστηματάρχες.
Όπως χαρακτηριστικά τονίζει, «εννοείται ότι στα πλακόστρωτα πρέπει να υπάρχει τρόπος να μπουν ασθενοφόρα ή πυροσβεστική ή ένα όχημα που μπορεί να συμβάλει σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης.
Η δική μας ένσταση έγκειται στο εξής. Στο ότι εδώ και πάρα πολλά χρόνια περιμένουμε την περιβόητη μελέτη που θα βάλει όρια, κανόνες και ένα πλαίσιο λειτουργίας.
Ό,τι αφορά στη νέα κανονιστική που ετοιμάζεται, πρέπει, από τον Οκτώβρη, να γίνει διαβούλευση για να μπει σε εφαρμογή το επόμενο έτος, και σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η ιδιαιτερότητα του Ηρακλείου. Λόγω των μνημείων και των ειδικών χαρακτηριστικών που έχει το Ηράκλειο, είναι σαφές ότι θα πρέπει να υπάρξει ένα πλαίσιο λειτουργίας των επιχειρήσεων ώστε να είναι βιώσιμες. Θα πρέπει να γίνει μια μελέτη την οποία περιμένουμε εδώ και πάρα πολλά χρόνια.
Γιατί δεν γίνεται να υπάρχουν αυστηροί περιορισμοί σε ό,τι αφορά στα μέτρα να πληρώνουμε ένα σωρό ενοίκια και να μην μπορούμε να αναπτυχθούμε σωστά». Η ίδια σημειώνει ότι τώρα που γίνεται η προκαταβολή της πρώτης δόσης των τραπεζοκαθισμάτων σε σημεία που οι χώροι έχουν παραχωρηθεί με υπεύθυνες δηλώσεις, δεν δίδονται άδειες εάν δεν τηρηθούν οι αποστάσεις αυτές.
Σε κάθε περίπτωση, περιμένουμε πριν ψηφιστεί η κανονιστική και πριν πάρει το δρόμο της εφαρμογής, να διαβουλευτούμε, να κληθεί ο Σύλλογος από τη Δημοτική Αρχή.
Γ. Ζερβάκης: «Το ζητούμενο δεν είναι μόνο η ύπαρξη κανόνων, αλλά η ρεαλιστική και δίκαιη εφαρμογή τους»
Από την πλευρά του, ο γραμματέας του Συνδέσμου Εστίασης Ηρακλείου, Γιώργος Ζερβάκης, με δηλώσεις του στην «Π», τονίζει ότι «το ζήτημα της διαχείρισης των κοινόχρηστων χώρων και ειδικά η οριοθέτηση των 3,5 μέτρων για την ανάπτυξη τραπεζοκαθισμάτων αποτελεί ένα θέμα που ισορροπεί ανάμεσα σε διαφορετικές ανάγκες και προτεραιότητες.
Από τη μία πλευρά, η θέσπιση σαφών ορίων μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στη βελτίωση της προσβασιμότητας και της λειτουργικότητας των δημόσιων χώρων. Εξασφαλίζεται η απρόσκοπτη διέλευση πεζών, ατόμων με αναπηρία και οχημάτων έκτακτης ανάγκης, κάτι που προβλέπεται ρητά και από το σχετικό θεσμικό πλαίσιο που ορίζει ελεύθερο διάδρομο 3,5 μέτρων.
Από την άλλη πλευρά, οι επαγγελματίες της εστίασης εκφράζουν εύλογες ανησυχίες, καθώς τέτοιοι περιορισμοί ενδέχεται να επηρεάσουν τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεών τους, ιδιαίτερα σε περιοχές όπου ο διαθέσιμος χώρος είναι ήδη περιορισμένος.
Είναι σημαντικό να επισημανθεί ότι σε κάθε πόλη υπάρχουν διαφορετικές ανάγκες, ενώ και ο χαρακτήρας των επιμέρους περιοχών μεταβάλλεται. Άλλες είναι οι συνθήκες σε ένα ιστορικό κέντρο, άλλες σε μια τουριστική ζώνη και άλλες σε μια γειτονιά κατοικίας. Για τον λόγο αυτό, απαιτείται ουσιαστική και στοχευμένη διαβούλευση, ώστε να προκύπτουν λύσεις που ανταποκρίνονται στις ιδιαιτερότητες κάθε περιοχής.
Η πρόβλεψη για ελεύθερη ζώνη 3,5 μέτρων δεν αποτελεί αυθαίρετη επιλογή του Δήμου, αλλά απορρέει από το ευρύτερο θεσμικό πλαίσιο που διέπει τη χρήση των κοινόχρηστων χώρων και την ασφαλή διέλευση πεζών.
Και εδώ προκύπτει εύλογα και ένα κρίσιμο ερώτημα: θέλουμε να πιστεύουμε ότι στα στενά της Μύκονος και της Σαντορίνη, εν μέσω καλοκαιρινής περιόδου και αυξημένης επισκεψιμότητας, θα μπορέσει να εφαρμοστεί με τον ίδιο ακριβώς τρόπο αυτός ο νόμος;
Κατά συνέπεια, το ζητούμενο δεν είναι μόνο η ύπαρξη κανόνων, αλλά η ρεαλιστική και δίκαιη εφαρμογή τους, με ευελιξία, διάλογο και κατανόηση των πραγματικών συνθηκών κάθε περιοχής».
