Γλίτωσε από τα ναρκωτικά και έγραψε βιβλίο για τη δύναμη που τον έσωσε! Ο Γιάννης μιλάει αποκλειστικά στο patris.gr για τον εφιάλτη και τη σωτηρία του

Σε μια εποχή όπου η εξάρτηση συνεχίζει να αφήνει βαθιά σημάδια σε ανθρώπους, οικογένειες και σχέσεις, η προσωπική μαρτυρία αποκτά ξεχωριστή αξία. Ο Γιάννης, μέσα από ένα βιωματικό και βαθιά ανθρώπινο βιβλίο που ολοκληρώνει αυτή την περίοδο, επιχειρεί να φωτίσει όχι μόνο τη σκοτεινή διαδρομή της χρήσης και της αυτοκαταστροφής, αλλά και τη δύσκολη, επίπονη πρώτη προσπάθεια επιστροφής στη ζωή.

Με ειλικρίνεια και χωρίς ωραιοποιήσεις, καταγράφει την πραγματικότητα της εξάρτησης και της συνεξάρτησης, δίνοντας φωνή τόσο σε όσους παλεύουν με τις ουσίες, όσο και σε εκείνους που στέκονται δίπλα τους σιωπηλά, κουβαλώντας τον δικό τους πόνο. Πρόκειται για μια αφήγηση που δεν αναζητά δικαίωση ούτε εύκολες απαντήσεις, αλλά επιλέγει να μιλήσει ανοιχτά για την απώλεια, την παραδοχή και την ελπίδα.

Ο Γιάννης ολοκληρώνει αυτή την περίοδο το βιωματικό του βιβλίο με κεντρικό θέμα την εξάρτηση, τη συνεξάρτηση και την πρώτη ουσιαστική προσπάθεια επιστροφής στη ζωή μέσα από τη θεραπεία.

Όπως αναφέρει, το βιβλίο δεν γράφτηκε ως μια «ιστορία επιτυχίας», αλλά ως μια αληθινή καταγραφή ανθρώπινης κατάρρευσης και αφύπνισης. Μέσα από προσωπικές εμπειρίες περιγράφεται η σταδιακή βύθιση στη χρήση, η απώλεια ελέγχου, η ψυχολογική και σωματική κατάρρευση, αλλά και οι συνέπειες στις ανθρώπινες σχέσεις, στην οικογένεια και στα παιδιά.

Σύμφωνα με τον ίδιο, η ιστορία είναι απολύτως βιωματική και γράφεται παράλληλα με τη δική του πορεία μέσα στο θεραπευτικό πρόγραμμα. Το βιβλίο ολοκληρώνεται χρονικά στην είσοδο της κυρίως θεραπείας, αφήνοντας ανοιχτή τη συνέχεια της διαδρομής και τον πραγματικό αγώνα για μια νέα ζωή.

Ο ίδιος σημειώνει ότι η συγγραφή ξεκίνησε αρχικά ως προσωπική ανάγκη αποφόρτισης και αυτοπαρατήρησης. Στην πορεία, όμως, συνειδητοποίησε ότι αυτό που καταγράφεται ίσως μπορέσει να βοηθήσει ανθρώπους, που βρίσκονται είτε μέσα στην εξάρτηση είτε δίπλα σε αυτήν.

Όπως αναφέρει, στόχος του βιβλίου είναι να αναδείξει πως πίσω από την εξάρτηση δεν υπάρχει μόνο η ουσία, αλλά άνθρωποι που χάνονται, οικογένειες που κουράζονται και σχέσεις που διαλύονται, ενώ παράλληλα υπάρχει και η πιθανότητα επιστροφής και ελπίδας. Όπως λέει χαρακτηριστικά, το βιβλίο περιγράφει την παραδοχή ως δύναμη και όχι ως ήττα.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στη συνεξάρτηση, σε εκείνους που μένουν δίπλα, πονάνε σιωπηλά και προσπαθούν να βοηθήσουν χωρίς να ξέρουν πώς. Η αφήγηση ακολουθεί την πορεία από την άρνηση και την αυτοκαταστροφή μέχρι την πρώτη ουσιαστική αποδοχή του προβλήματος και την είσοδο στη θεραπεία.

Ο Γιάννης ξεκαθαρίζει ότι δεν πρόκειται για ένα βιβλίο «δικαίωσης» ή για μια ιστορία με εύκολες απαντήσεις. Αντίθετα, όπως υπογραμμίζει, είναι μια ανθρώπινη, ωμή αλλά ειλικρινής καταγραφή για το πώς χάνεται κάποιος και πώς, μέσα από τον πόνο, γεννιέται για πρώτη φορά η ανάγκη να σωθεί.

Πρόλογος

Μια Ευθεία Γραμμή Χωρίς Παλμό

Για μεγάλο χρονικό διάστημα πίστευα ότι είχα τον έλεγχο.

Ότι μπορούσα να διαχειριστώ την κατάσταση. Ότι αυτή τη φορά τα πράγματα θα εξελιχθούν διαφορετικά. Ότι είχα μάθει από τα προηγούμενα λάθη. Ότι μπορούσα να πλησιάσω ξανά τη φωτιά χωρίς να καώ.

Μέχρι που αυτός ο έλεγχος κατέρρευσε ξανά. Οριστικά, πιο καθαρά από ποτέ.

Εκεί βρέθηκα αντιμέτωπος με ένα όριο που δεν μπορούσα πλέον να αγνοήσω.

Είχα καταφέρει τη μεγαλύτερη περίοδο αποχής μου μέχρι τότε. Για αρκετό διάστημα είχα μείνει μακριά περισσότερο από κάθε άλλη φορά στο παρελθόν. Υπήρχαν στιγμές που πίστευα πραγματικά πως είχα ξεφύγει οριστικά.

Παρ’ όλα αυτά, επέστρεψα ξανά στη χρήση.

Χωρίς μια μεγάλη καταστροφή. Χωρίς κάποιο δραματικό γεγονός. Χωρίς έναν ξεκάθαρο λόγο.

Και ίσως αυτό να ήταν το πιο τρομακτικό από όλα.

Σε εκείνη τη στιγμή έγινε σαφές κάτι που απέφευγα για χρόνια να αναγνωρίσω:

ότι ο έλεγχος δεν ήταν ποτέ πλήρως δικός μου.

Ακολούθησε η γνωστή πορεία. Η απώλεια ελέγχου ήταν άμεση και απόλυτη.

Μια μετακίνηση χωρίς ιδιαίτερη σημασία, λίγη πίεση, δύο ποτά, δυνατή μουσική και η ψευδαίσθηση ότι «αυτή τη φορά είναι διαφορετικά».

Η απόφαση παρουσιάστηκε στον εαυτό μου ως αθώα.

«Μία φορά ακόμη δεν θα αλλάξει τίποτα».

Άλλαξε.