1946 — 2026
το ΧΘΕΣ
80
Συναντά το ΑΥΡΙΟ
80 ΧΡΟΝΙΑ ΠΑΤΡΙΣ · Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΟΥ ΑΞΙΖΕΙ ΝΑ ΔΕΙΣ →
Έπαινος για μαθητή του 3ου Γυμνασίου Ηρακλείου στον Παγκρήτιο Μαθητικό Λογοτεχνικό Διαγωνισμό

Έπαινος συμμετοχής απονεμήθηκε στον μαθητή του 3ου Γυμνασίου Ηρακλείου, Αριστοτέλη Τριανταφύλλου, για το διήγημά του με τίτλο «Απρόσμενη βροχή», το οποίο συμμετείχε στον 5ο Παγκρήτιο Μαθητικό Λογοτεχνικό Διαγωνισμό.

Ο διαγωνισμός, που προκηρύχθηκε από τη Στέγη Βιτσέντζος Κορνάρος, περιλάμβανε τις κατηγορίες της ποίησης και του διηγήματος, δίνοντας στους μαθητές την ευκαιρία να εκφραστούν δημιουργικά μέσα από τον γραπτό λόγο.

Το θέμα της φετινής διοργάνωσης εμπνεύστηκε από τους στίχους 1277-1278 του Γ΄ μέρους του «Ερωτόκριτου»:

«Μὰ ὅλα γιὰ μένα σφάλασι καὶ πᾶσιν ἄνω κάτω,
γιὰ μὲ ξαναγεννήθηκεν ἡ φύση τῶν πραγμάτω.»

Με αφορμή τη συμμετοχή του στον διαγωνισμό, ακολουθεί το διήγημα του μαθητή, «Απρόσμενη βροχή».

Ερωτόκριτος μέρος Γ΄ στίχοι 1277-1278

Ακολουθεί το διήγημα του μαθητή:

Απρόσμενη βροχή

Η κρητική φύση καλωσόρισε την άνοιξη, η οποία ξεδίπλωσε την αγκαλιά της και γέμισε το λιβάδι με πολύχρωμα λουλούδια κάθε λογίς, μεθυστικά αρώματα που θα ζήλευαν και οι καλύτεροι Γάλλοι αρωματοποιοί. Η μητέρα είχε απλώσει ένα σεντόνι με ζωηρά χρώματα, σ’ ένα χωράφι πίσω από το σπίτι και το τυροκομείο της οικογένειας και από το ψάθινο καλάθι έβγαζε νόστιμους μεζέδες, σπανακόπιτα της γιαγιάς, κεφτέδες , πίτες με κοτόπουλο και λαχανικά, δροσερή πατατοσαλάτα, ενώ δεν έλειπε η γραβιέρα και η μυζήθρα από το τυροκομείο του παππού. Παιδιά και εγγόνια σταμάτησαν μονομιάς το παιχνίδι με την μπάλα, μόλις η μητέρα ενημέρωσε πως όλα είναι έτοιμα. Τα πεινασμένα παιδιά από το παιχνίδι, κάθισαν κάτω από την αιωνόβια συκιά, η οποία προσέφερε δροσιά και ίσκιο στους συνδαιτυμόνες. Τα μικρά παιδικά χεράκια άρπαξαν με λαχτάρα τους κεφτέδες, οι οποίοι μύριζαν φρέσκο δυόσμο και διέγειραν τις κόρες των ματιών, μικρών και μεγάλων. Αλλά, ξαφνικά, απρόσμενα και δίχως καμία προειδοποίηση ακούστηκαν βροντές πίσω από το βουνό, μαύρα σύννεφα εμφανίστηκαν στον ορίζοντα, ενώ πριν καταλάβει κανείς τι συμβαίνει, σταγόνες βροχής μεγάλες σαν στραγάλι έπεφταν με δύναμη στη γη.

Σας έχει συμβεί ποτέ να ζείτε μια όμορφη εμπειρία με αγαπημένους σας, να απολαμβάνετε τις σαββατιάτικες εξορμήσεις σας στο χωριό με τους συγγενείς σας, να βυθίζεστε στη αγκαλιά της γιαγιάς και του παππού και ξαφνικά όλα αυτά να αλλάζουν και να χάνονται ; Ε, λοιπόν κάτι τέτοιο συνέβη και σε μένα.

Τα σαββατοκύριακα συνηθίζαμε να επισκεπτόμαστε τη γιαγιά και τον παππού στο χωριό Αποστόλους, ένα μικρό και γραφικό χωριό κοντά στο Καστέλι, όπου κατασκευάζεται ένα μεγάλο αεροδρόμιο. Ως παιδί της πόλης, ανυπομονούσα για αυτές τις εξορμήσεις. Κάποιες φορές έπαιζα με τα ξαδέρφια μου στο χωριό, κάποιες άλλες βοηθούσα τον μπαμπά μου να μαζέψει χοχλιούς και κάποιες άλλες με είχαν χρίσει επίσημο δοκιμαστή των φαγητών της γιαγιάς, η οποία κάθε φορά μαγείρευε τόσα πολλά και νόστιμα φαγητά σαν να ήταν τραπέζι γάμου ή αρραβώνα. Ο παππούς ο Γιώργος ήταν τυροκόμος και έφτιαχνε τα καλύτερα τυριά, μάλιστα είχαν στείλει ένα τυρί σε διαγωνισμό στην Αθήνα και είχε λάβει χρυσό μετάλλιο. Χρυσό κεφαλοτύρι το ονόμασαν ! Ο παππούς ο Γιώργος ήταν ένας πολύ χαρούμενος άνθρωπος, πάντα γελούσε και δεν τον θυμάμαι ποτέ θυμωμένο. Ακόμα κι αν η γιαγιά καμιά φορά έλεγε: «Είδες, Γιώργο, τι έκανε αυτός ο χωριανός ;» αυτός πάντα της απαντούσε: «Δεν πειράζει, Ζαχαρένια, κόψε τυρί και καρπούζι να φάμε με τα παιδιά».

Ο αναγνώστης θα πρόσεξε πως γράφω σε παρελθόντα χρόνο. Ήταν λοιπόν απόγευμα Κυριακής στις 12 Φεβρουαρίου, που μέσα στην ψυχή μου άκουσα δυνατές βροντές και αμέσως ξέσπασε μια καταιγίδα όπως αυτή που κατέστρεψε το πικ- νικ της οικογένειας κάτω από την ηλικιωμένη συκιά. Ένα απογευματινό τηλέφωνο από το χωριό, το σηκώνει η μητέρα μου και χάνει το χρώμα της…. «ο μπαμπάς μου πέθανε», ψέλλισε με πνιγμένη φωνή και στο σπίτι έπεσε το μαύρο σύννεφο του θρήνου.

Εκείνη την ημέρα ο παππούς είχε ξυπνήσει εύθυμος, όπως κάθε φορά. Είχε πιεί τον πρωινό του ελληνικό καφέ, δοκίμασε το χειροποίητο καλιτσούνι της γιαγιάς και πήγε να τυροκομήσει με τον γιό του τον Κώστα. Ο θείος μου ο Κώστας είναι κι αυτός ένας ευγενικός και καλόκαρδος άνθρωπος, με σπουδές στην τυροκομική και προορίζονταν να αναλάβει κάποια στιγμή την οικογενειακή επιχείρηση. Πατέρας και γιός άρχισαν να τυροκομούν και με τα μαγικά τους χέρια μετέτρεπαν το γάλα των βοσκών σε γευστικά τυριά, μυζήθρα, ανθότυρο, κεφαλοτύρι, τυροζούλι κ.ά. Κρατούσαν την παραδοσιακή διαδικασία τυροκόμησης με λιγότερα μηχανήματα και περισσότερη σωματική εργασία.

Ενώ το γάλα άχνιζε γεμίζοντας το τυροκομείο με τη μυρωδιά του, ο παππούς μου έπιασε την καρδιά του και δίχως να πει κάτι, ξεψύχησε στα χέρια του γιού του. Για εμένα, αυτό ήταν το πρώτο ισχυρό σοκ της ζωής μου, η πρώτη μου συνάντηση με τον θάνατο ενός συγγενή, του αγαπημένου μου παππού. Διατηρούσα την ψευδαίσθηση πως οι δικοί μας άνθρωποι θα ζήσουν για πάντα και ο θάνατος των ανθρώπων αφορά πάντα κάποιους άλλους, μακριά από εμάς.

Στα χωριά πολλές φορές είθισται οι συγγενείς να ξενυχτούν με τον νεκρό στην οικία του, προσφέροντας διάφορα εδέσματα σε χωριανούς και φίλους που έρχονται για να συλλυπηθούν. Έτσι κι έγινε με τον παππού τον Γιώργο. Επίσης, ξέχασα να σας πω ότι τα μικρά ανήλικα παιδιά δεν επισκέπτονται το σπίτι του θανόντα, καθώς, σύμφωνα με τα έθιμα, δεν είναι καλό για ένα παιδί να βλέπει έναν νεκρό. Εδώ όμως έχω τον μπαμπά μου, ο οποίος πιστεύει πως η διαπαιδαγώγηση δεν είναι μια διαδικασία που γίνεται μόνο στα σχολεία, αλλά σε όλη μας τη ζωή. Σωστά το καταλάβατε. Τόσο εγώ όσο και η αδερφή μου ήμασταν παρόντες τη νύχτα εκείνη του αποχωρισμού. Ο μπαμπάς με αγκάλιασε σφιχτά και μου είπε : « Αριστοτέλη, αγάπη μου, οι νεκροί δεν πειράζουν τους ζωντανούς. Όλα στο μυαλό μας είναι. Κοίταξε τον παππού σου, κοίτα το όμορφο πρόσωπό του και το πλούσιο μουστάκι του. Να θυμάσαι πάντα ό,τι έζησες μαζί του». Ένιωσα τα λόγια του πατέρα μου να με καρφώνουν στην καρδιά μου. Είχα έναν τόσο δυνατό πόνο μέσα μου και δεν ήξερα πώς να τον διαχειριστώ…

Τα χρόνια πέρασαν και αυτή η δυνατή εμπειρία έμελλε να στιγματίσει τη ζωή μου. Ήξερα πως ακόμα και να είχα χρόνο να καλέσω τον παππού μου στο χωριό, δεν θα τον άκουγα γιατί δεν ήταν πλέον εκεί …

Από τότε, άρχισα να σκέφτομαι διαφορετικά. Με την πρώτη ευκαιρία μιλάω στο τηλέφωνο με τις γιαγιάδες μου και με τον άλλο μου παππού, τον Παναγιώτη. Όταν βρίσκομαι μαζί τους, αφήνω στην άκρη το κινητό και την τηλεόραση. Φροντίζω να περνάω χρόνο μαζί τους, να τους ακούω και να τους λέω τα δικά μου νέα. Ακόμα κι όταν ο μπαμπάς μου κάποιες φορές ζητάει να του φτιάξω έναν δροσερό χυμό, δεν καθυστερώ και του δίνω ένα φιλί, όταν γυρίζει στο σπίτι. Δεν περιμένω να μου κρατάει σοκολάτες ή άλλα κεράσματα, όταν επιστρέφει από την εργασία του, αρκεί που ήρθε ο ίδιος σπίτι. Αυτό είναι το μεγαλύτερο και το πιο σημαντικό δώρο για μένα.

Αναμοχλεύω στο μυαλό μου την απάντηση της Αρετούσας στην παραμάνα της : «Μά ὅλα γιά μένα σφάλασι, καί πᾶσιν ἄνω κάτω, γιά μέ ξαναγεννήθηκεν ἡ φύση τῶν πραμάτω», στην έμπιστη παραμάνα που γνώριζε για τον απαγορευμένο έρωτά της με τον Ερωτόκριτο. Δυνατοί έρωτες, έντονες συγκινήσεις, εφηβικές εμπειρίες, καλούνται να μας σφυρηλατήσουν, ακριβώς όπως ο Ήφαιστος χτυπούσε δυνατά το πυρωμένο μέταλλο για να του δώσει μορφή, για να γίνει ένα χρήσιμο εργαλείο για τον άνθρωπο. Αν τα μεταλλεύματα δεν ξεριζωθούν από τα έγκατα της γης, αν δεν λιώσουν στο καμίνι του σιδηρουργού, δεν θα αποχτήσουν καμία αξία, καμία χρησιμότητα για τις ανθρώπινες δραστηριότητες.
Έτσι συμβαίνει τελικά και στις ζωές μας. Αν δεν παιδευτούμε, αν δεν σμιλευτεί η ψυχή και το μυαλό μας στον μόχθο της καθημερινότητας, αν δεν ψηθούμε στον φούρνο του αγγειοπλάστη, θα παραμείνουμε άμορφες οντότητες, δίχως πνοή και ζωντάνια, ένας μούστος που δεν μετουσιώθηκε ποτέ σε κρασί. Απλώς, θα παρακολουθούμε τη ζωή να φεύγει μέσα από τα χέρια μας, μένοντας αμέτοχοι και θεατές της ζωής.

Συλλογιζόμενος το σύντομο πέρασμά μας στον τόπο και τον χρόνο της ύπαρξής μας, φροντίζω πλέον να ζω τις στιγμές με τους αγαπημένους μου ανθρώπους. Ειδικά τελευταία με τη μαμά μου, η οποία είναι καθηγήτρια σε γυμνάσιο στο Πόρτο Ράφτη στην Αττική και τη βλέπω μόνο τα σαββατοκύριακα και τις γιορτές. Η προσμονή να έρθει από το αεροδρόμιο το βράδυ κάθε Παρασκευής, η αγκαλιά που της δίνω μόλις την βλέπω, με κάνουν τον πιο ευτυχισμένο έφηβο του κόσμου.

Όσο περνάει ο καιρός, μεγαλώνω και αλλάζω τις προτεραιότητές μου, ξεδιαλέγω τα σημαντικά και τα ασήμαντα πράγματα της ζωής μου, όπως η γιαγιά στο χωριό που κάθεται στην αυλή του σπιτιού της και ξεδιαλέγει τα χόρτα που μάζεψε από το βουνό.

Η αλήθεια είναι, πως ποτέ δεν ξέρουμε πότε θα ακουστούν οι βροντές και οι αστραπές, πότε θα αρχίσει να βρέχει δυνατά, ακόμα κι αν, πριν λίγο ο ήλιος ήταν καλοκαιρινός και τα τζιτζίκια ξεφάντωναν από χαρά.

Αριστοτέλης Τριανταφύλλου
Μαθητής Γ΄ τάξης 3ου Γυμνασίου Ηρακλείου