Ένα οδοιπορικό 13 χρόνων στα σχολεία που εγκατέλειψαν οι άνθρωποι και ρήμαξε ο χρόνος

Κάθε σχολείο είναι ένας μικρός ναός της παιδικής ηλικίας, ένα ιερό αποτύπωμα του χρόνου που μάς διαμόρφωσε, περιμένοντας ένα βλέμμα, έναν φακό, μια ψυχή πρόθυμη να σταθεί, να αφουγκραστεί, να θυμηθεί.

Κι αυτά βρέθηκαν στο πρόσωπο του διακεκριμένου Χανιώτη φωτογράφου και καθηγητή Νίκου Μπασιά, που για περισσότερα από 13 χρόνια, φωτογραφίζει σχολεία ρημαγμένα ή παρατημένα σε διαφορετικές γωνιές της Ελλάδας.

«Η ιδέα του project “Από τον Βορρά στον Νότο – Στα Χνάρια της Μνήμης” -τονίζει μιλώντας στην “Π”- γεννήθηκε βιωματικά και όχι ως προσχεδιασμένο φωτογραφικό εγχείρημα. Προέκυψε από τη μακρόχρονη σχέση μου σαν καθηγητής με τον χώρο του σχολείου και από την εμπειρία της μετάβασης από τη ζωντάνια των γεμάτων αιθουσών, στη σιωπή των εγκαταλελειμμένων κτηρίων.

Η πρώτη συνάντηση με ένα παλιό σχολείο δεν λειτούργησε ως εικόνα εγκατάλειψης, αλλά ως αίσθηση συμπυκνωμένου χρόνου. Εκεί γεννήθηκε η ανάγκη να σταθώ απέναντι σε αυτούς τους χώρους με τη φωτογραφία, όχι για να τους καταγράψω, αλλά για να αφουγκραστώ ό,τι είχε απομείνει. Σταδιακά, η φωτογραφία μετατράπηκε σε εργαλείο μνήμης και προσωπικής αναζήτησης.

Με τα χρόνια, αυτή η διαδρομή ξάνοιξε και χώρεσε ολόκληρη την Ελλάδα την Κύπρο και τη Σμύρνη, βασισμένη συχνά στην προφορική μνήμη και στις αφηγήσεις των ανθρώπων». «Η ένταξη σχολείων της Σμύρνης -συνεχίζει ο κ. Μπασιάς- δεν έγινε για να διευρύνει γεωγραφικά τη διαδρομή, αλλά για να επεκτείνει το πεδίο της μνήμης. Η Σμύρνη αποτελεί έναν τόπο έντονα φορτισμένο ιστορικά και συναισθηματικά».

Μάλιστα, του έχει γίνει πρόταση να παρουσιαστεί η έκθεση «Από τον Βορρά στον Νότο – Στα Χνάρια της Μνήμης», στη Σμύρνη. Ο φακός του γνωστού καλλιτέχνη εστιάζει κυρίως στα δημοτικά σχολεία, γιατί συμπυκνώνουν κάτι πολύ περισσότερο από την εκπαιδευτική τους λειτουργία. Είναι ο πρώτος δημόσιος χώρος που βιώνουμε ως παιδιά, ο τόπος όπου διαμορφώνονται οι πρώτες συλλογικές εμπειρίες, οι πρώτες μνήμες έξω από το οικογενειακό πλαίσιο.

«Παράλληλα, ως εκπαιδευτικός -αναφέρει- είχα μια ιδιαίτερη σχέση με το σχολείο όχι μόνο ως κτήριο, αλλά ως ζωντανό οργανισμό. Όταν αυτά τα σχολεία έπαψαν να λειτουργούν, δεν τα είδα ως άδεια κελύφη, αλλά ως χώρους φορτισμένους με παιδικές φωνές, ρυθμούς και ιστορίες. Η σιωπή τους δεν ήταν κενό· ήταν μνήμη».

Στόχος της έκθεσης δεν είναι να προκαλέσει νοσταλγία, ούτε να καταγράψει απλώς την εγκατάλειψη. Χωρίς καταγγελία ή διδακτισμό, θέτει ερωτήματα για τη φροντίδα, τη διατήρηση και την επανένταξη αυτών των χώρων στη σύγχρονη ζωή.

Σημαντικό είναι επίσης ότι η έκθεση φιλοξενήθηκε σε παραδοσιακά καφενεία από τον Βορρά στα Χανιά έως τον Νότο στη Σούγια, φέρνοντας τις φωτογραφίες πιο κοντά στις τοπικές κοινωνίες και ενισχύοντας τη ζωντανή επικοινωνία με τους θεατές.

«Η σιωπή των παλιών δημοτικών σχολείων δεν ήταν κενό· ήταν μνήμη»

Πώς γεννήθηκε η ιδέα του project «Από τον Βορρά στον Νότο – Στα Χνάρια της Μνήμης»;

Η ιδέα του project «Από τον Βορρά στον Νότο – Στα Χνάρια της Μνήμης» γεννήθηκε βιωματικά και όχι ως προσχεδιασμένο φωτογραφικό εγχείρημα. Προέκυψε από τη μακρόχρονη σχέση μου σαν καθηγητής με τον χώρο του σχολείου και από την εμπειρία της μετάβασης από τη ζωντάνια των γεμάτων αιθουσών, στη σιωπή των εγκαταλελειμμένων κτηρίων.

Η πρώτη συνάντηση με ένα παλιό σχολείο δεν λειτούργησε ως εικόνα εγκατάλειψης, αλλά ως αίσθηση συμπυκνωμένου χρόνου. Εκεί γεννήθηκε η ανάγκη να σταθώ απέναντι σε αυτούς τους χώρους με τη φωτογραφία, όχι για να τους καταγράψω, αλλά για να αφουγκραστώ ό,τι είχε απομείνει. Σταδιακά, η φωτογραφία μετατράπηκε σε εργαλείο μνήμης και προσωπικής αναζήτησης.

Με τα χρόνια, το έργο εξελίχθηκε σε μια ανοιχτή διαδρομή σε ολόκληρη την Ελλάδα, την Κύπρο και τη Σμύρνη, βασισμένη συχνά στην προφορική μνήμη και στις αφηγήσεις των ανθρώπων.

Έτσι, αυτό που ξεκίνησε ως προσωπική ανάγκη, μεταμορφώθηκε σε μια συλλογική αφήγηση για τον χρόνο, την εκπαίδευση και τα ίχνη που αφήνουμε στους χώρους που μας διαμόρφωσαν.

Τι σας ώθησε να εστιάσετε ειδικά στα παλιά δημοτικά σχολεία;

Τα παλιά δημοτικά σχολεία συμπυκνώνουν κάτι πολύ περισσότερο από την εκπαιδευτική τους λειτουργία. Το δημοτικό σχολείο είναι ο πρώτος δημόσιος χώρος που βιώνουμε ως παιδιά, ο τόπος όπου διαμορφώνονται οι πρώτες συλλογικές εμπειρίες, οι πρώτες μνήμες έξω από το οικογενειακό πλαίσιο. Είναι ένας χώρος βαθιά χαραγμένος μέσα μας. Τα χρόνια που περάσαμε σε αυτά, είναι σφραγίδες.

Παράλληλα, ως εκπαιδευτικός, είχα μια ιδιαίτερη σχέση με το σχολείο, όχι μόνο ως κτήριο, αλλά ως ζωντανό οργανισμό. Όταν αυτά τα σχολεία έπαψαν να λειτουργούν, δεν τα είδα ως άδεια κελύφη, αλλά ως χώρους φορτισμένους με παιδικές φωνές, ρυθμούς και ιστορίες. Η σιωπή τους δεν ήταν κενό· ήταν μνήμη.

Μέσα από αυτά, μπορούσα να μιλήσω όχι μόνο για την εγκατάλειψη των κτηρίων, αλλά για τον χρόνο, τη μνήμη και την κοινή εμπειρία που μας ενώνει. Φωτογραφίζοντάς τα, επιχειρώ να φωτίσω όχι μόνο αυτό που χάθηκε, αλλά και τη σημασία που είχε κάποτε για την ίδια την κοινότητα.

Ποιος είναι ο στόχος της έκθεσης;

Ο στόχος της έκθεσης δεν είναι να προκαλέσει νοσταλγία ούτε να καταγράψει απλώς την εγκατάλειψη. Είναι να δημιουργήσει έναν χώρο συνάντησης ανάμεσα στον θεατή, τη μνήμη και τον τόπο. Τα παλιά σχολεία λειτουργούν εδώ ως αφορμή για να ξανασκεφτούμε τι σημαίνει κοινότητα, εκπαίδευση και συλλογική ευθύνη. Χωρίς καταγγελία ή διδακτισμό, θέτει ερωτήματα για τη φροντίδα, τη διατήρηση και την επανένταξη αυτών των χώρων στη σύγχρονη ζωή.

Αν ο θεατής φύγει με την αίσθηση ότι αυτά τα κτήρια τον αφορούν προσωπικά -όχι ως παρελθόν, αλλά ως κομμάτι του παρόντος- τότε ο στόχος της έκθεσης έχει επιτευχθεί.

«Μου έχουν κάνει πρόταση να παρουσιαστεί η έκθεση στη Σμύρνη. Η Τέχνη πάντα ενώνει λαούς»

Γιατί εντάξατε και σχολεία της Σμύρνης;

Η ένταξη σχολείων της Σμύρνης στο έργο δεν έγινε για να διευρύνει γεωγραφικά τη διαδρομή, αλλά για να επεκτείνει το πεδίο της μνήμης. Η Σμύρνη αποτελεί έναν τόπο έντονα φορτισμένο ιστορικά και συναισθηματικά.

Τα σχολεία αυτά δεν έκλεισαν λόγω φυσικής φθοράς ή σταδιακής εγκατάλειψης, αλλά εξαιτίας ενός ιστορικού τραύματος: της Καταστροφής του 1922 και της υποχρεωτικής ανταλλαγής πληθυσμών που ακολούθησε με τη Συνθήκη της Λωζάννης.

Η παρουσία τους στο έργο λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι η μνήμη των σχολείων δεν αφορά μόνο τον χρόνο που περνά, αλλά και τον χρόνο που διακόπτεται βίαια.

Διευρύνουν το έργο από μια διαδρομή στον χώρο, σε μια διαδρομή στον ιστορικό χρόνο, υπενθυμίζοντας ότι η μνήμη της εκπαίδευσης είναι άρρηκτα δεμένη με τη μνήμη του τόπου, της απώλειας και της συλλογικής ταυτότητας.

Εδώ και χρόνια έχω επαφές με Τουρκοκρητικούς, οι παππούδες των οποίων έφυγαν από την Κρήτη ως αποτέλεσμα της συμφωνίας του 1923 για την υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών. Μου έχουν κάνει πρόταση να παρουσιαστεί η έκθεση «Από τον Βορρά στον Νότο – Στα Χνάρια της Μνήμης» στη Σμύρνη. Η Τέχνη πάντα ενώνει λαούς.

 «Μέσα από τη φωτογραφία, η απώλεια μετασχηματίζεται σε μια υπενθύμιση του τι οφείλουμε να διασώσουμε»

Υπάρχουν κοινά στοιχεία που εντοπίσατε σε σχολεία τόσο διαφορετικών περιοχών;

Κοινό στοιχείο είναι η λιτότητα της αρχιτεκτονικής τους, υπάρχουν βέβαια και εξαιρέσεις. Χτίστηκαν για να υπηρετήσουν μια ανάγκη της κοινότητας και όχι για να ξεχωρίσουν αισθητικά.

Ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα και ουσιαστικά κοινά στοιχεία είναι τα μεγάλα παράθυρα. Σχεδόν σε όλα τα σχολεία, ανεξάρτητα από τόπο και εποχή, ο σχεδιασμός τους υπηρετούσε συνειδητά το φως. Παράθυρα ψηλά, πλατιά, στραμμένα προς το τοπίο, σαν να υπενθύμιζαν ότι η μάθηση δεν περιορίζεται στους τέσσερις τοίχους της αίθουσας.

Δεν είναι τυχαίο ότι αυτή η εικόνα μού φέρνει στον νου το ποίημα του Γιάννη Ρίτσου: «Τα μεγάλα παράθυρα ζήλεψα, που άφηναν άπλετο το φως να μπαίνει». Σήμερα, ακόμη κι όταν τα τζάμια είναι σπασμένα και οι αίθουσες άδειες, τα παράθυρα συνεχίζουν να λειτουργούν ως σύμβολα ανοιχτότητας, γνώσης και ελπίδας. Είναι ίσως το στοιχείο που αντιστέκεται περισσότερο στη φθορά και κρατά τον χώρο ζωντανό στη μνήμη.

Τι σημαίνει για σας ο όρος «μνήμη» και «απώλεια» μέσα από τη φωτογραφία;

Για μένα η μνήμη, μέσα από τη φωτογραφία, δεν είναι μια αναπαράσταση του παρελθόντος, αλλά μια ενεργή διαδικασία. Η μνήμη δεν βρίσκεται μόνο σε ό,τι απεικονίζεται, αλλά στη σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα στην εικόνα και σε αυτόν που τη βλέπει.

Η απώλεια, αντίστοιχα, δεν λειτουργεί ως τέλος. Είναι η συνθήκη που κάνει τη μνήμη αναγκαία. Στα εγκαταλελειμμένα σχολεία, η απουσία ανθρώπων, ήχων και καθημερινότητας γίνεται ορατή, αλλά δεν είναι κενή. Μέσα από τη φωτογραφία, η απώλεια μετασχηματίζεται σε επίγνωση: σε μια υπενθύμιση του τι υπήρξε, αλλά και του τι οφείλουμε να διασώσουμε.

 «Στα καφενεία που έγινε η έκθεση, μπόρεσαν να τις δουν άνθρωποι που ίσως δεν θα επισκέπτονταν ποτέ έναν εκθεσιακό χώρο»

Επιστρέψατε σε σχολεία που είχατε φωτογραφήσει μέσα σ’ αυτά τα χρόνια, για να δείτε την τύχη τους;

Ναι, έχω επιστρέψει σε σχολεία που είχα φωτογραφήσει μέσα στα χρόνια, όχι για να τεκμηριώσω απλώς την κατάστασή τους, αλλά για να συνομιλήσω ξανά με τον χρόνο και τη μνήμη που φέρουν. Πάντα έχουν κάτι καινούργιο να μου πουν. Κάθε επανεπίσκεψη αποκάλυπτε νέες φθορές, μικρές αλλαγές ή ακόμα και την πλήρη εγκατάλειψη, δημιουργώντας έναν διάλογο ανάμεσα στο τότε και το τώρα.

Σε κάποια σχολεία έχω επιστρέψει πάρα πολλές φορές. Προσπαθώ να καταλάβω ποιος είναι ο υποσυνείδητος λόγος που με ελκύει τόσο πολύ στα συγκεκριμένα, δεν το έχω καταφέρει ακόμα.

Πώς αντέδρασαν οι τοπικές κοινωνίες όταν παρουσιάσατε το έργο σε παραδοσιακά καφενεία;

Η ανταπόκριση των τοπικών κοινωνιών ήταν αφοπλιστικά ζεστή. Στα καφενεία η εικόνα δεν στέκεται σαν έργο προς θαυμασμό, στέκεται σαν αφορμή για κουβέντα, για συναίσθημα. Ήταν εμφανές ότι οι εκθέσεις δεν προκαλούσαν μόνο νοσταλγία, αλλά ενεργοποιούσαν τη συλλογική μνήμη. Κάθε συζήτηση γύρω από έναν τοίχο με φωτογραφίες γινόταν μια μικρή «αναβίωση» του παρελθόντος, όπου οι θαμώνες συμμετείχαν ενεργά, γελούσαν, συγκινούνταν ή ακόμα και προβληματίζονταν για όσα χάθηκαν.

Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο είναι ότι στα καφενεία μπόρεσαν οι φωτογραφίες να ιδωθούν από ανθρώπους που ίσως δεν θα επισκέπτονταν ποτέ έναν εκθεσιακό χώρο.

Τώρα προχωράτε σε μια μεγάλη έκθεση στον Πολυχώρο της Δημοτικής Πινακοθήκης Ηρακλείου. Πώς βιώνετε αυτή τη μετάβαση;

Η επιλογή να παρουσιαστεί η έκθεση «Από τον Βορρά στον Νότο – Στα Χνάρια της Μνήμης» αρχικά μέσα στα καφενεία, δεν έρχεται σε αντίθεση με τη σημασία των γκαλερί· αντίθετα, τη συμπληρώνει.

Η μεγάλη έκθεση στον Πολυχώρο της Δημοτικής Πινακοθήκης Ηρακλείου αποτελεί μια νέα, καθοριστική φάση. Εδώ, το έργο αποκτά τη θεσμική του στέγη· παρουσιάζεται με ενιαία αφήγηση, μελετημένη χωρική οργάνωση, με καινούργιες φωτογραφίες, με εκτυπώσεις σε διαφορετικά μεγέθη και υλικά, και την ηρεμία ενός χώρου αφιερωμένου στην τέχνη.

Αν τα καφενεία έφεραν τις φωτογραφίες στο κέντρο της καθημερινότητας, η Πινακοθήκη τις τοποθετεί στον άξονα ενός ευρύτερου καλλιτεχνικού και ιστορικού διαλόγου. Οι γκαλερί είναι οι Ναοί της Τέχνης.

 «Η συνέχεια δεν αφορά μόνο νέες φωτογραφίσεις, αλλά και την ενεργοποίηση της μνήμης στις κοινότητες και τα σχολεία»

Ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση αυτής της μακρόχρονης έρευνας;

Η πρόκληση αυτής της μακρόχρονης έρευνας δεν ήταν η τεχνική πλευρά της φωτογραφίας, αλλά η ίδια η φύση του χρόνου και της μνήμης που επιχειρούσα να καταγράψω. Κάθε σχολείο που επισκεπτόμουν δεν ήταν απλώς ένα κτήριο· ήταν χώρος όπου είχε ζήσει ανθρώπινη παρουσία, όπου η παιδική ζωή είχε αφήσει ίχνη που τώρα υπήρχαν μόνο μέσα στη μνήμη και στη σιωπή των τοίχων.

Το δύσκολο ήταν να αναγνωρίσω και να σεβαστώ αυτά τα ίχνη, να τα φέρω στο φως χωρίς να τα παραμορφώσω ή να τα σκηνοθετήσω.

Ήθελα να συνδυάσω την καταγραφή με την καλλιτεχνική αφήγηση, να κάνω τη φωτογραφία πράξη μνήμης και όχι απλή εικόνα. Αυτή ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση.

Θα έχει και συνέχεια;

Ναι, το έργο έχει συνέχεια. Η «συνομιλία» με τα εγκαταλελειμμένα σχολεία δεν κλείνει με το λεύκωμα «Αναμνήσεις στη Σκόνη» ή την τρέχουσα έκθεση.

Η συνέχεια δεν αφορά μόνο νέες φωτογραφίσεις, αλλά και την ενεργοποίηση της μνήμης στις κοινότητες: νέες παρουσιάσεις, σχολεία που επισκέπτονται την έκθεση, συζητήσεις για την εκπαίδευση, την επαρχία και την ταυτότητα των τόπων.

«Η μνήμη δεν είναι ένα ταξίδι στο παρελθόν∙ είναι το κλειδί για να καταλάβουμε το παρόν και να ονειρευτούμε το μέλλον»

Αν έπρεπε να συνοψίσετε όλη αυτή τη δεκατριάχρονη διαδρομή (που συνεχίζεται) σε μία φράση, ποια θα ήταν;

«Η μνήμη δεν είναι ένα ταξίδι στο παρελθόν∙

είναι το κλειδί για να καταλάβουμε το παρόν

και να ονειρευτούμε το μέλλον».

Η ιστοσελίδα του Νίκου Μπασιά: www.nikosbasias.com

Instagram: https://www.instagram.com/nikos.basias.photography

Facebook: https://www.facebook.com/mrsougia.chania

«Η φωτογραφία που έγινε σκάλα στη μνήμη ενός παλιού μαθητή»

 Υπήρξε κάποια προσωπική ιστορία ή συνάντηση που σας σημάδεψε ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια αυτής της διαδρομής;

Ναι, πολλές. Σε μία από αυτές, θυμάμαι έναν ηλικιωμένο κύριο στη Σούγια, που κοίταζε μια φωτογραφία μου για πολλή ώρα. Ύστερα γύρισε και μου είπε: «Το ξέρεις ότι αυτά τα αλμυρίκια στην παραλία που βρίσκει σκιά ο κόσμος, τα φυτέψαμε εμείς οι μαθητές; Και μάλιστα ο κάθε μαθητής είχε υπό την προστασία του το δέντρο που φύτεψε, μας το είχε αναθέσει ο δάσκαλος».

Εκείνη τη στιγμή, το έργο είχε νόημα. Η φωτογραφία έγινε σκάλα στη μνήμη του.

Στον Πολυχώρο της Δημοτικής Πινακοθήκης Ηρακλείου έως τις 27 Φεβρουαρίου

Η έκθεση με τίτλο «Από τον Βορρά στον Νότο – Στα Χνάρια της Μνήμης», φιλοξενείται στον Πολυχώρο – Γκαλερί της Δημοτικής Πινακοθήκης, Χρυσοστόμου 8, Ηράκλειο.

Θα διαρκέσει μέχρι την Παρασκευή 27/2, περιλαμβάνει φωτογραφίες από δημοτικά σχολεία σε όλη την Ελλάδα, την Κύπρο και τη Σμύρνη, χαρτογραφώντας την ιστορία και τη μνήμη μέσα από τα κτήρια που αποτέλεσαν κέντρα κοινότητας και εκπαίδευσης.

Ώρες λειτουργίας: Δευτέρα έως Παρασκευή, από 10.00 – 14.00 & 18.00 – 21.00

«Από το Βορρά στο Νότο – Στα Χνάρια της Μνήμης» Φωτογραφική έκθεση του Νίκου Μπασιά

Είσοδος: Ελεύθερη

Επικοινωνία για επισκέψεις σχολείων κ.λπ.

Πληροφορίες & Επικοινωνία: Τηλ: 2810339067, E-mail: [email protected]

Ιστοσελίδα Πινακοθήκης:

«Από το Βορρά στο Νότο – Στα Χνάρια της Μνήμης» Φωτογραφική έκθεση του Νίκου Μπασιά