Στο Ηράκλειο υπηρετεί η πρωτοδίκης στην οποία η Πειθαρχική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου «έδειξε» την πόρτα της εξόδου από το Δικαστικό Σώμα, καθώς της καταλογίζεται ότι συστηματικά καθυστερούσε την έκδοση αποφάσεων, έως και 2,5 χρόνια σε κάποιες περιπτώσεις, ενώ οι εκκρεμείς δικογραφίες στα χέρια της ξεπερνούσαν τις 250, με κίνδυνο ακόμα και παραγραφής.
Η απόφαση «απόλυσης» της συγκεκριμένης πρωτοδίκη μπορεί να είναι σκληρή για την ίδια, δεν ήταν ωστόσο κάτι που εξέπληξε συναδέλφους της, δικαστικούς υπαλλήλους αλλά και δικηγόρους στο Ηράκλειο. Η κατάσταση με τις εκκρεμείς δικογραφίες ήταν πια γνωστή, υπήρχαν παράπονα και έντονες διαμαρτυρίες, ενώ το τελευταίο εξάμηνο ο Άρειος Πάγος ζητούσε, στο πλαίσιο ελέγχου, επιτακτικά αναφορά των εκκρεμών υποθέσεων που είχε.
Δικηγόροι του Ηρακλείου πάντως δεν κρύβουν την ανησυχία τους για την τύχη υποθέσεων τους, τις οποίες είχε χρεωθεί εδώ και καιρό η εν λόγω δικαστής. Περίμεναν πώς και πώς τις αποφάσεις, κυρίως σε αστικής φύσεως υποθέσεις, και τώρα βρίσκονται ξεκρέμαστοι… Νομικοί κύκλοι τονίζουν ότι για όσες υποθέσεις δεν είχε εκδοθεί απόφαση, θα πρέπει να επαναπροσδιοριστούν με πράξη προέδρου, να εκφωνηθούν ξανά και να χρεωθούν σε άλλους δικαστές.
Στην συγκεκριμένη δικαστή είχαν γίνει αλλεπάλληλες συστάσεις τόσο κατά τη θητεία της στο Ηράκλειο, όσο και κατά την θητεία της στον Πειραιά, όπου και εκεί φέρεται να είχαν δημιουργηθεί σοβαρά προβλήματα εξαιτίας των σοβαρών καθυστερήσεων από μέρους της.
Σύμφωνα με το dikastiko.gr, την 48μελή εμβόλιμη Πειθαρχική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, υπό την πρόεδρό της Ιωάννα Κλάπα-Χριστοδουλέα και με τη συμμετοχή της Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίας Αδειλίνη, την απασχόλησε το ερώτημα της οριστικής παύσης της πρωτοδίκου, για ανεπάρκεια άσκησης του δικαστικού λειτουργήματος, λόγω των πολλών καθυστερήσεων στην έκδοση αποφάσεων για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Η συγκεκριμένη πρωτοδίκης φέρεται να καθυστερούσε την έκδοση αποφάσεων από 14 μήνες έως 2,5 χρόνια, ενώ οι εκκρεμείς δικογραφίες κυμαίνονταν από 81 έως 275, με κίνδυνο σε κάποιες από τις υποθέσεις αυτές να επέλθει παραγραφή.
Κατά την εισηγήτρια αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσίμαγκλη, λόγω των καθυστερήσεων στις πόλεις όπου υπηρετούσε, υπήρχαν έγγραφες και τηλεφωνικές διαμαρτυρίες δικηγόρων και πολιτών για τις μεγάλες εκκρεμότητες που είχε. Την περίοδο που υπηρετούσε στον Πειραιά, της αφαιρέθηκαν 59 δικογραφίες προκειμένου να χρεωθούν σε άλλους συναδέλφους της, καθώς υπήρχε κίνδυνος παραγραφής αδικημάτων και της ζητήθηκε να επιστρέψει τις δικογραφίες. Ωστόσο, οι δικογραφίες δεν παραδόθηκαν και υπεβλήθη μηνυτήρια αναφορά σε βάρος της για υπεξαίρεση εγγράφων, ενώ διατυπώθηκε η άποψη να διαταχθεί έρευνα στο σπίτι της προκειμένου να κατασχεθούν οι δικογραφίες.
Τελικά, οι δικογραφίες αυτές παραδόθηκαν από την πρωτοδίκη στον προϊστάμενό της, ωστόσο μία δικογραφία δεν επιστράφηκε ποτέ, αλλά και η ίδια δεν απάντησε εάν την έχει χάσει ή όχι, με αποτέλεσμα να γίνει αυτεπάγγελτη ανασύσταση της χαμένης δικογραφίας. Κατά την απολογία της η πρωτοδίκης υποστήριξε ότι είχε χρεωθεί μεγάλο όγκο υποθέσεων, ήταν άπειρη και αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας.
Ανάλογη κατάσταση είχε διαμορφωθεί και στο Ηράκλειο, όπως αναφέρεται, καθώς της αφαιρέθηκαν 44 υποθέσεις και της ζητήθηκε και πάλι να επιστρέψει 25 που είχε στα χέρια της, αλλά δεν τις επέστρεψε μέχρι την ημέρα συνεδρίασης της Πειθαρχικής Ολομέλειας, παρά το γεγονός ότι κρινόταν η απόλυσή της.
Κατά την απολογία της η πρωτοδίκης φέρεται να ισχυρίστηκε ότι είχε χρεωθεί μεγάλο όγκο υποθέσεων, γεγονός που, σε συνδυασμό με την απειρία της και τα προβλήματα υγείας που αντιμετώπισε, ήταν κάτι που είχε ως αποτέλεσμα την καθυστέρηση έκδοσης αποφάσεων.
Η πρωτοδίκης ομόφωνα τέθηκε εκτός δικαστικού σώματος, διατηρώντας όμως το δικαίωμα να απασχοληθεί στο Δημόσιο ως υπάλληλος.
