Δολοφονία Αλέκου Δασκαλάκη: «Άκουσα τη μηχανή του, τις φωνές και μετά σιωπή…» – Η μαρτυρία του Αλβανού εργάτη για τον θάνατο του Προέδρου

Ο θάνατος του 49χρονου προέδρου της κοινότητας στο Απεσωκάρι Ηρακλείου, Αλέξανδρου Δασκαλάκη, επανέρχεται στο μικροσκόπιο των αρχών, μετά το ιατροδικαστικό πόρισμα που «δείχνει» ανθρωποκτονία, ανατρέποντας πλήρως τα αρχικά δεδομένα.

H υπόθεση που αρχικώς είχε αντιμετωπιστεί ως ατύχημα έλαβε άλλη διάσταση μετά το αποκαλυπτικό ρεπορτάζ της εφημερίδας “Πατρίς” στις 16 Απριλίου 2026, την αποκάλυψη από το patris.gr του ιατροδικαστικού πορίσματος που μιλούσε για “πιθανή ανθρωποκτονία” και τη δημοσιοποίηση από την εφημερίδα “Πατρίς” και το patris.gr των emails που είχε στείλει σε Εισαγγελία και Αστυνομία ο φίλος του εκλιπόντος προέδρου Μανώλης Προβιδάκης ενώ ο Αλέκος Δασκαλάκης νοσηλευόταν εγκεφαλικά νεκρός στο Βενιζέλειο.

Το πρώτο email έφυγε 18 Μαρτίου και τα επόμενα μετά τον θάνατό του δηλαδή εκείνος πέθανε στις 23 Μαρτίου και τα ηλεκτρονικά μηνύματα ταχυδρομήθηκαν 2 Απριλίου.

Στην κάμερα της εκπομπής της Αγγελικής Νικολούλη “Φως στο Τούνελ”,  που πήγε στο σημείο όπου συνέβησαν όλα, μίλησε ο Αλβανός εργάτης που εκείνη την ημέρα δούλευε στα χωράφια του και περίμενε να του πάει τον καφέ και το τοστ που βρέθηκαν πεταμένα στην άκρη του δρόμου.

Ο Αλέκος, ωστόσο, δεν έφτασε ποτέ. Φέρεται να δέχτηκε επίθεση και να κατευθύνθηκε προς το σπίτι του — μια απόσταση περίπου ενάμιση λεπτού — όπου και τον εντόπισε τραυματισμένο η σύζυγός του.

«Το πρωί εκείνης της ημέρας ήμουν σε άλλο χωράφι. Όταν τελείωσα, πήγα στο σπίτι του. Επειδή είχα μαζί μου το ποδήλατό μου, το βάλαμε στην καρότσα του αγροτικού και με μετέφερε στο χωράφι όπου θα δούλευα. Μου έδειξε τα όρια και έφυγε. Πριν φύγει, μου είπε ότι θα μου φέρει καφέ μεταξύ 11:30 και 12:00 και ξεκίνησα τη δουλειά.

Έφτασε μεσημέρι και εκείνος δεν είχε εμφανιστεί. Κάποια στιγμή άκουσα έναν θόρυβο από παπάκι και νόμισα πως ήταν ο Αλέκος. Άκουσα φωνές, ένα “εεε!”. Περίμενα λίγο και συνέχισα τη δουλειά μου», αναφέρει χαρακτηριστικά ο εργάτης.

Όταν γύρω στις τέσσερις το απόγευμα έφυγε με το ποδήλατό του, περίπου τριακόσια μέτρα πιο κάτω στον δρόμο, εντόπισε πεταμένο έναν καφέ και μια σακούλα με τοστ.

«Δεν σκέφτηκα ότι μπορεί να ήταν αυτά που θα μου έφερνε, γιατί ήταν ο πρόεδρος του χωριού. Σκέφτηκα ότι αν είχε συμβεί κάτι σε εκείνον, θα είχε αναστατωθεί όλο το χωριό. Την επόμενη ημέρα πήγα σε άλλο χωράφι του Αλέκου, όπως είχαμε κανονίσει. Τον περίμενα μέχρι τις δέκα-δέκα και μισή, αλλά δεν εμφανίστηκε. Τότε πήγα στο καφενείο και ρώτησα αν τον είχαν δει. Με κοίταξαν περίεργα και μου είπαν: “Δεν έμαθες ότι ο Αλέκος είναι στο νοσοκομείο;” Το βράδυ, ήρθε η αδερφή του και με ρώτησε αν μου είχε φέρει καφέ την προηγούμενη ημέρα. Αργότερα, ο γαμπρός του μου ζήτησε να πάμε στο σημείο. Εκεί του έδειξα τα αντικείμενα στον δρόμο. Τα μάζεψε ο ίδιος, εγώ δεν τα άγγιξα, και στη συνέχεια πήγε στο καφενείο, όπου του είπαν ότι πράγματι τα είχε πάρει από εκεί».

Ο ίδιος σημειώνει πως ο 49χρονος ήταν εξαιρετικός εργοδότης, συνεπής στα οικονομικά τους και πάντα τον φρόντιζε, φέρνοντάς του καφέ και φαγητό.

«Εκείνη την ημέρα δεν είδα κανέναν άλλον στο χωράφι, καθώς ήμουν μόνος μου μέσα σε αυτό. Με ρώτησαν αν είδα πρόβατα, αλλά δεν υπήρχαν — θα τα είχα αντιληφθεί σίγουρα. Ούτε άλλος εργάτης βρισκόταν κοντά. Η αστυνομία γνωρίζει όλα όσα σας λέω, καθώς με έχει καλέσει τέσσερις φορές», καταλήγει.