Ασφυκτιούν οι μικρομεσαίοι επιχειρηματίες στην Κρήτη – Τους «πνίγουν» παλιά και νέα χρέη

Με τη «θηλιά στον λαιμό» δίνει τη μάχη η μικρομεσαία επιχειρηματικότητα στην Κρήτη, σε μια από τις δυσκολότερες περιόδους των τελευταίων δεκαετιών. Οι μικρομεσαίοι επιχειρηματίες του νησιού βρίσκονται αντιμέτωποι με φορολογικές επιβαρύνσεις, συσσωρευμένα χρέη, περιορισμένη πρόσβαση σε χρηματοδότηση και έναν ανταγωνισμό που -όπως καταγγέλλουν- δεν διεξάγεται με ίσους όρους.

Μιλώντας στο patris.gr, ο πρόεδρος του Εμπορικού Συλλόγου Ηρακλείου, Μενέλαος Σκουλούδης, τονίζει ότι πάνω από το 60% των μικρομεσαίων δεν μπορεί να εξασφαλίσει φορολογική και ασφαλιστική ενημερότητα, γεγονός που τους αποκλείει από προγράμματα, ρυθμίσεις και τραπεζική χρηματοδότηση.

Ο πρόεδρος της Ομοσπονδίας Εμπορικών Συλλόγων Κρήτης, Γιώργος Πολιουδάκης, περιγράφει μια αγορά σε κατάσταση παρατεταμένης ασφυξίας.

«Η στρόφιγγα των τραπεζών έχει κλείσει για τους μικρομεσαίους. Μιλάμε για επιχειρήσεις που στηρίζουν την τοπική οικονομία, που απασχολούν εργαζόμενους, που συντηρούν ασφαλιστικά ταμεία. Και όμως, σήμερα δεν έχουν πρόσβαση σε κεφάλαιο κίνησης για να επιβιώσουν», επισημαίνει.

Σύμφωνα με τον ίδιο, η αυστηρότητα στις ρυθμίσεις -όπως στις 120 δόσεις- δεν αφήνει κανένα περιθώριο λάθους. Με την πρώτη απλήρωτη δόση, η ρύθμιση χάνεται και το σύνολο των οφειλών καθίσταται άμεσα απαιτητό. «Ζητούμε μια πιο δίκαιη προσέγγιση. Αν κάποιος χάσει τέσσερις ή πέντε δόσεις, να μπορεί να τις καλύψει και να συνεχίσει.Όχι να τιμωρείται με οριστική απώλεια της ρύθμισης», σημειώνει ο κ. Πολιουδάκης.

Αιχμηρός εμφανίζεται ο πρόεδρος του Εμπορικού Συλλόγου Ηρακλείου, Μενέλαος Σκουλούδης, επιρρίπτοντας ευθύνες στην Κυβέρνηση και στις επιλογές της.

Όπως αναφέρει, η φορολόγηση με τεκμαρτά εισοδήματα οδηγεί σε τεχνητή αύξηση του δηλωθέντος εισοδήματος, ανεβάζοντας τη φορολογική κλίμακα και εκτοξεύοντας τους φόρους.

«Οι μικρομεσαίοι καλούνται να πληρώσουν για εισοδήματα που δεν έχουν. Η Κυβέρνηση επιμένει σε ένα μοντέλο φορολόγησης, που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματική εικόνα της αγοράς. Αυτό δημιουργεί ασφυξία σε καθημερινή βάση», τονίζει.

Πολλά βάρη

Οι περισσότερες επιχειρήσεις κουβαλούν βάρη από την περίοδο των μνημονίων, ενώ η πανδημία του Covid δημιούργησε νέα χρέη που δεν έχουν ακόμη αποπληρωθεί.

Την ίδια στιγμή, η αύξηση του «τεκμαρτού» εισοδήματος στερεί από πολλούς επαγγελματίες τη δυνατότητα να χαρακτηριστούν ευάλωτοι δανειολήπτες ή να ενταχθούν σε κοινωνικά προγράμματα.

«Από τη μία μάς αποκαλούν ραχοκοκαλιά της οικονομίας. Από την άλλη, οι πολιτικές επιλογές μάς εξαντλούν οικονομικά και μας αποκλείουν από κάθε δίχτυ προστασίας», τονίζει ο κ. Σκουλούδης.

Ο ίδιος επισημαίνει ότι το κράτος θεωρεί λανθασμένα τους μικρομεσαίους πλούσιους και κατ’ αυτήν την έννοια, τους θέτει έξω από οτιδήποτε ευνοϊκό, τονίζοντας: «Δεν μπορούμε να θεωρηθούμε ευάλωτοι δανειολήπτες, δεν μπορούμε να πάρουμε καν ούτε επίδομα παιδιών».

Το κράτος, σύμφωνα με τον πρόεδρο του Εμπορικού Συλλόγου Ηρακλείου, δεν ενισχύει τη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα, που αποτελεί τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας. Όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει ο κ. Σκουλούδης: «Στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, εργάζεται το 85% των Ελλήνων, είμαστε εμείς που στηρίζουμε το φορολογικό σύστημα, τα ασφαλιστικά ταμεία. Αλλά πλέον αντιμετωπίζουμε προβλήματα επιβίωσης των επιχειρήσεών μας».

Αθέμιτος ανταγωνισμός από το εξωτερικό

Σοβαρό πλήγμα, σύμφωνα με τους εκπροσώπους των εμπόρων, προκαλεί και η ανεξέλεγκτη –όπως τη χαρακτηρίζουν- ροή προϊόντων από τρίτες χώρες, μέσω μεγάλων ηλεκτρονικών πλατφορμών. Δισεκατομμύρια μικροδέματα φθάνουν στην ευρωπαϊκή αγορά με ελάχιστες επιβαρύνσεις, δημιουργώντας ένα περιβάλλον άνισου ανταγωνισμού για τα τοπικά καταστήματα που πληρώνουν φόρους, ΦΠΑ, ασφαλιστικές εισφορές και λειτουργικά κόστη.

Το ίδιο, όμως, συμβαίνει και με αλυσίδες πολυεθνικών που έχουν καταστήματα στην Ελλάδα, αφού, όπως επισημαίνει ο κ. Σκουλούδης: «Δεν φορολογούνται εδώ, αλλά στη χώρα τους. Έτσι, έχουν να πληρώσουν για τους εργαζόμενους και τα ακίνητα που χρησιμοποιούν».

Κοντά σε αυτά, ιδιαίτερα στα καταστήματα ένδυσης και υπόδησης που έχουν μειωθεί κατά πολύ, υπάρχει ανταγωνισμός από το Διαδίκτυο και τις λαϊκές αγορές.

«Ακόμη και να κλείσουμε, δεν σωζόμαστε»

Το πιο δραματικό στοιχείο είναι ότι πολλοί καταστηματάρχες διατηρούν ανοιχτές τις επιχειρήσεις τους όχι επειδή αντέχουν, αλλά επειδή δεν έχουν εναλλακτική. Τα χρέη παραμένουν, οι δόσεις «τρέχουν», ενώ σε αρκετές περιπτώσεις δεσμεύεται και η προσωπική περιουσία.

«Αν κλείσω το κατάστημα και έχω 800 ή 900 ευρώ τον μήνα σε υποχρεώσεις, πώς θα πληρώσω τα χρέη και πώς θα ζήσει η οικογένειά μου;», διερωτάται ο κ. Σκουλούδης, θέτοντας ένα ερώτημα που –όπως λέει- απασχολεί εκατοντάδες επαγγελματίες στο νησί. Γιατί, αν κλείσει την επιχείρησή του, θα συνεχίσει να μην έχει ασφαλιστική και φορολογική ενημερότητα, αλλά και πού θα βρει δουλειά και πόσο μισθό θα πρέπει να παίρνει για να πληρώνει τα χρέη, αλλά και να συντηρεί την οικογένειά του.

Σύμφωνα με τον ίδιο, η λύση θα έπρεπε να αναζητηθεί σε άμεση επανεξέταση του φορολογικού πλαισίου, ουσιαστική πρόσβαση στη χρηματοδότηση και πιο ευέλικτες ρυθμίσεις για τα συσσωρευμένα χρέη. Διαφορετικά, προειδοποιούν, η μικρομεσαία επιχειρηματικότητα – η πραγματική ραχοκοκαλιά της οικονομίας- κινδυνεύει να λυγίσει οριστικά.