Ακριβό το λάδι για τους καταναλωτές

Οι τιμές του ελαιολάδου δεν καθορίζονται στην Ελλάδα. Κι όμως, οι Έλληνες καταναλωτές ήταν εκείνοι που κλήθηκαν να πληρώσουν ακριβότερα τον «υγρό χρυσό», χωρίς το αντίστοιχο όφελος να φτάσει τελικά στις τσέπες εκείνων που τον παράγουν.

Η ανατίμηση αποτυπώθηκε καθαρά στα στοιχεία της Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ) και της Έρευνας Οικογενειακών Προϋπολογισμών αφού όπως διαπιστώθηκε η δαπάνη των νοικοκυριών για ελαιόλαδο αυξήθηκε αισθητά, ενώ καταγράφηκαν μετατοπίσεις στην καταναλωτική συμπεριφορά, με περιορισμό ποσοτήτων ή στροφή σε φθηνότερες επιλογές.

Καταγράφηκαν δε στα πλαίσια της  διερεύνησης των συνθηκών ανταγωνισμού στην αγροδιατροφική αλυσίδα από την επιτροπή ανταγωνισμού.

Όπως φαίνεται από τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν το ελαιόλαδο παραμένει βασικό αγαθό για την ελληνική οικογένεια, όμως η επιβάρυνση στον προϋπολογισμό είναι πλέον εμφανής. Η τιμή στο ράφι ακολουθεί τη διεθνή τάση, ενώ η ένταση της επίπτωσης διαμορφώνεται από τον βαθμό ανταγωνισμού και τις εμπορικές στρατηγικές στη λιανική. Το κρίσιμο ερώτημα, ωστόσο, είναι πού τελικά κατευθύνθηκε η υπεραξία αυτής της ανόδου.

Η έρευνα της Επιτροπή Ανταγωνισμού δείχνει ότι η Ελλάδα δεν κρατά το «τιμόνι» στη διαμόρφωση των τιμών παραγωγού. Στην ευρωπαϊκή αγορά ελαιολάδου, η ιεραρχία είναι σαφής. Η Ισπανία λειτουργεί ως διαμορφωτής των διεθνών τιμών. Ως ο μεγαλύτερος παραγωγός παγκοσμίως, οι διακυμάνσεις της παραγωγής της – ιδίως σε περιόδους ξηρασίας ή κλιματικής πίεσης – καθορίζουν το γενικό επίπεδο τιμών σε ολόκληρη τη Μεσόγειο.

Η Ελλάδα, αντίθετα, εμφανίζεται ως αποδέκτης τιμών. Οι εγχώριες τιμές παραγωγού δεν διαμορφώνονται αυτόνομα, αλλά προσαρμόζονται στις τάσεις που έχουν ήδη διαμορφωθεί στις μεγάλες αγορές. Με άλλα λόγια, η ελληνική αγορά ακολουθεί το διεθνές θερμόμετρο τιμών, χωρίς να έχει τη δυνατότητα να το επηρεάσει ουσιαστικά.

Αυτό σημαίνει ότι όταν η ισπανική παραγωγή μειώνεται και οι διεθνείς τιμές ανεβαίνουν, η άνοδος μεταφέρεται αναπόφευκτα και στην Ελλάδα. Όμως η μετακύλιση αυτή δεν συνεπάγεται αυτομάτως και αντίστοιχη ενίσχυση του εισοδήματος των Ελλήνων παραγωγών, οι οποίοι λειτουργούν μέσα σε ένα πλαίσιο περιορισμένης διαπραγματευτικής ισχύος.

Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι σύνθετη αλλά σαφής και έχει τρεις βασικές διαστάσεις: οι τιμές του ελαιολάδου καθορίζονται σε μεγάλο βαθμό εκτός ελληνικών συνόρων, οι Έλληνες καταναλωτές επιβαρύνθηκαν σημαντικά και οι παραγωγοί δεν αποκόμισαν κατ’ ανάγκη το αντίστοιχο όφελος. Το εθνικό μας προϊόν λειτουργεί μέσα σε ένα παγκοσμιοποιημένο σύστημα τιμολόγησης, όπου η χώρα περισσότερο προσαρμόζεται παρά διαμορφώνει τους όρους του παιχνιδιού.

Αστάθεια στην παραγωγή και γεωγραφική συγκέντρωση

Η δεκαετής πορεία της ελληνικής παραγωγής χαρακτηρίζεται από έντονες διακυμάνσεις. Οι κλιματικές συνθήκες, οι προσβολές από τον δάκο και τα ακραία καιρικά φαινόμενα προκαλούν μεγάλες διαφορές από έτος σε έτος. Σε ορισμένες περιόδους, η πτώση της εγχώριας παραγωγής συνέπεσε με διεθνή περιορισμό της προσφοράς, εντείνοντας τις ανατιμητικές πιέσεις.

Παράλληλα, η παραγωγή συγκεντρώνεται γεωγραφικά κυρίως στην Κρήτη, την Πελοπόννησο και τη Δυτική Ελλάδα. Αυτή η συγκέντρωση σημαίνει ότι τοπικά φαινόμενα μπορούν να επηρεάσουν δυσανάλογα τη συνολική εθνική προσφορά, αυξάνοντας τη μεταβλητότητα και καθιστώντας την αγορά πιο ευάλωτη σε σοκ.

Ανταγωνισός  χωρίς συντονισμό στη λιανική

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ανάλυση της λιανικής. Η έρευνα της Επιτροπής Ανταγωνισμού δεν εντόπισε ενδείξεις συντονισμένης συμπεριφοράς μεταξύ των μεγάλων αλυσίδων σούπερ μάρκετ. Οι στρατηγικές τιμολόγησης εμφανίζουν ανομοιογένεια, ιδίως μεταξύ χαμηλών και υψηλών επιπέδων τιμών.

Ωστόσο, διαπιστώθηκε ισχυρή συσχέτιση τιμών μεταξύ διαφορετικών brands στο ίδιο κατάστημα. Με άλλα λόγια, ο ανταγωνισμός φαίνεται να εντείνεται εντός του ραφιού: όταν τα προϊόντα είναι άμεσα συγκρίσιμα, οι επιχειρήσεις προσαρμόζουν πιο επιθετικά τις τιμές τους.

Η «μάχη» επομένως δίνεται περισσότερο ανάμεσα σε ετικέτες παρά ανάμεσα σε αλυσίδες. Η ελληνική εφοδιαστική αλυσίδα χαρακτηρίζεται από μεγάλο αριθμό ελαιοπαραγωγών, συνεταιριστικές και ιδιωτικές μονάδες, τυποποιητικές επιχειρήσεις και έντονο εξαγωγικό προσανατολισμό. Η κατακερματισμένη παραγωγική βάση, ωστόσο, περιορίζει τη διαπραγματευτική ισχύ των παραγωγών, ιδίως όταν η διεθνής τιμή διαμορφώνεται εκτός Ελλάδας.

Έτσι, παρά τον εθνικό και συμβολικό χαρακτήρα του προϊόντος, η ελληνική αγορά λειτουργεί μέσα σε ένα παγκοσμιοποιημένο πλαίσιο τιμολόγησης, στο οποίο η χώρα δεν κρατά το «τιμόνι».

Κεντρική η θέση της Κρήτης  στον εθνικό χάρτη του ελαιολάδου

Η Κρήτη κατέχει κεντρική θέση στον εθνικό χάρτη του ελαιολάδου, τόσο σε επίπεδο παραγωγής όσο και μεταποίησης. Σύμφωνα με τα στοιχεία της κατανομής παραγωγικής δύναμης ανά Περιφέρεια, το νησί συμμετέχει με 24% της συνολικής ελληνικής παραγωγής, γεγονός που το κατατάσσει δεύτερο πανελλαδικά μετά την Πελοπόννησο (32%) και μπροστά από τη Στερεά Ελλάδα (22%). Με απλά λόγια, σχεδόν ένα στα πέντε λίτρα ελληνικού ελαιολάδου παράγεται στην Κρήτη, επιβεβαιώνοντας τη βαρύτητα του νησιού στον πρωτογενή τομέα.

Η ισχύς της Κρήτης όμως δεν περιορίζεται στην παραγωγή. Τα στοιχεία για τις τυποποιητικές μονάδες ελαιολάδου δείχνουν ότι το νησί αποτελεί τον σημαντικότερο κόμβο μεταποίησης στη χώρα. Στο Ηράκλειο καταγράφονται 63 μονάδες – ο  δεύτερος υψηλότερος αριθμός πανελλαδικά (99 στη Μεσσηνία) – ενώ στα Χανιά λειτουργούν 45, στο Λασίθι 36 και στο Ρέθυμνο 21. Συνολικά, η Κρήτη συγκεντρώνει 165 τυποποιητικές εγκαταστάσεις, αριθμός που δεν συναντάται σε καμία άλλη Περιφέρεια της Ελλάδας.

Η διπλή αυτή υπεροχή- ισχυρή παραγωγική βάση και εκτεταμένο δίκτυο τυποποίησης- δίνει στην Κρήτη στρατηγικό πλεονέκτημα στην εθνική ελαιοκομία. Το νησί δεν αποτελεί απλώς τόπο καλλιέργειας, αλλά πλήρη εφοδιαστική αλυσίδα, από το χωράφι έως το επώνυμο, συσκευασμένο προϊόν. Σε μια περίοδο διεθνών διακυμάνσεων τιμών και αυξημένου ανταγωνισμού,  ωστόσο αυτό δεν εξαργυρώνεται για το νησί καθώς οι μεγαλύτερες ποσότητες του παραγόμενου  ελαιολάδου διακινούνται χύμα.