«Χάσαμε τα πάντα»: Θυμός και απόγνωση στη Σικελία έπειτα από την κατολίσθηση στην πόλη Νισέμι

Εδώ και μέρες, οι περίπου 25.000 κάτοικοι της πόλης Νισέμι στη Σικελία ζουν κυριολεκτικά στο χείλος ενός γκρεμού βάθους 25 μέτρων.

Στις 25 Ιανουαρίου, έπειτα από καταρρακτώδεις βροχές που προκάλεσε ο κυκλώνας Χάρι, μια εκτεταμένη κατολίσθηση αποκόλλησε ολόκληρη πλαγιά της πόλης, μήκους τεσσάρων χιλιομέτρων. Δρόμοι κατέρρευσαν, οχήματα παρασύρθηκαν, ενώ μεγάλα τμήματα του αστικού ιστού βυθίστηκαν.

Δεκάδες κατοικίες παραμένουν κυριολεκτικά μετέωρες στο χείλος της κατολίσθησης, την ώρα που οχήματα και κομμάτια οδοστρώματος συνεχίζουν να υποχωρούν, ώρα με την ώρα, λόγω της αστάθειας του εδάφους.

Οι Αρχές έχουν απομακρύνει μέχρι στιγμής περισσότερους από 1.600 ανθρώπους. Σε κίνδυνο βρίσκονται ολόκληρα τμήματα του ιστορικού κέντρου, μεταξύ των οποίων και εκκλησίες του 17ου αιώνα, που μπορεί να υποχωρήσουν ανά πάσα στιγμή, σύμφωνα με τον Guardian.

Σύμφωνα με τους ειδικούς, η κατολίσθηση στη Νισέμι αποτελεί ακόμη μία ένδειξη του τρόπου με τον οποίο η κλιματική κρίση αναδιαμορφώνει τη Μεσόγειο, σε συνδυασμό με δεκαετίες αδιαφορίας απέναντι σε λανθασμένες οικοδομικές πολιτικές και ένα ανεξέλεγκτο μοντέλο αστικοποίησης.

«Όλα συνέβησαν μέσα σε λίγα λεπτά» ανέφερε η 70χρονη Σαλβατρίτσε Ντίσκα, η οποία διέμενε σε κατοικία που πλέον βρίσκεται εντός της «κόκκινης ζώνης» κινδύνου. «Κόπηκε το ρεύμα και λίγα λεπτά αργότερα η αστυνομία χτύπησε την πόρτα. Μας είπαν να φύγουμε αμέσως, να εγκαταλείψουμε τα πάντα και να πάρουμε μόνο τα απολύτως απαραίτητα – λίγες κουβέρτες και τα φάρμακά μας. Για μία εβδομάδα δεν μπορούσαμε ούτε να πλυθούμε ούτε να αλλάξουμε ρούχα».

Οι περισσότεροι από τους εκτοπισμένους φιλοξενούνται σε σπίτια συγγενών, ενώ οι ηλικιωμένοι έχουν μεταφερθεί σε δομές φροντίδας. Άλλοι διαμένουν προσωρινά σε μικρά καταλύματα. Εκτός της κόκκινης ζώνης, η Πυροσβεστική έχει στήσει σκηνή, όπου οι κάτοικοι περιμένουν τη συνοδεία σωστικών συνεργείων για να επιστρέψουν στα σπίτια τους και να παραλάβουν αντικείμενα αξίας, φωτογραφίες και έργα τέχνης που άφησαν πίσω τους.

Με άδεια των σωστικών Αρχών, δημοσιογράφοι συνόδευσαν πυροσβέστες σε αποστολή εντός της κόκκινης ζώνης. Ανάμεσα στα κτίρια που πρόκειται να εγκαταλειφθούν οριστικά είναι και μία πιτσαρία. Η ιδιοκτήτριά της, η 41χρονη Μπενεντέτα Ραγκούζα, είχε στη διάθεσή της ελάχιστα λεπτά για να διασώσει εξοπλισμό και έπιπλα. «Αδειάζουμε το μαγαζί. Τελείωσε. Τα χάσαμε όλα» δήλωσε.

Την ίδια ώρα, η κατολίσθηση συνεχίζει να επεκτείνεται. Την προηγούμενη εβδομάδα, τριώροφο κτίριο κατοικιών αποκολλήθηκε από το χείλος του γκρεμού και έπεσε στην απότομη πλαγιά, αφού κρεμόταν στο χείλος για έξι ημέρες.

Στην πόλη έχει απλωθεί μια βαριά σιωπή. Οι δρόμοι έχουν αδειάσει και το αστικό τοπίο θυμίζει πόλη-φάντασμα μετά την καταστροφή.

Η ίδια περιοχή είχε καταρρεύσει και το 1790, όταν κατολίσθηση ανάγκασε τους κατοίκους της συνοικίας Σάντε Κρότσι να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους. Περισσότερα από 200 χρόνια αργότερα, τον Οκτώβριο του 1997, το έδαφος υποχώρησε ξανά, προκαλώντας μαζικές εκκενώσεις.

Παρά το ιστορικό αυτό, πολλές κατοικίες χτίστηκαν μεταγενέστερα, από τη δεκαετία του 1950 και του 1960, δίπλα σε κτίρια του 17ου αιώνα. «Η οικογένειά μου έζησε σε αυτό το σπίτι για τρεις γενιές» είπε η 61χρονη δασκάλα Σοφία Σάλβο. «Το ανακαινίσαμε για τα χρόνια της σύνταξης αφού ο παππούς και ο πατέρας μου το έχτισαν νόμιμα. Τώρα χάθηκε και αναρωτιέμαι γιατί οι Αρχές επέτρεψαν τη δόμηση σε περιοχή υψηλού κινδύνου».

Η εισαγγελία της Γέλα, λίγα χιλιόμετρα από τη Νισέμι, ξεκίνησε έρευνα για αμέλεια που οδήγησε σε καταστροφή. «Εξετάζουμε εκτεταμένο υλικό, συμπεριλαμβανομένων εικόνων από την Ιταλική Διαστημική Υπηρεσία», δήλωσε ο επικεφαλής εισαγγελέας Σαλβατόρε Βέλα. «Θα ακολουθήσουν καταθέσεις μαρτύρων. Κανείς δεν θα εξαιρεθεί από τον έλεγχο».

Όσα συνέβησαν στη Νισέμι δεν αποτελούν μεμονωμένο περιστατικό. Σύμφωνα με ειδικούς, πρόκειται για το αποτέλεσμα δεκαετιών άναρχης οικιστικής ανάπτυξης που, μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αγνόησε τη σοβαρή υδρογεωλογική ευαλωτότητα της χώρας.

Σύμφωνα με έκθεση της εθνικής στατιστικής υπηρεσίας Istat που δημοσιεύθηκε τον Νοέμβριο, για κάθε 100 νέες κατοικίες στην Ιταλία, οι 15 δεν διαθέτουν τις απαιτούμενες άδειες.

«Επί 70 χρόνια, μια σειρά κακών επιλογών πολλαπλασίασε τις ζημιές» δήλωσε ο Κρίστιαν Μούλντερ, καθηγητής οικολογίας και κλιματικής κρίσης στο Πανεπιστήμιο της Κατάνια. «Οι πόροι του Σχεδίου Μάρσαλ δαπανήθηκαν άσχημα, ενισχύοντας ένα επικίνδυνο μοντέλο αστικοποίησης που αγνόησε τους περιβαλλοντικούς κινδύνους».

ΠΗΓΗ: protothema.gr