Δικαστήριο της Τυνησίας επιβεβαίωσε χθες Τρίτη την ποινή 8 ετών κάθειρξης που είχε επιβληθεί στην Σαάντια Μόσμπα, αγωνίστρια κατά του ρατσισμού, για κατάχρηση κεφαλαίων, ανακοίνωσαν δυο μέλη της ομάδας των συνηγόρων της.
Η Σαάντια Μόσμπα, μαύρη Τυνήσια, που θεωρείται πως ήταν η ψυχή του νόμου ο οποίος υιοθετήθηκε το 2018 και μετέτρεψε τη χώρα σε πρωτοπόρο σε ό,τι αφορά την καταπολέμηση του ρατσισμού, όπως και άλλα μέλη της οργάνωσής της, της Mnemty («Το Όνειρό Μου») δικάστηκαν εκ νέου σε εφετείο για ξέπλυμα χρήματος και παράνομο πλουτισμό.
Πριν από τη χθεσινή ακροαματική διαδικασία, η μη κυβερνητική οργάνωση Διεθνής Αμνηστία κατήγγειλε με ανακοίνωσή της τις «ανυπόστατες κατηγορίες περί κατάχρησης πόρων» στην οποία είδε νέα αντανάκλαση της εργαλειοποίησης «της ποινικής δικαιοσύνης για τη φίμωση της κοινωνίας των πολιτών».
Αντιπρόσωποι της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του ΟΗΕ, της Γερμανίας, της Γαλλίας και του Βελγίου ήταν επίσης παρόντες στη χθεσινή διαδικασία.
Τη 19η Μαρτίου η κ. Μόσμπα, 66 ετών, καταδικάστηκε πρωτοδίκως να εκτίσει ποινή κάθειρξης 8 ετών, ενώ στον γιο της Φάρες επιβλήθηκε τριετής φυλάκιση.
Η ακτιβίστρια βρέθηκε στην πρώτη γραμμή της υπεράσπισης μεταναστών από την υποσαχάρια Αφρική, ειδικά έπειτα από δηλητηριώδη ομιλία-καμπή την οποία είχε εκφωνήσει τον Φεβρουάριο του 2023 ο πρόεδρος της Τυνησίας Καΐς Σάγεντ.
Ο κ. Σάγεντ αναφέρθηκε την εποχή στην έλευση «ορδών παράτυπων μεταναστών» και σε «συνωμοσία» με σκοπό, κατ’ αυτόν, «την αλλαγή της δημογραφικής σύνθεσης» της χώρας.
Εκείνη η ομιλία είχε πυροδοτήσει εκστρατεία εναντίον των μεταναστών, πολλοί από τους οποίους διώχτηκαν από σπίτια όπου διέμεναν κι από θέσεις εργασίας στον ανεπίσημο τομέα. Χιλιάδες πολίτες χωρών από την υποσαχάρια Αφρική επαναπατρίστηκαν εσπευσμένα, με πρωτοβουλίες των πρεσβειών τους, ενώ χιλιάδες άλλοι αποπειράθηκαν να φύγουν διά θαλάσσης και να μεταναστεύσουν στην Ευρώπη.
«Η Σαάντια είναι αγωνίστρια: χάρη σε αυτήν έχουμε σήμερα νόμο εναντίον του ρατσισμού για τον οποίο είμαστε υπερήφανοι», είπε χθες ο δικηγόρος Χαγιέτ Τζαζάρ, εκτιμώντας πως η υπόθεση σε βάρος της πυροδοτήθηκε από «τον λόγο μίσους».
Ο Μπασέμ Τρίφι, άλλος συνήγορος υπεράσπισης, αφηγήθηκε ότι η κ. Μόσμπα του είχε τηλεφωνήσει τον Μάιο του 2024 για του πει «ότι είχε γίνει στόχος ρατσιστικής εκστρατείας σε ιστότοπους κοινωνικής δικτύωσης». Πρόσθεσε πως «αισθανόταν πως ήταν κάτι αλλόκοτο», συμπλήρωσε, τονίζοντας πως αυτό έγινε λίγο πριν από την έρευνα σε βάρος της και τη σύλληψή της.
Σύμφωνα με την Αμνηστία, η ετυμηγορία της 19ης Μαρτίου σε βάρος της κ. Μόσμπα αμαυρώθηκε από «συντονισμένη εκστρατεία ρατσιστικής κατασυκοφάντησης».
«Είμαστε ιδιαίτερα ανήσυχοι για τις πληροφορίες σύμφωνα με τις οποίες η Σαάντια Μόσμπα υπήρξε θύμα ρατσισμού και σωματικής βίας στη φυλακή, που μπορεί να αποτελούσε βασανιστήριο», πρόσθεσε η οργάνωση.
Αφού ο πρόεδρος Σάγεντ συγκέντρωσε το καλοκαίρι του 2021 πρακτικά όλες τις εξουσίες στα χέρια του, τυνησιακές και διεθνείς ΜΚΟ καταγγέλλουν ολοένα πιο συχνά οπισθοδρομήσεις ως προς τα δικαιώματα και τις ελευθερίες στην Τυνησία.
Οι κυριότεροι ηγέτες της αντιπολίτευσης βρίσκονται στη φυλακή, τους έχουν επιβληθεί βαριές ποινές κυρίως για «συνωμοσία εναντίον της κρατικής ασφάλειας», ενώ δεκάδες υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, δικηγόροι, συνδικαλιστές και δημοσιογράφοι έχουν βρεθεί αντιμέτωποι με διώξεις της δικαιοσύνης.
